Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ, Η Συμβολή του Καζαντζάκη στην Εδραίωση της Παγκοσμιοποίησης

 

ΔάφνηΒαρβιτσιώτη,Ἱστορικός

Πηγή:katanixis

Στὸπροηγούμενοἄρθρο μας, μὲτίτλο«Νίκος Καζαντζάκης. Συμβολ τν δεν του στ “Κοινωνικό Ολοκαύτωμα” πο Συντελεται στν Σύγχρονη λλάδα», εἴχαμε ἐπικεντρωθεῖ στὰ περιεχόμενα τοῦ προλόγου τοῦ“ταξιδογραφήματός” του, «Ταξιδεύοντας-Αγγλία» (1940), τὸ ὁποῖο προσέφερε, σὲκυριακάτικο φύλλο της, ἐφημερίδα πανελλαδικῆς ἐμβέλειας.

«Φυσική» θικ κα Μετάλλαξη: Στὸ ἄρθρο αὐτό, εἴχαμε ἀναλύσει τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἡ μεταφυσικὴ ἀντίληψη τοῦ Καζαντζάκη ὁδηγεῖ τὸνἀνυποψίαστο ἀναγνώστη στὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς κόσμου ἱερχαρχημένου βάσει τῆς«φυσικής» θικς, ὅπου κυριαρχε  δυνατώτερος καὶ πιζε  πλέον προσαρμοζόμενος, καὶ ὅπου δὲν ὑπεισέρχεται τὸ λεος ναντι τν δυνάμων, πόσον μᾶλλον θέμα λευθερίας τους (ὅπως συμβαίνει καὶ στὸν σατανισμό, ὅπου, γιὰ τοὺς Δυνατούς, «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος», ἄρα «οι σκλάβοι πρέπει ναυπηρετούν».

«Να Ενωθομε με τον Θεό»: Στὴν συνέχεια, ἡ ἴδια ἐφημερίδα προσέφερε τὰβιβλία «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» καὶ «Ο Τελευταίος Πειρασμός» ποὺ είχαν, πρό πεντηκονταετίας, προκαλέσει σάλο καὶ τὸν παρ’ ὀλίγο ἀφορισμὸ τοῦ συγγραφέα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία- διαφημίζοντας τηλεοπτικῶς ἕνα ἐξ αὐτῶνὡς λογοτεχνικὸ ἔργο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Καζαντζάκης μᾶς παροτρύνει «να ενωθούμε με το Θεό».

Αὐτὸ μᾶς προβλημάτισε ἰδιαίτερα, διότι, ἤδη ἀπὸ τὸ 1940, ὁ Καζαντζάκης χαρακτήριζε ὡς παρωχημένο τὸν Χριστό, καὶ ἐξωθοῦσε τοὺς ἀναγνῶστες του νὰΤὸν ἀντικαταστήσουν μὲ κάποιον ἄλλον θεό, πιὸ σύγχρονο καὶ πιὸ ἀποτελεσματικό:«Γιατί γυρίζετε πίσω; (…) Έκαμε ο Χριστός το χρέος του, έδωκε μιαν απάντηση σεάλλες εποχές, σε άλλα προβλήματα (…) Τώρα άλλαξε το πρόσωπο της αγωνίας, γύρισε ο τροχός».

 «Μεγάλος Ανθρωποφάγος Κεραυνός»: Ἐξάλλου, ὅταν ὁ Καζαντζάκηςἀναφέρεται στν «μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”»,ὁπωσδήποτε δὲν ἐννοεῖ τὸν Ἐλεήμονα Τριαδικὸ Θεό· Τὸν Ὁποῖον σαφῶςἀπορρίπτει μὲ ρήσεις ὅπως, π.χ.: «Κι είναι μεγάλο ατύχημα που η λέξη «Πνέμα» στην ελληνική γλώσσα είναι ουδέτερου γένους· αν ήταν θηλυκού, θα ‘χαμε τη σωστήπανανθρώπινη, βαθύτερη απο κάθε θρησκευτικό δόγμα Άγια Τριάδα: Πατέρα, Μάνα, Γιο». Τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὡς δημιουργὸ τοῦ κόσμου ἐκ τοῦ μηδενός,ἀπορρίπτει ὁ Καζαντζάκης καὶ «όταν, τανύζοντας στο ακρότατο σημεο –όπουαρχίζει να τρίζει ο εγκέφαλος– την μνήμη, μάχεται να θυμηθεί πώς ήταν τοπρωτόγονο Χάος, πριν να ‘ρθει ο νους να το στενέψει και να το νοικοκυρέψει σε“κόσμο”, δηλαδή, σε ανθρώπινη τάξη».

Τὸν Προσωπικὸ Θεὸ καὶ τὴν μοναδικότητα τοῦ ἀνθρωπίνου Προσώπου καταργεῖ ὁ Καζαντζάκης σὲ ρήσεις ὅπως π.χ.: «Όλοι είμαστε ένα. Όλοι είμαστε Θεός», ἢ «ο Θεός –θέλω να πωη σημερινή ανώτατη λαχτάρα του ανθρώπου» κ.α., ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἀποίμαντο ἀναγνώστη στὴν αὐτοθέωση, τὴν ὁποίαν, ἡ μὲνὈρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση ἀπορρίπτει ὡς ἑωσφορική, οἱ δὲ ὁμάδες τῆς «ΝέαςἘποχῆς» προωθοῦν στοὺς δυτικοὺς ὀπαδούς τους, ὥστε νὰ τοὺς μεταλλάξουν καταλλήλως, ἐν ὄψει τῆς παγκοσμιοποίησης.

Θες κα Παγκοσμιοποίηση: Ἀπὸ τὴν πλευρά τους, οἱ ἐκδόσεις «Καζαντζάκη», στὶς ὁποῖες ἀνήκει τὸ σύνολο τῶν ἔργων του, ἔχουν ἐπιλέξει ὡςἔμβλημά τους τὸ σύμβολο Γὶν-Γιὰνγκ τοῦ Ταοϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος «οδήγησε στηνανακάλυψη μιας ανώνυμης κοσμικής αρχής», ἐνῶ ἀργότερα ἐνσωμάτωσε, μεταξὺἄλλων, τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης καὶ τὴν γιόγκαii. Στὸν Ταοϊσμό –διευκρινίζουμε ἐμεῖς– δὲν ὑπεισέρχονται, οὔτε κἂν ὡς ἁπλὲς ἔννοιες, ὁΠροσωπικὸς Τριαδικὸς Θεός, τὸ Μέγα Ἔλεός Του καὶ ἡ «ένθεη λογικότητα τουκόσμου»iii, οὔτε ὑπεισέρχονται ὡς αὐταξίες, ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ μία καὶ μόνη ζωή του, πόσον μᾶλλον ἡ κοινωνικὴ ἐλευθερία καὶ ἄλλες ἀνάλογης σημασίας δυτικογενεῖς ἠθικο-θρησκευτικὲς ἔννοιες.

Δοθέντος, λοιπόν, ὅτι, ὁ θεὸς τοῦ Καζαντζάκη δὲν εἶναι ὁ Ἐλεήμων Τριαδικὸς Θεός, καὶ δοθέντος ὅτι « θύει τ θνη, δαιμονίοις θύει»iv σὲ ὅτι ἀφορᾶ στὸν Ταοϊσμό, ἐγείρεται τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: μ ποιόν «θεό» καλούμεθα ν νωθομε, μέσῳ τοῦ Καζαντζάκη, στὴν ποχ τς παγκοσμιοποίησης κα γιατί;

ναζητώντας τν «λήθεια»: Πάντως, σὲ διάσπαρτες ἀναφορές του στὸ ἴδιο “ταξιδογράφημα” –καὶ ἰδίως στὸ ἐνδεκασέλιδο ἀφιέρωμά του στὸν πνευματικό του πατέρα, Φρειδερίκο Νίτσε (1844-1900)– ὁ Καζαντζάκης ἀποκαλύπτει ἀρχικὰ ὅτι, ἡ«ἀλήθεια» ἀμφοτέρων βασίσθηκε στὴν ἰνδουϊστικὴ μεταφυσικὴ ἀντίληψη ὅτι, ἡ ζωὴεἶναι ψευδαίσθηση

(μιὰ «Μάγια»): «Ο κόσμος είναι δημιούργημα δικό μου· όλα όσα ξεκρίνω, ορατά κι αόρατα, είναι όνειρο πλάνο. Μία θέληση μονάχα υπάρχει, τυφλή, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, αδιάφορη, μήτε λογική μήτε παράλογη, άλογη, τεράστια. (…)Πρόοδο δεν υπάρχει, λογικό δεν κυβερνάει τη μοίραοι αφηρημένες έννοιες, οι θρησκείες, οι ηθικές, είναι ανάξιες παρηγοριές για τους ανίδεους και τους δειλούς».

Σύμφωνα μὲ τὴν νιτσεϊκὴ ἐκδοχὴ τῆς «Μάγια» –ποὺ ἐμπεριέχει καὶ τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης–, τὸ «σύμπαντο» διέπει μιὰ ἀνηλεὴς καὶ αὐθαίρετη Δύναμη, ἡὁποία νυπάρχει στ πάντα (κα στος νθρώπους. Ὡς ἐκ τούτου, τὰ πάντα εἶναιἕνα, τὰ πάντα εἶναι “θεός”, καὶ ἑπομένως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἕνα, καὶ ἄρα,ὅλοι εἴμαστε “θεός”, καὶ λοι εμαστε νηλεες κα αθαίρετοι. Συγχρόνως, ὅμως, τίποτα δὲν εἶναι πραγματικό, καὶ τίποτα –οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὁ πόνος, ἡδυστυχία του καὶ ἡ ζωή του– ἔχει ἀξία ἢ σημασία.

 «Θέληση να Κυριαρχείς»: Ὁ Νίτσε ἀποφάσισε νὰ βελτιώσει τὴν «Μάγια» του, προσθέτοντας ὅτι, «η ζωή δεν είναι μονάχα θέληση να ζεις· είναι κάτι εντονότερο: θέληση να κυριαρχείς! Δε χορταίνει η ζωή να συντηρείται μονάχα· θέλειν’ απλώνεται και να καταχτάει»· δηλαδή: «η ουσία της ζωής είναι η λαχτάρα ν’ απλωθεί και να κυριαρχήσει και μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα».Τὴν βελτίωση αὐτὴ –ποὺ ἴσως ἐκπήγαζε ἀπὸ μιὰ ὑποσυνείδητη ἀνάγκηἀντιστάθμισης καὶ ὑπέρβασης τῶν προσωπικῶν του ψυχοσωματικῶν ἀδυναμιῶν– υἱοθετεῖ μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ Καζαντζάκης –ποὺ εἶχε, καὶ αὐτός, τὶς δικές του ψυχοσωματικὲς ἀδυναμίες.

 «Τροχς το Καιρο»: Ἀκολούθησε τὸ νιτσεϊκὸ «όραμα του αιώνιου Γυρισμού» τοῦ ἀνθρώπου στὴν ζωή, τὸ ὁποῖο εἶναι μιὰ παραλλαγὴ τῆς μετενσάρκωσης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, κατ’ αὐτήν, ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ἐπανέρχεται στὶς ἴδιες ἐπακριβῶς συνθῆκες ζωῆς, ἀναρίθμητες φορές, καί, ἑπομένως: «Καμμιά λοιπόν ελπίδα το μελλούμενο να ‘ναι καλύτερο, καμμιά σωτηρία, πάντα οι ίδιοι, απαράλλαχτοι, θα στρουφογυρίζουμε στον τροχό του καιρού». Παρακάτω, θὰ δοῦμε ποιά ἀλλαγὴ ἐπέφερε ὁ Καζαντζάκης στὸ «ὅραμα» αὐτό.

«Ανάξιες Παρηγοριές για Δειλούς»: Καταρρακωμένος, ὅμως, μετὰ ἀπὸ μιὰμεγάλη ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, ὁ Νίτσε δειλιάζει μπροστὰ στὸ «ὅραμα» τοῦ δικοτου «αἰώνιου Γυρισμοῦ» στὶς ἴδιες συνθῆκες: «Όχι, ποτέ ποτέ να μην ξαναζήσω τις ώρες τούτες! Πρέπει ν’ ανοίξω μια θύρα σωτηρίας στον κλειστό κύκλο του αιώνιου Γυρισμού!», τὸν φαντάζεται νὰ ἀναφωνεῖ ὁ Καζαντζάκης, ποὺ συνεχίζει: «Γράφει τον Ζαρατούστρα, καινούρια ελπίδα άστραψε στο νου του, ο νέος σπόρος, ο Υπεράνθρωπος»· διευκρινίζει δὲ ὅτι, ὁ Νίτσε ἐπινόησε τὸν Ὑπεράνθρωπο, ἐπειδὴ«Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα. Ο Υπεράνθρωπος είναι μιά μεγάλη ελπίδα».

 περάνθρωπος ς «Λυτρωτής»: Ὁ Καζαντζάκης περιγράφει τὸ πῶς ὁΝίτσε νοεῖ τὸν Ὑπεράνθρωπο ὡς ἐλπίδα: «Αυτός είναι ο σκοπός της γης, αυτός κρατάει τη λύτρωση. Αυτός είναι η απόκριση στο παλιό του ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να εξευγενιστεί; Ναι μπορεί! Κι όχι απο το Χριστό (…) παρά απο τονάνθρωπο τον ίδιο, απο τις αρετές και τους αγώνες μιας καινούριας αριστοκρατίας. Ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Υπεράνθρωπο. Αυτός είναι ο σκοπός της ζωής, η πηγή της ενέργειας, ο Λυτρωτής (…) η νέα χίμαιρα που θα ξορκίσει τη φρίκη της ζωής». Γιατί, ὅμως, ὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τὸν νιστεϊκὸ Ὑπεράνθρωπο ὡςχίμαιρα, ἀφοῦ ἔτσι τὸν ἀκυρώνει ὡς Λυτρωτή; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ ἀπαντήσουμε πιὸ κάτω.

Μεταφυσικ ριστοκρατία: Ὡς Ὑπεράνθρωπο-Λυτρωτή, ὁ Νίτσε  ἐννοεῖ ἕναν συγκεκριμένο τύπο νθρώπου, ἀπόλυτα σύμφωνου πρὸς τὶς δικές του ψυχοπνευματικὲς ἀνάγκες, τὸν ὁποῖον καὶ ἐξιδανικεύει. Δηλαδή, χρίζει ὡς Λυτρωτὲς τῆς ἀνθρωπότητας τοὺς ὀλίγους καὶ «εκλεχτούς», ποὺ –ἀρνούμενοι, ἢ ἀγνοοῦντες, τοὺς περιορισμοὺς ποὺ θέτουν στὸν ἄνθρωπο οἱ δυτικογενεῖς ἠθικὸ-θρησκευτικὲς «ἀφηρημένες ἔννοιες»– διακατέχονται ἀπὸ τὴν «λαχτάρα ν’ απλωθούν και να κυριαρχήσουν» καὶ ἀπὸ τὴν πεποίθηση «πως μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Στὴν οὐσία, ὁ Νίτσε χρίζει ὡς διαχρονικοὺς «Λυτρωτὲς» τῆςἀνθρωπότητας τοὺς δίστακτους δυναμολάγνους ξουσιαστές.

Ἀλλά, μὲ τὸ νὰ τοὺς χρίζει καὶ ὡς τοὺς μόνους ἄξιους νὰ ἔχουν δικαιώματα στὴν ζωή, ὁ Νίτσε θεμελιώνει καὶ μεταφυσικὰ τὴν ἐπικράτηση μιᾶς νέας κυρίαρχης τάξης “ευγενών”, διὰ τῆς ὁποίας διαχωρίζει τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς “δυνατούς” –καὶὀλίγους– καὶ στοὺς πολλοὺς καὶ “αδύναμους”· στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ὁ Καζαντζάκης μεγιστοποιεῖ στὰ ἔργα του.

Διόνυσος κα περάνθρωπος: Γιὰ νὰ περιγράψει τὴν βούληση γιὰ κυριαρχία τῶν Ὑπερανθρώπων-Λυτρωτῶν του, ὁ Νίτσε ἀνατρέχει στὴν ἐποχὴ ποὺ «στα στήθη της Ελλάδας βογκούσε το χάος, η μεγάλη πίκρα, η αντρίκεια βουλή», ἐπειδὴ σ’ αὐτὰκυριαρχοῦσε «Ένας αχαλίνωτος θεός, ο Διόνυσος», καὶ τοὺς ταυτοποιεῖ ὡς τοὺς φορεῖς τοῦ «διονυσιακού πνέματος», τῆς «διονυσιακής μέθης» καὶ τῶν «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων».

Ὁ Διόνυσος, Λυτρωτὴς τῆς Εὐρώπης: Ἀπὸ τὸν Διόνυσο καὶ τοὺς φορεῖς τῆς μέθης του –δηλαδή, τοὺς φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία– προσμένει ὁ Νίτσε τὴν «λύτρωση» τῆς Εὐρώπης, διότι, κατ’ αὐτόν: «Η Ευρώπη χάνεται και πρέπει να υποβληθεί στην αυστηρή δίαιτα των αρχηγών. Η ηθική που σήμερα κυριαρχεί είναι έργο σκλάβων είναι συνωμοσία που οργάνωσαν οι αδύνατοι και το κοπάδι ενάντια στον δυνατό και τον τσοπάνη. Οι σκλάβοι αναποδογύρισαν με συφεροντολόγα πονηριά τις αξίες: κακός είναι, κήρυξαν, ο δυνατός, ο δημιουργός· καλός είναι ο άρρωστος κι ο ηλίθιος· δεν αντέχουν το πόνο· κατάντησαν φιλάνθρωποι χριστιανοί και σοσιαλιστές. Μονάχα ο Υπεράνθρωπος, σκληρός με τον εαυτό του, μπορεί να χαράξει καινούριες εντολές και να δώσει στις μάζες σκοπούς καινούριους».

Μὲ ἄλλα λόγια, Νίτσε καὶ Καζαντζάκης νοοῦν ὡς «λύτρωση» –τῆς Εὐρώπης,ἀλλὰ καὶ ὡς δική τους– τὴν ἀποδέσμευση π τος θικος φραγμος κα π τος νόμους κα θεσμος πο πορρέουν ξ ατν, τοὺς ὁποίους θέτουν στοὺςἀδίστακτους καὶ δυναμολάγνους ἐξουσιαστές, ὁ ἀρχαιοελληνικὸς ἀνθρωπισμὸς καὶὁ χριστιανικὸς θεανθρωπισμός.

Γερμανία κα «Τραγικός Πολιτισμός»: Τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ «διονυσιακού πνέματος» καὶ τῶν «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων» στὴν Γερμανία, ὁ Νίτσεἀνίχνευε στὴν ὁλοένα πιὸ ἔντονη βούληση γιὰ κυριαρχία ποὺ ἐξέπεμπε ἡ γερμανικὴμουσική: «Η γερμανική μουσική, απο τον Μπάχ ίσαμε τον Βάγκνερ, διαλαλεί τον ερχομό του» (σ.σ. τοῦ Διονύσου, δηλαδή, τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία). Καὶ ἤξερεὅτι, ὅταν ὁ «αχαλίνωτος» αὐτὸς θεὸς καὶ οἱ ἀνεξέλεγκτες δυνάμεις τοῦἐπικρατήσουν στὴν Γερμανία, θὰ γεννήσουν ἕναν «Νέο “τραγικό πολιτισμό”».

Ὁ Νίτσε, δηλαδή, ἤξερε ὅτι, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἄλογη καὶ τυφλὴ βούληση γιὰδύναμη καὶ κυριαρχία, αὐτὴ «συντρίβει την ατομικότητα», «άνθρωποι και θεριά αδελφώνονται, ο θάνατος είναι κι αυτός ένα απο τα προσωπεία της ζωής και το παρδαλό μαγνάδι της πλάνης ξεσκίζεται κι’ αγγίζουμε στήθος με στήθος την αλήθεια:Όλοι είμαστε έναΌλοι είμαστε Θεός». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Νίτσε ἤξερε τί τραγῳδία μέλλει νὰ προκαλέσει ἡ «διονυσιακή μέθη» δυναμολαγνείας –ποὺ διέβλεπε ὅτι (ξανα)κυρίευε τὸν νοῦ καὶ στὴν ψυχὴ τῶν Γερμανῶν, ἀπὸ τὰ τέλη ἤδη τοῦ 19ου αἰῶνα: ὁ ἄνθρωπος θὰ μεταβληθεῖ σε ἁπλὸ ζωικὸ ὂν (ὁ δὲ δυνατός, σὲ θηρίο)· ὁθάνατος τῶν ἀδυνάμων δὲν θὰ ἔχει σημασία, ἀφοῦ καὶ ἡ ζωή τους δὲν θὰ ἔχει πιὰἀξία· τὸ πλέγμα τῶν ἠθικο-θρησκευτικῶν ὁρίων καὶ ἀξιῶν θὰ διαρρηχθεῖ· λοι (δίως ο δυνατοί) θ θεωρον τι λα τους πιτρέπονται· καὶ θὰ ἐπικρατήσει τὸχάος, ὁ ἀλληλοσπαραγμὸς καὶ ἡ ἀπόγνωση.

Προφήτης,  Τροχιοδείκτης Τυραννίας; Τὸ 1940, ὁ Καζαντζάκης ἀποκαλεῖτὸν Νίτσε «προφήτη», ἀκριβῶς διότι ἐκεῖνος εἶχε προβλέψει –σχεδὸν τριάντα χρόνια πρὶν ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν Α΄ παγκόσμιο πόλεμο– ὅτι: «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία».

Τὸ γεγονὸς ὅτι, σήμερα, ὁ Νίτσε ἐπαληθεύεται γιὰ τρίτη φορὰ –ἀφοῦ πολλοὶἀναλυτὲς ἀναφέρονται πλέον σὲ μιὰ «γερμανικὴ Εὐρώπη» καὶ σὲ ἕνα οἰκονομικὸ Δ΄ Ράιχ– ἀποδεικνύει ἁπλῶς τὰ ἑξῆς: α)  ὅτι, οἱ ἐξουσιαστὲς γνωρίζουν ὅτι, αὐτὸ ποὺπροστατεύει τν λευθερία τν πολλν π τν τυραννία τν λίγων εἶναι τὸσύνολο τῶν ἠθικο-θρησκευτικῶν ἀξιῶν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ (ἐξ οὗ καὶ ἡἀπέχθειά τους πρὸς τὸν ἀρχαιοελληνικὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ τὸ μένος τους κατὰ τοῦχριστιανικοῦ θεανθρωπισμοῦ)· καὶ β) ὅτι, μελετώντας προσεκτικὰ τὸν Νίτσε (καί,ἀργότερα τὸ πνευματικοπαίδι του, τὸν Καζαντζάκη), οἱ ἐξουσιαστὲς ἀναγνώρισαν στὴν ναδυόμενη γερμανικ βούληση γι κυριαρχία, τν ψυχοπνευματικ χίλλειο πτέρνα τς Ερώπης. Καὶ ἔδρασαν ἀναλόγως.

 κδίκηση τς Λογικς: Ὁ Νίτσε –πού, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χριστιανισμό,ἀπέρριπτε καὶ τὴν Λογικὴ (καὶ πέθανε διεγνωσμένα παράφρων)– οὐδέποτεἀποτελείωσε τὸ «Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρας», διότι τὰ ἴδια τοῦ τὰ «ὁράματα» τὸνἔθεταν ἐνώπιον τῶν ἑξῆς λογικῶν ἀδιεξόδων: «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα· ο Υπεράνθρωπος είναι μια μεγάλη ελπίδα· πώς μπορούν τα δυο αυτά αντικρουόμενα οράματα ν’ αρμονιστούν;». Ἀφοῦ, δηλαδή, ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι δεσμευμένη στὸν τροχὸ τοῦ «αἰώνιου Γυρισμοῦ» της πρὸς τὶς ἴδιες ἐπακριβῶς συνθῆκες ζωῆς καὶ πρὸς τὴν ἴδια ἐπακριβῶς «φρίκη» της, πς κα π τί μέλλει νὰτὴν «λυτρώσει» ἡ κάστα τῶν Ὑπερανθρώπων-Λυτρωτῶν;

«Η ψυχή του Νίτσε απο τότε πια φτεροκοπάει στον γκρεμό της παραφροσύνης»,, γράφει ὁ Καζαντζάκης· χωρὶς παρ’ ὅλα ταῦτα νὰ πάψει νὰθαυμάζει τὸν μὲν Νίτσε ὡς «προφήτη» καὶ «Μεγαλομάρτυρα», τὸν δὲὙπεράνθρωπο ὡς κάστα ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν· ἀλλὰ καὶ χωρς  διος νπιλύει τ πρόβλημα τς λύτρωσης τς νθρωπότητας π τν «φρίκη της ζωής».

Καζαντζάκης κα «Δύναμη»: Καί, δὲν ἐπιλύει τὸ πρόβλημα αὐτό, διότι, ἁπλά, δὲν τὸ θεωρε πρόβλημα. Ὡς πιὸ “δυνατός” ἀπὸ τὸν Νίτσε, ὁ Καζαντζάκης ἀφαιρεῖτὸ προσωπεῖο τοῦ Διονύσου, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει μιὰ ἀόρατη μέν, ἀλλὰ πόλυταπαρκτ ντότητα, τὴν ὁποίαν ἀρχικὰ ἀποκαλεῖ «μεγάλη μυστική Δύναμη». Παραλλήλως, ἐγκαταλείπει καὶ τὰ ἀλληγορικὰ-μυθολογικὰ περὶ  τοῦὙπερανθρώπου ὡς φορέα τῶν διονυσιακῶν δυνάμεων, γιὰ νὰ τὸν ταυτοποιήσει πλέον ὡς φορέα τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἀόρατης αὐτῆς ὀντότητας, στὴνὁποίαν ἀποδίδει τὶς ἀκόλουθες ἰδιότητες:

«Υπάρχει, φαίνεται, μία Δύναμη έξω και μέσα στον άνθρωπο, που θαρρείς ένα και μόνο σκοπό έχει: ν’ ανέβει». Πού; σέ ποιόν ανήφορο; Κανένας δεν ξέρει· κάπου κάπου μονάχα μπορούμε, αφουκραζόμενοι το αίμα μας, να μαντέψουμε το ρυθμό της. Κι όταν μια πράξη, ένας άνθρωπος, ένας στοχασμός, πεταχθούν στο δρόμο της, εμποδίζοντας το ανέβασμα της, την κυριεύει θυμός. Όχι θυμός· λύσσα. Χιμάει, χτυπάει τυφλά, ξεκάνει σωρό καλούς και κακούς, ξεσκίζει η ίδια τις σάρκες της, σα να ‘ταν και το κακό τούτο, και το εμπόδιο τούτο, που μπήκε στο ανηφόρισμά της, σάρκα απο τη σάρκα της· ρυθμός και παράβαση ρυθμού, σα να ‘ταν και τα δυο μέσα στη φύση της. Γι αυτό η φοβερή αυτή Δύναμη δεν μπορεί να σκοτώσει την ατιμία, το έγκλημα, το πάθος, την προστυχιά, χωρίς να πληγώσει βαριά τον εαυτό της». (…) «Πότε χιμάει μανιασμένη να πνίξει το κακό, σα να’ ταν ο μεγαλύτερος της οχτρός, πότε χαίρεται να συντρίβει ό,τι καλύτερο έχει ο κόσμος τούτος. Αν ήταν χωρίς ηθικές λαχτάρες, γιατί τότε να πολεμάει με τόση λύσσα την αδυναμία, την ατιμία, την ψευτιά; Κι αν είχε ηθικές λαχτάρες, γιατί να σκοτώνει με τόση σιγουράδα και κακεντρέχεια τις μεγάλες ψυχές;»

Περιγράφοντας τὴν «Δύναμη» αὐτὴ ὡς διφυῆ, ὁ Καζαντζάκης προσεγγίζει τὸἀντιθετικὸ ζεῦγος δυνάμεων τοῦ Γίν-Γιάνγκ. Χαρακτηρίζοντάς την, ὅμως, ὡςφοβερή, λυσσαλέα, λογη, μείλικτη, αθαίρετη, κακόβουλη, καταστροφικ κανθρωποκτόνο –καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο, ὡς «αχόρταγη, πονηρή και ανήλεη»–, τὴν ταυτοποιεῖ σαφῶς ὡς τὸ πόλυτο Κακό, ἀποδεικνύοντας –ἂν ὄχι σὲ τί «θύει» τὰἔθνη– σὲ τί «θύει»  διος.

Τ πόλυτο Κακό, Μόνη Πηγ Ζως: Ὁ Καζαντζάκης, δηλαδή, δὲν ἐπιλύει τὸπρόβλημα τῆς λύτρωσης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν φρίκη τῆς ζωῆς, διότι θεωρετ πόλυτο Κακ ς τν μόνη πηγ ζως, δημιουργίας κα νέργειας κα ς τν μόνη κινητήριο δύναμη τς νθρωπότητας«Αν κόψεις όλα τα ελαττώματα απο μια ψυχή, αυτή παραμορφώνεται και μαραίνεται. Γιατί χάνει μερικές, ίσως τις πιο βαθιές, ρίζες της που της φέρνουν θροφή απο τα χώματα. Και της δίνουν δύναμη να βαστάει και ν’ αντέχει στο αποκρουστικό θέαμα της καθημερινής φθοράς και του καθημερινού θανάτου, (…) «μονάχα οι ξεθυμασμένοι –και προ πάντων οι εντελώς ξεθυμασμένοι, οι νεκροί– είναι λυτρωμένοι απο κάθε κακία».. (Κατ’ αὐτόν, δηλαδή, οἱ Ἅγιοί μας ἦσαν ζωντανοί-νεκροί.)

φουκραζόμενος τ Δικό του «Αίμα»: Τὴν παρουσία τῆς βούλησης γιὰκυριαρχία τῆς ἄλογης, κακόβουλης καὶ ἀνθρωποκτόνου αὐτῆς -ἀόρατης, ἀλλὰὑπαρκτῆς- ὀντότητας ὁ Καζαντζάκης ἐντοπίζει παντοῦ καὶ στὰ πάντα. Π.χ., τὴν βλέπει νὰ ἐκφράζεται στὴν γοτθικὴ θρησκευτικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ὡς «κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στην γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”». Ἀκόμα καὶ στὶς «τίγρες» βλέπει«το πιο αποκαλυπτικό, το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της ζωής. Είναι ηκαθαρή ουσία της φοβερής δημιουργικής κίνησης, η γυμνή, αχόρταγη, πονηρή, ανήλεη δύναμη, λυγερή πολύ κι όλο ύπουλη επικίντυνη χάρη –απαράλλαχτη σαν το ΠνέμαΑν το Πνεύμα ήταν ορατό, έτσι σαν τον τίγρη θα περπατούσε, και θα ‘τρωγε την ίδια τροφή: κοτρώνια κρέας. Κι έτσι, με το ίδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αίμα, θα κοίταζε τους ανθρώπουςΌχι σαν οχτρός, ούτε σα φίλος· σαν κρέας».

Τὴν βούληση γιὰ κυριαρχία τῆς δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ –ἡ ὁποία βλέπει τὴν ἀνθρωπόμαζα σὰν «κρέας», δηλαδή, σὰν πρόσωπη κα ναλώσιμη ργανικλη– ὁ Καζαντζάκης ἐντοπίζει καὶ μέσα του. Ἐξ ἄλλου, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὴν περιγράφει, μαρτυράει ἔντονη ἐμπειρία τῆς ἐπενέργειάς της ἐντός του.

Μεταγγίζοντας τ «Αμα» του: Αὐτὴν ἐνσταλάζει καὶ στοὺς ἀνυποψίαστους ἢἀποίμαντους ἢ ἄθεους ἀναγνῶστες του, διὰ τῆς ὑποβολῆς. Ἡ πιὸ συνήθης πρακτική του εἶναι ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικο προσώπου, διὰ τοῦ ὁποίου τοὺς συμπαρασύρει στὴν δίνη τῆς δικῆς του ἐμπειρίας, καὶ στὴν νωσή τους μ τν δικό του «θεό». Ὅσοι παρασύρονται χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν, γίνονται μοιρολάτρες καὶ ὑποταγμένοι. Ὅμως, ὅσοι βρίσκουν, στὴν «Δύναμη» αὐτή, τὸἄλλοθι γιὰ τὴν ἀγριότητα τῆς δικῆς τους βούλησης γιὰ κυριαρχία, αὐτοὶ ἀποκτοῦν τὴν αὐτοσυνειδησία τῶν «εκλεχτών», στοὺς ὁποίους ὅλα ἐπιτρέπονται, καὶμεταλλάσσονται σὲ συνειδητοὺς Θύτες (ὅπως οἱ παγκοσμιοποιητὲς καὶ οἱ ἀρωγοί τους).

 Φων το Δαίμονα: Ἐπὶ παραδείγματι, μὲ ἀφορμὴ τὶς σαιξπηρικὲς τραγῳδίες –καὶ ἐνῷ μαίνεται ὁ πόλεμος στὴν Εὐρώπη– ὁ Καζαντζάκης ὑποβάλλει στοὺς δυτικοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι, λοι ἀντιλαμβανόμαστε, «μέσα μας», τὴνὕπαρξη μιᾶς «άλλης φωνής»:

«Μέσα μας μια φωνή, ο “ανθρωπος”, είναι φυσικό να πονάει τους ανθρώπους και ν’ αποτροπιάζεται το αίμα· μα μέσα μας υπάρχει και μια άλλη φωνή, που δε νοιάζεται για την ασφάλεια, την καλοπέραση και την ευτυχία του ανθρώπου και ξέρει πως, χωρίς τον Πατέρα Πόλεμο, θα βούρκιαζε, στεκάμενο νερό, η ζωήΗ απάνθρωπη αυτή φωνή μέσα στον άνθρωπο δεν είναι δική μας· είναι κάποιου δαίμονα που ενεδρεύει στην ψυχή του ανθρώπου, απάνθρωπη και υπεράνθρωπη. Ή καλύτερα: Περάνθρωπη, που φωνάζει, και μάχεται για σκοπούς πέρα απο τον άνθρωπο. Κι η φωνή αυτή “ελπίζει” πως ο πόλεμος δε θα πάψει ποτέ».

Βέβαια, αὐτοὶ οἱ «σκοποὶ πέρα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο» θὰ μποροῦσαν νὰπαραπέμπουν στὶς νομοτελειακὲς «διαδοχικὲς φάσεις τῆς γενικῆς μεταβολῆς τῶνὄντων» τοῦ Γίν-Γιάνγκ. Ὅμως, τόσο ὁ ἀνθρωποκτόνος «δαίμονας που ενεδρεύει μέσα στην ψυχή μας», ὅσο καὶ ἡ ἀνηλεὴς πηγὴ ἐκπορεύσεώς του καὶ τὰπαρελκόμενά της, παραπέμπουν σαφῶς ἀλλοῦ, γεγονὸς ποὺ ὁ Καζαντζάκης ὄχιἁπλῶς γνωρίζει –καὶ ὄχι μόνον ἀναγνωρίζει ἐντός του–, ἀλλὰ μεταλαμπαδεύει καὶσὲ ἐμᾶς, μεταλλάσσοντάς μας, ἄλλους μὲν σὲ θύτες, ἄλλους δὲ σὲ θύματα.

 «Δύναμη πο Σκοτώνει» κα  ριστοκρατία της: Ἄλλο παράδειγμαἀθέατης μύησής μας στὸν δικό του «θεὸ» εἶναι τὸ ἑξῆς: μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ὁθάνατος τοῦ ἥρωα τῆς σαιξπηρικῆς τραγωδίας ἀφήνει πίσω του μιὰ «μυστηριώδη οσία», ἡ ὁποία δίνει στὸν ἥρωα «κατάλυτη ζωή», ὁ Καζαντζάκης μᾶς ὑποβάλλειὅτι:

«Γι’ αυτό νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλίωση με την Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα; Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη». «Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του ανθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου μια άλλη δύναμη, πολύ πιο φοβερή ακόμα, όλοποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή όλο χτηνωδία ποσότητα».

Μὲ πρόσχημα, δηλαδή, τὶς σαιξπηρικὲς τραγωδίες, ὁ Καζαντζάκης μᾶς μυεῖστὸν πυρῆνα τῆς –ἀπογυμνωμένης ἀπὸ μυθολογικὲς ἀλληγορίες– δικῆς του «ἀλήθειας», ἡ ὁποία εἶναι ὅτι: ὅποιος θέλει νὰ ἀνήκει –ἢ αἰσθάνεται ὅτι ἀνήκει– στὴν μεταφυσικὴ ἀριστοκρατία τῶν Ἀδίστακτων, ἀποδέχεται ὅτι, οἱ ποιοτικές, «ζωντανς» κα δυνατς ψυχς καταφρονον τν ζω τς «τυφλς λο χτηνωδία ποσότητας», πού, γι’ αὐτές, εἶναι ἁπλὸ «κρέας». Ἀποκαλεῖ, μάλιστα, τὰ ἔργα τοῦ Σαίξπηρ τὴν«Βίβλο το λεύτερου νθρώπου», διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον  διος τρμηνεύει, τὸν συμφιλιώνει μὲ τν δική του βούληση κυριαρχίας καὶ με τὰ δικά τουνθρωποκτόνα νστικτα, καὶ ἔτσι τὸν πελευθερώνει π κάθε τύψη κα νοχή. Ἐξ οὗ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη του πρὸς «τὴν Δύναμη ποὺ σκοτώνει».

Τ Δίκαιο νήκει στν Δύναμη: Σημειωτέον ὅτι, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱδυνάμεις τοῦ ναζισμοῦ ἐφορμοῦσαν κατὰ τῆς ὑπόλοιπης Εὐρώπης, ὁ Καζαντζάκης –πού, ὅπως ὁ Νίτσε, ἀπεχθανόταν τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ καὶ πίστευε ὅτι, «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία»– ἔγραφε μὲ ἀγαλλίαση:«Ξεσκίσθηκαν οι μάσκες, γκρεμίστηκε η πίστη, άνοιξαν οι καταπαχτές που κρατούσαν καταχωμένες τις μέσα μας απάνθρωπες δυνάμεις»«Βρισκόμαστε πια, μπαίνουμε πια, στην αρχή. Δεν είναι πια παρακμή η εποχή μας, όπως σου αρέσει να πιστεύεις, για να δικαιολογήσεις την ύπαρξή σου· είναι ακμή απο τεράστιες δυνάμες, βάρβαρες μπορεί, μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί». Πρὸς ἐπίρρωση δὲ αὐτοῦ, προσέθετε: «Ο Τσιγκισχάνοςv φορούσε ένα σιδερένιο δακτυλίδι κι απάνω ήταν χαραγμένες δύο λέξες: “Ραστί-Ρουστί”, Δύναμη, Δίκιο. Η εποχή μας φόρεσε το σιδερένιο τούτο δαχτυλίδι».

Μὲ γνώμονα, δηλαδή, ὅτι τὸ δίκαιο νήκει στν δύναμη –ὅπως ἐπιτάσσουν καὶτὰ ἀμφιλεγόμενης προέλευσης «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιῶν»– ὁΚαζαντζάκης ἔβλεπε τὶς δυνάμεις τοῦ Τρίτου Ράιχ, ὄχι ὡς ἁπλοὺς φορεῖς τῆςἀμέσως ἑπόμενης ἀπὸ τὶς «διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων»τοῦ Γίν-Γιάνγκ, ἀλλὰ ς φορες τς βούλησης γι κυριαρχία τς νηλεος «Δύναμης που σκοτώνει». Καί, τς θαύμαζε κριβς γι’ ατό. Τὸν θαυμασμὸ δὲαὐτὸν ἐπιβάλλει στοὺς ἀνυποψίαστους ἀναγνῶστες του διὰ τοῦ πνευματικοκβιασμο –δηλαδή, περιφρονώντας ὡς “κατώτερο” ὅποιον διαφωνεῖ.

Ο δίστακτοι φορμον: Τὶς βάρβαρες αὐτὲς δυνάμεις, ὁ Καζαντζάκηςἐξυμνεῖ διθυραμβικά: «Οι ζωντανές αυτές ψυχές ρίχνουνται στη δράση.Περιφρονούν το πνέμα, είδαν τη χρεοκοπία της παλιάς γενεάς. (…) Είδαν και σιχάθηκαν, και ρίχτηκαν να γκρεμίσουν ένα τέτοιο συγκρότημα καμουφλαρισμένης σκλαβιάς, καλοπέρασης και ψευτιάς. Κάνουν έφοδοΟι καλύτεροι νέοι του κόσμου σήμερα δε γράφουν, ενεργούνΑντικρύζουν ηρωικά τον θάνατο, τους κυριεύει ένθεη μανία, άνοιξε η καταπαχτή και τινάχτηκαν οι υποχθόνιες δύναμες απο τα παμπάλαια ιερά σκοτάδια του υποσυνείδητου και κάνουν έφοδο».

Τὸ γεγονός, ὅμως,  ὅτι, θεωρεῖ «νεκρούς» τους «λυτρωμένους π κάθε κακία», ἐπιβεβαιώνει ὅτι: ὁ Καζαντζάκης θαυμάζει ὡς «ζωντανές ψυχές» τὶς δυνάμεις τοῦ ναζισμοῦ, ἐπειδὴ τὶς ἀναγνωρίζει ὡς ψυχὲς ποδουλωμένες σ κάθε κακία· δηλαδή, τὶς θαυμάζει ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι φορεῖς τῆς βούλησης γιὰκυριαρχία τῆς Δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ ποὺ διέπει τὸ δικό του «συμπαντο».

Οι Αδίστακτοι, Γεννήτορες Πολιτισμών: Ὁ Καζαντζάκης παραλλάσσει καὶ τὸν νιτσεϊκὸ «τροχὸ τοῦ καιροῦ» ὡς ἑξῆς: ἀποδέχεται μὲν ὡς ἀναπόδραστο τὸν «αἰώνιο Γυρισμὸ» στὴν ζωὴ τῆς κάστας τῶν ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν, ὄχι ὅμως ὡς μετενσάρκωση τῶν ἰδίων ἀνθρώπων στὶς ἴδιες συνθῆκες ζωῆς, ἀλλὰ ὡς φορεῖς τῶνσυνεχν πανεκδηλώσεων τς βούλησης γι κυριαρχία τς «δύναμης πουσκοτώνει». Μὲ τὴν παραλλαγὴ αὐτήν, οἱ ἀδίστακτοι ἐξουσιαστὲς δὲν νοοῦνται πλέον ὡς νιτσεϊκοὶ διονυσιακοὶ Ὑπεράνθρωποι-Λυτρωτές, ἀλλὰ ὡς νηλεες, καταστροφες, θύτες, ρπαγες κα νθρωποκτόνοι. Καὶ αὐτοὶ συνιστοῦν τὴν δική του κδοχ το περάνθρωπου. Αυτούς εξιδανικεύει, καὶ γι’ αυτό τον προβάλλουν οι παγκοσμιοποιητές.

Μὲ τὸ σαθρὸ δὲ ἐπιχείρημα ὅτι, «μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί», ὁΚαζαντζάκης προβάλλει ὡς νομοτελειακὰ ἐπιβαλλόμενες τὶς ἀενάωςἐπαναλαμβανόμενες (ἑκάστοτε διαφορετικές) ἐφορμήσεις τῆς βούλησης γιὰκυριαρχία τῆς κάστας τῶν (ἑκάστοτε διαφορετικῶν) δικῶν τοῦ «εκλεχτών»Ὑπερανθρώπων –γιὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει «το δίκαιο ανήκει στην δύναμη» καὶ «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος»–, ἐναντίον (τῆς ἑκάστοτε διαφορετικῆς ἀνθρωπόμαζας) τῶνἀδυνάμων, χωρὶς κανένα ἔλεος ἔναντι αὐτῶν, καὶ μὲ μόνη σταθερ τι: «ο σκλάβοι πρέπει ν πηρετον».

Φυσικ Νομοτέλεια,  Ετυχία τν λίγων: Τὸ γεγονὸς ὅτι, τέτοιου εἴδους «πολιτισμοὶ» ἔχουν διαχρονικά ἀποδειχθεῖ «τραγικοί», ἀκριβῶς ἐπειδὴ -βασιζόμενοι σ’ αυτή τη «φυσική»- ἠθικὴ ἐκθέτουν τοὺς πολλοὺς στήν τυραννία τῶν ὀλίγων, οὐδόλως ἐνοχλεῖ τὸν θαυμαστή του Τζένγκινς Χάν. Καί τοῦτο, διότι ὁ ἴδιος –ἐπιλέγοντας νὰ ἀρνεῖται τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ὁ Ὁποῖος κατέρριψε τὸἀναπόδραστο τῆς φυσικῆς νομοτέλειας διὰ τῶν θαυμάτων Του, διὰ τοῦ σταυρικοῦΤου μαρτυρίου καὶ διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του- ὑποβάλλει στοὺς ἀνυποψίαστους δυτικοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι: ὁ ἄνθρωπος «έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του –τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία για όλους. Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά έξω απο την επιθυμία του ανθρώπουΗ ζούγκλα που ονομάζουμε ουρανό και γη έχει άλλους νόμους, ολότελα αντίθετους –την αδικία, την ανισότητα, την ευτυχία για λίγους, που κι αυτή περνάει και χάνεται σαν αστραπή».

Μύηση στν ναπόδραστη Φρίκη: Μὲ τὸ Ἀπόλυτο Κακὸ νὰ διέπει νομοτελειακὰ τὰ πάντα καὶ μὲ τοὺς καζαντζάκειους Ὑπερανθρώπους ὡς ἐκφραστὲς τῆς βούλησής του γιὰ κυριαρχία, ἡ φρίκη τῆς ζωῆς εἶναι ἀναπόδραστη, καὶ γι’ αὐτὸὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει ὡς χίμαιρα τὸν νιτσεϊκὸ Ὑπεράνθρωπο-Λυτρωτή. Δὲνπάρχει λύτρωση, δν πάρχει σωτηρία, δν πάρχει λπίδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ δική του –ντίστροφη– «καλ γγελία», ατ τν γεμίζει χαρά, καὶ αὐτὴν εὐαγγελίζεται στὰἔργα του ὁ Καζαντζάκης, καὶ γι’ αὐτὸ τὸν προβάλλουν οἱ παγκοσμιοποιητές.

 Πατέρας το περανθρώπου: Τέλος, ὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τὸν δικό του Ὑπεράνθρωπο, ὡς «ανεξάρτητο πεινασμένο οργανισμό» καὶ ὡς «επικίντυνο σπόρο», διότι ἔχει ἀπόλυτη ἐπίγνωση τίνος γέννημα εἶναι. Λογοτεχνικὴ δὲ ἀδεία,ἀπευθύνεται πρὸς τὸν παραφρονήσαντα Νίτσε –μὲ κάποια συγκατάβαση, μάλιστα, μιᾶς καὶ ἐκεῖνος δὲν ἀποτόλμησε νὰ ἀναζητήσει τὴν «ἀλήθεια» πέρα ἀπὸ τὸν Διόνυσο– γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τόσο σὲ ἐκεῖνον, ὅσο καὶ σὲ ἐμᾶς, τὸν πραγματικὸγεννήτορα τοῦ «πικίντυνου» αὐτοῦ σπόρου: «Ω Μεγαλομάρτυρα πατέρα του Υπερανθρώπου», «τώρα μονάχα –πολύ αργά– το νοιώθεις, δεν είναι ο σπόρος δικός σου. Τον εμπιστεύθηκε στα σπλάχνα σου μια δύναμη πολύ σκληρότερη, πολύ πιο απάνθρωπη κι απο τον πιο σκληρό κι απάνθρωπο λογισμό σου. Εμείς είμαστε μονάχα οι θηλυκές καρδιές, κι ένας φοβερός αόρατος Δράκος είναι ο άντρας που σπέρνει».

 Θες το Καζαντζάκη: Ὁ Καζαντζάκης, δηλαδή, ἔχει ἀπόλυτη ἐπίγνωση ὅτι: φοβερς όρατος Δράκος –ποὺ ἐμφυτεύει στὴν ψυχὴ τῆς μεταφυσικῆςἀριστοκρατίας τῶν «εκλεχτών», τὴν ἀπόλυτη λατρεία τῆς Ἀνηλεοῦς Δύναμης,ὁδηγώντας τους στὶς πιὸ ἀπάνθρωπες σκέψεις καὶ ἐνέργειες– ἔχει ταυτοποιηθεῖἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ὁ «Δράκων»· ὅτι εἶναι Πνεμα· ὅτι εναι προσωποποίηση κα ποκινητς κάθε κακο· ὅτι εναι χθρός του Τριαδικο Θεοκα τν νθρώπων, καὶ ὅτι εἶναι νθρωποκτόνος. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὄχι μόνον δὲνἀποτάσσεται τὸν Δράκοντα αὐτόν, ἀλλά –πιλέγοντάς τον ς τν δική του μόνη «λήθεια»– ὑποτάσσεται σ’ αὐτόν· καὶ κστασιάζεται κα γαλλι μὲ τὶςἀνθρωποκτόνες ἐφορμήσεις τῶν δυνάμεών του κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας· καὶ τὸνὑπηρετεῖ πιστά, μυώντας τοὺς ἀνυποψίαστους δυτικοὺς ἀναγνῶστες του στὸἀναπόδραστο τῆς «φρίκης» ποὺ ἡ ἐξουσία τοῦ Δράκοντος αὐτοῦ ἐπιφέρει στὴν ζωή τους.

Μὲ αὐτὸν τὸν «θεὸ» καλούμεθα, ἄραγε, νὰ ἑνωθοῦμε, ὅταν ὁ «νέος τραγικός πολιτισμός» τῶν ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν τῆς παγκοσμιοποίησης «ἀναπηδάει ἀπὸτὴν Γερμανία», βυθίζοντας –γιὰ ἄλλη μιὰ φορά– τὴν Εὐρώπη στὸ χάος, στὸνἀλληλοσπαραγμὸ καὶ στὴν ἀπόγνωση;

Θύτες, Θύματα,  λεύθεροι; Ἂν ναί, τότε καλούμεθα, εἴτε νὰ συνεργήσουμε συνειδητὰ μὲ τὸν «θεὸ» αὐτόν, ἐπιφέροντας τὴν «φρίκη» του στὴν ζωὴ τῶν ἄλλων· εἴτε νὰ ὑποταχθοῦμε ἀδιαμαρτύρητα σ’ αὐτόν, ἀποδεχόμενοι μοιρολατρικὰ τὴν «φρίκη» του στὴν δική μας ζωή. Σύμφωνα, ὅμως,  μὲ τὴν Ὀρθόδοξη ΠατερικὴΠαράδοση, καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἐπιλογὲς ἀπαιτοῦν νὰ ἐκδιώξουμε  ατοβούλως ἀπὸτὴν καρδιά μας τὸν Προσωπικὸ Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸ Μέγα Ἔλεός Του, καὶ νὰἀπεμπολήσουμε ατοβούλως ἀπὸ τὴν ψυχή μας, καὶ ἀπὸ τὴν ζωή μας, τὸπολυτιμώτερο δῶρο Του: τὴν λευθερία μας.

__________________________

(i).-Όλα τα πλάγια στοιχεία ανήκουν στο “ταξιδογράφημα” «Ταξιδεύοντας-Αγγλία», και ακολουθούν την ορθογραφία και την στίξη του βιβλίου-προσφοράς της εφημερίδας. Όλες οι υπογραμμίσεις και τά έντονα στοιχεία είναι δικά μας.

(ii).- Το Γίν και το Γιάνγκ συμβολίζουν, αντιστοίχως, «τον πατέρα και την μητέρα τηςμεταβολής και της μεταμόρφωσης, την αρχή και το τέλος της ζωής και του θανάτου και την πηγή της μυστικής κίνησης φωτός και σκότους». Συμβολίζουν, επίσης, τοαδιαχώριστο αντιθετικό ζεύγος δυνάμεων, «η αντίθεση των οποίων δεν νοείται απόλυτα,ούτε ως πάλη του καλού και του κακού, αλλά μάλλον ως διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων». Βλ. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Τόμος «ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ».

(iii).-«H σταθερότητα και το αμετακίνητο στην αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας (Logosnost) του κόσμου χαρακτηρίζει τους αγγέλους και τους αγίους. Πλήρης απουσία αυτής της αισθήσεως και της επιγνώσεως χαρακτηρίζει τους δαίμονες και τους ανθρώπους τους πωρωμένους στο κακό. Αμφιταλάντευση σ’ αυτή την αίσθηση είναι ο κλήρος των ολιγόπιστων ανθρώπων. O παράδεισος συνίσταται στην σταθερή και αμετακίνητη αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας του κόσμου που δημιουργήθηκε από τον Θεό Λόγο. O διάβολος γι’ αυτό είναι διάβολος, γι’ αυτό ολοκληρωτικά και αιώνια αρνείται την λογικότητα και λογική στον κόσμο». Ιουστίνος Πόποβιτς, †Aρχιμανδρίτης, Oδός Θεογνωσίας, Eκδόσεις Γρηγόρη, Aθήνα 1985.

(iv) ορ. 10, 20 («ό,τι θυσιάζουν οι ειδωλολάτρες, τα θυσιάζουν στα δαιμόνια, και όχι στον Θεό»).

(v) νοεί τον Τζένγκινς Χάν (1154-1227), αρχηγό των Τατάρων και ιδρυτή της πρώτης μογγολικής αυτοκρατορίας, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε θεία αποστολή να κατακτήσει τον κόσμο.

Advertisements

Μία φλογέρα που έγινε άρπα

να

Γράφει ο Κώστας Παναγόπουλος, costasp247@gmail.com

 

 

15 χρονώ. «Ήμουν μικρός». Έτσι, δε λέμε οι περισσότεροι; Όμως, κι εκείνος εκειδά, μήπως δεν ήτανε μικρός;

 

Ήταν βοσκός. Τον έλεγαν Στάνκο. 15 χρονώ παιδάκι στα πρόβατα και στα λιβάδια.

 

Πηγαίνουν οι Τούρκοι, βουτάνε από τον σβέρκο το παιδί και το στοίβουνε χάμω να προδώσει.

 

«Που είναι, ρε, οι καλόγεροι; Που κρύβονται;».

Ούτε που καταδέχτηκε ο μικρός να καταδώσει τους πατέρες. «Ρε, θα σου τσεκουρώσουμε τα χέρια! Θέλουμε τους καλογέρους!». Τίποτε ο μικρός. «Είμαι χριστιανός».

 

 

Βοσκός – αλλά, επίκουρος καθηγητής γενεών και θυσιών. 15 χρονώ – αλλά, στη θυσία εβδομήντα.

 

Του τσεκούρωσαν τα χέρια στεγνά, κοφτά και δίχως οίκτο. Οι χείρες του υπάρχουν έως σήμερα στη χώρα της Σερβίας, όπου υψώνεται όμορφος ναός του Αγίου Στάνκο του Βοσκού.

 

Έδωσε τα χέρια του, τη ζωή του, για να μην καταδώσει τους πατέρες. Δεν κράτησε ξανά τη φλογέρα του. Θα κρατάει εις τους αιώνες άρπα ενώπιον του Θρόνου του Κυρίου μας.

 

 

ΤΟΥΡΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ… ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ… ΑΝΑΒΕΙ ΚΕΡΙΑ ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ.

1280x720-mu6Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης

Άλλο ένα «κρούσμα» ανωτάτου κυβερνητικού λειτουργού της τουρκικής κυβέρνησης με «φιλοχριστιανικές» τάσεις, αναδεικνύει η περίπτωση του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης, Beşir Atalay, ο οποίος παρά τις αυστηρές εντολές του Ισλάμ ότι είναι μεγάλη αμαρτία να επισκέπτεσαι για να προσευχηθείς χριστιανικό ναό και κυρίως να ανάψεις κερί αναπέμποντας ευχή , τολμά και μάλιστα δημόσια να επισκέπτεται μοναστήρια και ανάβει κεριά σε εκκλησίες.

Ο Beşir Atalay φωτογραφήθηκε πριν από δυο χρόνια μαζί με την σύζυγο του Ερντογάν, την Εμινέ Ερντογάν, να βρίσκεται σε χριστιανική εκκλησία και να παρακολουθεί Θεια λειτουργία ενώ φωτογραφήθηκε την ώρα που άναβε ένα κερί κάνοντας μια ευχή.

hqdefault

Ο ίδιος πριν από λίγα χρόνια είχε επισκεφτεί το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα στην Καρπασία της βόρειας κατεχόμενης Κύπρου και αφού προσκύνησε και εξέφρασε τον μεγάλο του σεβασμό προς τον ιερό αυτό χώρο που κάποιοι ισλαμιστές θέλουν να τον κρατούν κλειστό, άναψε και ένα κερί προσευχόμενος.

Ο Beşir Atalay είναι ακαδημαϊκός και θεωρείται από τα πιο μορφωμένα μελη της τουρκικής κυβέρνησης, σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες και διατέλεσε μέλος της τουρκικής επιτροπής της UNESCO.

Φυσικά μόνο αυτά τα λίγα γιατί τα… υπόλοιπα απαγορεύονται στην Τουρκία. Ο νοών νοείτο!

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
http://www.nikosxeiladakis.gr

Ένα παιδί γράφει γράμμα στον Θεό


Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

π. Δημητρίου Μπόκου

Ο άγιος Νεκτάριος, όταν ήταν μικρό παιδί, ήταν πολύ φτωχός. Γεννήθηκε στη Συληβρία της Ανατολικής Θράκης το 1846. Γονείς του ήταν ο Δήμος και η Βασιλική (Μπαλού) Κεφαλά. Ήταν το πέμπτο παιδί από έξι αδέλφια. Το όνομά του ήταν Αναστάσιος (Νεκτάριος ονομάστηκε όταν έγινε διάκονος). Η οικογένειά του ήταν πάμφτωχη, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Έτσι σε ηλικία 14 ετών ο Αναστάσιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να δουλέψει και να πάει στο Γυμνάσιο.

Τα πρώτα χρόνια εκεί ήταν πολύ δύσκολα. Βρήκε εργασία σε έναν έμπορο καπνών, αλλά εκείνος δεν τον πλήρωνε καλά. Μερικές φορές μάλιστα τον έδερνε κιόλας. Με τον καιρό τα παπούτσια του τρύπησαν και τα ρούχα του πάλιωσαν πολύ. Δεν μπορούσε να αγοράσει καινούργια. Δεν έχανε όμως την πίστη του στον Θεό και προσευχόταν πολύ, γιατί μόνο εκεί εύρισκε δύναμη και παρηγοριά.

Βλέποντας ότι το αφεντικό του έγραφε γράμματα σε διαφόρους και λάβαινε απαντήσεις, σκέφτηκε, μέσα στην αθωότητά του να γράψει κι αυτός μια επιστολή, για να περιγράψει τα πολλά του προβλήματα. Δεν ήθελε όμως να τη στείλει στη μητέρα του, για να μην στενοχωριέται και κλαίει. Έτσι σκέφτηκε να τη στείλει απ’ ευθείας στον Χριστό, για να του πει τις μεγάλες ανάγκες που είχε. Πήρε λοιπόν χαρτί και μολύβι και έγραψε:

«Χριστούλη μου, δεν έχω παπούτσια και ρούχα.

Στείλε μου τα Σε παρακαλώ.

Ξέρεις πόσο Σε αγαπώ.

Αναστάσιος».

Έκλεισε το γράμμα και στον φάκελο απ’ έξω έγραψε:

«Προς

Κύριον Ιησού Χριστό

στον παράδεισο».

Ενώ πήγαινε να ταχυδρομήσει το γράμμα του, συναντήθηκε στον δρόμο με τον έμπορο ενός γειτονικού καταστήματος. Ο έμπορος αυτός γνώριζε τον Αναστάσιο, ήξερε τα βάσανα που περνούσε από το σκληρό αφεντικό του και τον συμπαθούσε πολύ για τον καλό του χαρακτήρα. Τον ρώτησε λοιπόν πού πηγαίνει και ο Αναστάσιος του εξήγησε ότι πάει να ρίξει ένα γράμμα στο ταχυδρομείο.

–  Δώσε το σε μένα να το ταχυδρομήσω, γιατί εκεί πάω κι εγώ τώρα, είπε ο έμπορος.

Ο Αναστάσιος του εμπιστεύτηκε την επιστολή του και γύρισε στη δουλειά του χαρούμενος. Κάποια στιγμή ο έμπορος έριξε μια ματιά στο γράμμα και, βλέποντας ότι ο Αναστάσιος το έστελνε στον Χριστό, παραξενεύτηκε, αλλά και συγκινήθηκε. Έτσι λοιπόν άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Γεμάτος συγκίνηση έβαλε μερικά χρήματα σε ένα φάκελο και τον έστειλε ανώνυμα στον μικρό Αναστάσιο, που πέταξε απ’ τη χαρά του και ευχαρίστησε θερμά τον Θεό για την απάντηση αυτή.

Το αφεντικό του είδε μετά από λίγες μέρες τον Αναστάσιο με καινούργια ρούχα. «Θα έκλεψε χρήματα από το ταμείο μου για να τα αγοράσει», σκέφτηκε. Άρχισε λοιπόν να τον χτυπάει. Αλλά ο Αναστάσιος φώναζε:

–  Δεν έχω κλέψει ποτέ στη ζωή μου. Ο Χριστός μού έστειλε τα χρήματα. Μη με χτυπάς!

O καλός έμπορος που τον είχε βοηθήσει, είδε τί γινόταν και ζήτησε να πάρει τον Αναστάσιο στη δική του δούλεψη. Είχε επιπλοποιείο. Εκεί τα πράγματα άλλαξαν εντελώς. Ο μικρός Αναστάσιος εργαζόταν λιγότερες ώρες και είχε χρόνο να διαβάζει (ιδιαίτερα την Αγία Γραφή), και να πηγαίνει στο σχολείο και στην Εκκλησία. Σιγά-σιγά έφερε και την υπόλοιπη οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη, για να ζήσουν όλοι καλύτερα. Έμεινε στην Πόλη 7 χρόνια και, 20 ετών πλέον, πήγε στη Χίο να εργασθεί ως δάσκαλος.

Εσύ πιστεύεις στον Χριστό σαν τον άγιο Νεκτάριο; Ή μήπως μαθαίνεις [ή σε μαθαίνουν] να εμπιστεύεσαι μόνο την τετράγωνη «σωστή» λογική σου; Μην ξεχνάς: Ο Θεός βρίσκεται στον κόσμο, ανάμεσά μας. Και μας βοηθάει με τα πολλά του χέρια που έχει εδώ: τα πιστά του παιδιά.

Τώρα που είσαι παιδί, μάθε να τον ψάχνεις κι εσύ σαν τον Άγιο Νεκτάριο. Αν τον βρήκε εκείνος, γιατί να μην το βρεις κι εσύ;

Δεν θα ’θελες κι εσύ να γίνεις άγιος; Υπάρχει τίποτε ανώτερο από αυτό να επιθυμήσεις στη ζωή σου;

9 Νοεμβρίου 2017

Εορτή Αγίου Νεκταρίου

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820-25861/23075/6980 898 504

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟ Δ΄

20

Βασίλειος Γ. Βοξάκης, Θεολόγος καθηγητής

          Ο Άγιος Νεκτάριος ζούσε αληθινά εν Χριστώ. Επιδίωξη και προσευχή του ήταν να εφαρμόζει διαρκώς τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. 2, 20) Όμως η εν Χριστώ ζωή προξενεί το φθόνο και το μίσος και κατά συνέπεια και το διωγμό, όπως ο ίδιος ο Κύριος μας είχε προειδοποιήσει: «Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν». (Ιω. 15,20) Ως γνήσιος μαθητής και ακόλουθος του Χριστού ο Άγιος Νεκτάριος δεν ήταν δυνατόν και εκείνος να μην επιφέρει κατ’ επάνω του τη μήνη και τις συκοφαντίες των ανθρώπων που ήταν γνήσιοι μαθητές όχι του Χριστού, αλλά του εωσφόρου. Ας μην ξεχνάμε ότι η ζωή των Αγίων είναι η ζωή του Χριστού επαναλαμβανόμενη, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς στο κλασικό βιβλίο του «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος».

 

         Ο φθόνος των άλλων πολλές φορές λειτουργεί και θετικά για τον φθονούμενο άνθρωπο, αν μπορέσει να τον χρησιμοποιήσει με πνευματικό τρόπο. Όπως το μέταλλο του χαρακτικού εργαλείου όσο χτυπάει και σκαλίζει το μέταλλο του χρυσού τόσο αυτό αποκτάει σχήμα, στολισμό και γίνεται τελειότερο. Έτσι κι ο Άγιος Νεκτάριος αντιμετώπισε πολλές φορές στη ζωή του το φθόνο, τη συκοφαντία, την αδικία, την περιφρόνηση. Χιλιάδες χτυπήματα, πολλές φορές κι από εκεί που δεν το περίμενε, από ψευδαδέλφους Χριστιανούς. Όμως αντί αυτά να κάμψουν το ηθικό του αντιθέτως με τη Χάρη του Θεού, «τα κοπανίσματα και τα σφυροκοπήματα» αυτά τον έκαναν να λάμπει όλο και περισσότερο. Ο ίδιος ο Άγιος Νεκτάριος έλεγε ότι ο πόνος είναι το δακτυλίδι που προσφέρει ο Κύριος στους εκλεκτούς του. Υπέμεινε μέχρι τέλους και «Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται». (Μτθ. 10,22)

Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Δ΄ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΣΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

            Ανήμερα Χριστούγεννα του 1869 εκοιμήθει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικάνωρ. Στις Πατριαρχικές εκλογές που ακολούθησαν ο Αγιορείτης Αρχιμανδρίτης Νείλος ο Εσφιγμενίτης έλαβε 5449 ψήφους, σχεδόν ισοψηφήσας με τον Μητροπολίτη Δέρκων Νεόφυτο που έλαβε 5445 ψήφους. Όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αναγνώρισε την εκλογή του Νείλου ως Αλεξανδρείας, διότι το πρόσωπο αυτό είχε ήδη καθαιρεθεί από τη Μεγάλη Εκκλησία. Ο πρώτος επιλαχών, Νεόφυτος, σταθμίσας τα κρίσιμα ζητήματα που ταλάνιζαν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εκείνη την εποχή (Εθνικοί Κανονισμοί, Μοναστηριακό, Βουλγαρικό σχίσμα, Σιναϊτικό, Αλεξανδρινό) και πιστεύοντας ότι θα προσφέρει περισσότερα παραμένοντας κοντά στην Κωνσταντινούπολη δεν αποδέχθηκε την εκλογή του. Όταν μαθεύτηκε αυτό στην Αλεξάνδρεια, προκάλεσε «μεγάλην λύπην σύμπαντος του χριστιανικού πληθυσμού αυτής»1

          Αντ’ αυτών εξελέγει στις 30 Μαΐου 1870, από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιος ο Γ΄, ο οποίος διατελούσε σχολάζων στην Πρίγκηπο από το 1866.2Αυτή η παρέμβαση δεν αποτελούσε μια ασυνήθιστη  ενέργεια, καθώς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ήδη από τον 17ο αιώνα, λόγω της δεινής θέσεως που είχε περιπέσει το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, εξαιτίας της ισλαμικής καταπιέσεως, εξέλεγε εκείνο τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Όμως αυτή την πρακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου είχαν ήδη αρχίσει να αμφισβητούν ανοικτά, αλλά και στην πράξη, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Αιγύπτου από το 1845 και εξής, δηλαδή από τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιεροθέου Α΄.3 Έλπιζε και προσδοκούσε  η Σύνοδος, ότι ο Σωφρόνιος, ο οποίος είχε επιδείξει αξιόλογο ποιμαντικό έργο σε όποια εκκλησιαστική θέση κι αν του είχε ανατεθεί στο παρελθόν, θα βοηθήσει το χειμαζόμενο, χρεωμένο και διχασμένο Αλεξανδρινό Πατριαρχείο. Και όντως δεν διαψεύσθηκε. Μόνο αρνητικό στοιχείο, που όμως θα μπορούσε να καταλογισθεί στην επιλογή αυτή ήταν, το ότι ο Σωφρόνιος ήδη διένυε την έβδομη δεκαετία της ζωής του. Αυτό προφανώς δεν έβλαψε το σύνολο του έργου του, αλλά  επηρέασε κάποιες πτυχές του, όπως αυτό ξεκάθαρα φάνηκε και στην περίπτωση της διώξεως του Αγίου Νεκταρίου.

Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

 ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟ

          Όταν το 1866 ο Άγιος Νεκτάριος έφθασε στη μυροβόλο Χίο, ο Σωφρόνιος είχε ήδη από το 1855 πάψει να είναι Μητροπολίτης Χίου, μετατεθείς στη Μητρόπολη Αμασείας. Στο νησί όμως το πέρασμά του είχε αφήσει μνήμη αγαθή. Ο Άγιος Νεκτάριος και ως δάσκαλος στο Λιθί, αλλά πολύ περισσότερο ως μοναχός στη Νέα Μονή πολλές φορές άκουγε να μνημονεύεται το όνομα του Σωφρονίου από τους ντόπιους με επαινετικά λόγια.

          Ο Άγιος φοίτησε στο Γυμνάσιο της Χίου, αλλά λόγω του επισυμβάντος στο νησί μεγάλου σεισμού το 1881 πήρε το απολυτήριο του Γυμνασίου από το Βαρβάκειο Κλασικό Γυμνάσιο Αθηνών. Στις σπουδές του τον συνέδραμαν οικονομικά οι πλούσιοι Χιώτες Ιωάννης και Δημοσθένης Χωρέμης, οι οποίοι εκτίμησαν το ήθος και τη φιλομάθειά του. Όταν ο Άγιος Νεκτάριος φανέρωσε στον Ιωάννη Χωρέμη τη σφοδρή του επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, αυτός τον συμβούλευσε να ζητήσει και την υποστήριξη του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Τον Σωφρόνιο ο Ι. Χωρέμης τον γνώριζε όχι μόνο από τον καιρό που αυτός ήταν Μητροπολίτης Χίου, αλλά και ως Πατριάρχη Αλεξανδρείας, αφού ο Χωρέμης επί πολλά έτη ζούσε και δραστηριοποιούνταν εμπορικά και με μεγάλη επιτυχία στο χώρο της Αιγύπτου.4 Μάλιστα του έδωσε και συστατική επιστολή προς τον Σωφρόνιο, η οποία δεν υπήρξε η μόνη. Συστατικές επιστολές του έδωσαν επίσης ο εκ Νέας Μονής Χίου τιτουλάριος Επίσκοπος Σιών Γρηγόριος Φωτεινός και ο Κωνσταντίνος Πρώιος, ο οποίος υπήρξε καθηγητής του στο Γυμνάσιο της Χίου. Αλλά και ο ηγούμενος της Νέας Μονής Νικηφόρος, στην οποία εγκαταβιούσε ως ιεροδιάκονος ο Άγιος,5 σύνταξε ιδιαιτέρως επαινετική επιστολή προς τον Σωφρόνιο. Τόσο ο αριθμός των συστατικών επιστολών, αλλά και το κύρος των προσώπων που τις υπέγραψαν αποτελεί τρανή απόδειξη της μεγάλης εκτιμήσεως που έτρεφε η χιακή κοινωνία για τον Νεαμονίτη ιεροδιάκονο Νεκτάριο.

          Με τις τέσσερις αυτές επιστολές στο θυλάκιό του και πολλή αγωνία στην ψυχή ο Άγιος ταξίδεψε τον Ιούλιο του 1881στην Αλεξάνδρεια. Ο γέροντας Πατριάρχης στην πρώτη του αυτή συνάντηση με τον άγνωστο σ’ αυτόν μοναχό από τη Χίο, τον «ζύγισε» από πάνω μέχρι κάτω με το διερευνητικό, αλλά και φιλύποπτό του βλέμμα. Όμως η σεμνότητα και η σωφροσύνη που απέπνεε ο νεαρός αυτός κληρικός, καθώς και οι συστάσεις που τον συνόδευαν, τον ώθησαν πάραυτα να λάβει τη σχετική απόφασή του. Θα ενίσχυε οικονομικά τον Νεκτάριο Κεφαλά κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Όμως υπό έναν όρο: μετά τη λήψη του πτυχίου του ο Ιεροδιάκονος Νεκτάριος όφειλε να υπηρετήσει στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το οποίο συστηματικά μαστιζόταν από λειψανδρία και ιδίως από θεολογικά καταρτισμένους. Και δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Σωφρόνιος θα βοηθούσε νέους συνανθρώπους του να μορφωθούν.6 Ο Χίος εκκλησιαστικός ιστορικός Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ανδρεάδης γράφει σχετικά ότι ο Σωφρόνιος: «…παιδεύων πολλούς νέους ιδίαις δαπάναις ανέδειξεν αυτούς χρήσιμα μέλη της Εκκλησίας και του Έθνους…»7

          Πράγματι ο Άγιος Νεκτάριος ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή στις 4 Νοεμβρίου 1881. Όμως η οικονομική βοήθεια που υποσχέθηκε ο Σωφρόνιος σπανίως του παρεχόταν. Γιατί το Πατριαρχείο δεν είχε ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που το περιέσφιγγαν από την προ Σωφρονίου εποχή, τα οποία παροδικά αυξήθηκαν το 1882 με την επανάσταση του συνταγματάρχη Αχμέτ Αραμπί μπέη. Ευτυχώς, ύστερα από παρότρυνση του αγιασμένου Γέροντα Παχωμίου της Μονής των Αγίων Πατέρων,8 ο Χωρέμης συνέχισε  να του παρέχει οικονομική στήριξη, η οποία σε συνδυασμό με την υποτροφία Αντωνίου Παπαδάκη κατέστησαν δυνατή την συνέχιση των σπουδών του.

          Ο Άγιος Νεκτάριος έλαβε το πτυχίο του Θεολόγου στις 13 Νοεμβρίου του 1885 και, όπως είχε υποσχεθεί, ταξίδεψε αμέσως προς την Αίγυπτο. Αν και θα μπορούσε να προφασισθεί ότι αφού το Πατριαρχείο δεν υπήρξε συνεπές στην καταβολή του επιδόματος κι ο ίδιος με τη σειρά του δεν δεσμεύεται από τη διαβεβαίωση που έδωσε. Όμως ένας άνθρωπος με τέτοιο φιλότιμο και ευσυνειδησία σαν τον Άγιο Νεκτάριο ούτε καν διανοούνταν να σκεφθεί κάτι τέτοιο.

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1885 ΕΩΣ ΤΟ 1889

          Μόλις τέσσερις μήνες είχαν περάσει από τότε που ο προλύτης της Θεολογίας ιεροδιάκονος Νεκτάριος πάτησε το πόδι του στη χώρα του Νείλου και αυτοί στάθηκαν αρκετοί για να πείσουν τον Πατριάρχη Σωφρόνιο ότι ήταν ήδη έτοιμος και άξιος για να χειροτονηθεί στον δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης. Η χειροτονία του έγινε την Κυριακή 23 Μαρτίου 1886 στον μεγαλοπρεπή Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου στην Αλεξάνδρεια και μάλιστα από τον ίδιο τον Πατριάρχη.

           Ο Άγιος Νεκτάριος πλέον ως ιερέας αναδείχθηκε άοκνος εργάτης στον αμπελώνα του Κυρίου. Το ήθος, η ευφυΐα, η ευφράδεια και η πολυμάθειά του, σε συνδυασμό με το πτυχίο της Θεολογίας – προσόν αρκετά σπάνιο για την εποχή αυτή – ώθησαν τον Πατριάρχη Σωφρόνιο στην απόφαση ότι σ’ ένα τέτοιο κληρικό είναι δίκαιο να απονεμηθεί το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις 6 Αυγούστου 1886 με Πατριαρχική εντολή ο Μητροπολίτης Νουβίας κατέστησε τον πρεσβύτερο Νεκτάριο σε Αρχιμανδρίτη. Τοποθετήθηκε στον επιφανέστερο των ναών του Καΐρου, το Ναό του Αγίου Νικολάου. Παράλληλα με τα εφημεριακά καθήκοντα ο Σωφρόνιος του ανέθεσε και καθήκοντα ιεροκήρυκα και εξομολόγου. Ταυτόχρονα θα εκτελούσε και χρέη γραμματέα του Πατριαρχείου. Τον Οκτώβριο του 1886 νέα τιμή του επιφυλάσσει ο Σωφρόνιος. Τον χειροθετεί Μέγα Αρχιμανδρίτη και τον ορίζει Πατριαρχικό Επίτροπο Καΐρου.

          Μέσα σε τρία περίπου χρόνια η εκκλησιαστική δράση του Μεγάλου Αρχιμανδρίτου Νεκταρίου ήταν τόσο πολύπλευρη, καρποφόρα και υποδειγματική που προξένησε τον θαυμασμό και την εκτίμηση κάθε καλοπροαίρετου. Τράβηξε όμως την προσοχή και τον ανομολόγητο θαυμασμό που μετατράπηκε σε έχθρα και δαιμονική κακία των πονηρών κληρικών και λαϊκών, που από τότε άρχισαν να προετοιμάζουν τα «καρφιά» της «σταυρώσεώς» του.

                   Όπως χαρακτηριστικά είπε ο Αγιορείτης Γέροντας Ιωσήφ Σπηλιώτης :«Εκείνο το οποίο εχαρακτήριζε πάντοτε αυτό τον ουρανομήκη φωστήρα της Εκκλησίας μας ήτο ότι από τη μικρή του ηλικία επερίσευσε μέσα του η αγάπη προς τον πλησίον και η πίστι προς τον Θεό…. Και η μεγάλη του δράση ήταν ότι δεν υπεχώρησε ούτε στο παραμικρό, αλλά όλες του τις δυνάμεις τις διέθετε συνεχώς στο στηριγμό της Εκκλησίας»9.

         Στο διάστημα αυτό συνέγραψε πέντε συγγράμματα, τα οποία τυπώθηκαν στην Αλεξάνδρεια, καθώς και πολλά θεολογικά άρθρα, τα οποία δημοσιεύονταν σε εφημερίδες της ελληνικής παροικίας όπως ο«Τηλέγραφος». Αυτά επιδοκιμάζονταν από το αναγνωστικό κοινό . Όπως ο ίδιος γράφει σε επιστολή του:«ήρεσεν εις πάντας και εις αυτόν τον Πατριάρχην»10.

Στις 29 Ιουνίου 1889 εορτάσθηκαν στην Αλεξάνδρεια με λαμπρότητα τα πενήντα έτη από τη χειροτονία του Σωφρονίου σε Αρχιερέα και στις σχετικές εκδηλώσεις ο Άγιος Νεκτάριος συμμετείχε ενεργά εκφράζοντας και μ’ αυτό τον τρόπο την ευγνωμοσύνη του προς τον πνευματικό του πατέρα.

          Όσο περνούσαν οι μήνες τόσο περισσότερο αναπαυόταν η συνείδηση του Σωφρονίου ότι δεν είχε κάνει λάθος στην επιλογή του να υποστηρίξει εκείνον τον φτωχοντυμένο καλόγερο, τον Νεκτάριο, από την παλιά του Μητρόπολη, τη Χίο. Αυτόν τον σχεδόν συντοπίτη του, αφού ο Άγιος ήταν γεννημένος στη Σηλυβρία της Ανατολικής  Θράκης, και εκείνος  στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν δε αποφασισμένος να τον αναβιβάσει και στον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης, αφού συνειδητοποιούσε ότι έχει και την κλήση από τον Θεό και την έξωθεν καλή μαρτυρία κοντά στα τυπικά προσόντα. Την αφορμή γι’ αυτό έδωσε ο αιφνίδιος θάνατος του τιτουλάριου Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νείλου στη θέση του οποίου αποφάσισε να τοποθετήσει τον Μέγα Αρχιμανδρίτη Νεκτάριο.

          Στον Κώδικα 66 του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, και συγκεκριμένα στη σελίδα 394, βρίσκεται χειρόγραφα καταχωρημένη  η Πράξη εκλογής του νέου Μητροπολίτου Πενταπόλεως , με καλλιγραφικά γράμματα κατά την συνήθεια της εποχής, καλύπτουσα σχεδόν όλη την εν λόγω σελίδα. Μεταξύ άλλων γράφει τα εξής : «προτροπή και αδεία του Παναγιωτάτου και Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας και πάσης της Αφρικής»  συγκεντρώθηκαν στον ναό του Αγίου Νικολάου Καΐρου, πλην του ιδίου, ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Κερκύρας Αντώνιος Χαριάτης και ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος Μαρούδας και προέβησαν στην εκλογή του νέου Μητροπολίτου Πενταπόλεως. Τρία ονόματα αποτέλεσαν το λεγόμενο τριπρόσωπο, δηλαδή τους τρεις υποψηφίους εκ των οποίων θα επιλεγόταν ο νέος Πενταπόλεως. Ο προαναφερθείς κώδικας εξιστορεί τη διαδικασία ως εξής:

«Πρώτον μεν … τον οσιολογιώτατον εν ιερομονάχοις και Αρχιμανδρίτην κυρ Νεκτάριον Κεφαλάν. Δεύτερον μεν τον οσιότατον  εν ιερομονάχοις κυρ Χρύσανθον και τρίτον τον οσιότατον εν ιερομονάχοις κυρ Παΐσιον, ων και τα ονόματα κατεχωρήθησαν εν τούτω τω ιερώ Κώδικι του αγιωτάτου Αλεξανδρείας θρόνου εις διηνεκή την ένδειξιν. Εν έτει σωτηρίω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ  ογδοηκοστώ εννάτω κατά μήνα Ιανουάριον επινεμίσεως  Β΄. Επί των άνω ειρημένων τριών υποψηφίων εψηφίσθη Μητροπολίτης Πενταπόλεως ο Νεκτάριος Κεφαλάς κατά διαδοχήν του προαποβιώσαντος Νείλου…»

          Στον ίδιο Κώδικα ακριβώς από κάτω από την Πράξη εκλογής του νέου Πενταπόλεως, βρίσκεται καταγεγραμμένη και η Πράξη χειροτονίας του Αγίου Νεκταρίου σε Μητροπολίτη Πενταπόλεως :
«Σήμερον τη 15 Ιανουαρίου του 1889 σωτηρίου έτους, ημέρα Κυριακήν, συνεπεία του ανωτέρω υπομνήματος, ιερουργήσαντες Πατριαρχικώς εν τω ιερώ Ναώ του Αγ. Νικολάου μετά δύο Αρχιεπισκόπων, του τε πρώην Κερκύρας Αντωνίου Χαριάτη και Σιναίου Πορφυρίου, προεχειρίσαμεν τον εν Ιερομονάχοις Αρχιμανδρίτην Νεκτάριον Καφαλάν εις Μητροπολίτην της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως, την δε Πατριαρχικήν ημών ταύτην πράξιν κατεχωρήσαμεν εν τώδε τω ιερώ ημών Κώδικι εις διηνεκή την ένδειξιν.

+ Ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος»

          Την ίδια αξιέπαινη δράση, που είχε επιδείξει ως Αρχιμανδρίτης, συνέχισε και ως Αρχιερέας ο Άγιος Νεκτάριος, μην υπολογίζοντας ούτε κόπους ούτε ταλαιπωρίες ούτε απολαβές ούτε επαίνους, αλλά έχοντας πάντα στραμμένο το βλέμμα του στον Κύριο, τον κατεξοχήν Καλό Ποιμένα και το απολωλός πρόβατο που φέρει επί των ώμων Του. Αν και ουσιαστικά ήταν άμισθος, αφού «ένεκα οικονομικών δυσχερειών»11 ποτέ κατά τη διάρκεια των δεκαέξι μηνών από τη χειροτονία του σε αρχιερέα δεν του καταβλήθηκαν χρήματα, αυτό δεν έκαμψε τον ζήλο του. Και «ήτο τα μέγιστα ευχαριστημένος ο Πατριάρχης εκ του αγίου Πενταπόλεως, διότι και ρέκτης και δραστήριος εδείχθη»12.

ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΩΝ ΥΠΟΚΡΥΠΤΟΜΕΝΩΝ ΟΠΙΣΘΕΝ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΔΙΩΚΤΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

          Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο μακαριστός πατήρ Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης: «Αλλ’ ο δημιουργός της κακίας, εχθρός ο φθονήσας και τον Πρωτόπλαστον εν τω Παραδείσω της δόξης, δεν ήργησε να φανή, και οι σπείροντες τα ζιζάνια έτοιμοι προς επίθεσιν εναντίον του Αγίου Πατρός»13. Ημέρα με την ημέρα μεγάλωνε η αγάπη του κόσμου για τον άξιο ιεράρχη, που κοσμούσε με το έργο του την ένδοξη, αλλά και ταλαιπωρημένη Εκκλησία που ίδρυσε ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Αλλά ημέρα με την ημέρα φούσκωνε σαν αγριεμένη θάλασσα, που ζητούσε να τον καταποντίσει, ο φθόνος και το μίσος όσων σύγκριναν τη δική τους πνευματική αθλιότητα με την Αγιότητα του Νεκταρίου. Θέριευε μέσα τους η ανησυχία και ο φόβος για τη συνεχή ανοδική πορεία του. Η αγάπη και η αφοσίωση των πιστών σε συνδυασμό με την εκτίμηση που του είχε ο γέροντας Σωφρόνιος, κάποια στιγμή – και ίσως δεν ήταν μακριά – να τον οδηγούσε να πατήσει τα σκαλοπάτια του Πατριαρχικού θρόνου. Τότε οι δικές τους φιλοδοξίες γι’ αυτόν τον θρόνο θα έσβηναν σαν βραδινό όνειρο. Χρόνια τώρα γι’ αυτό αγωνίζονταν, αυτό προσδοκούσαν, γι’ αυτό έδιναν και έπαιρναν υποσχέσεις. Άφησαν λοιπόν τις μεταξύ τους διχόνοιες και διαμάχες προκειμένου να επιτύχουν την εξόντωση του ανίδεου αντιπάλου τους. Μαζί τους συμμάχησαν και αυτοί που δεν είχαν προσωπικές βλέψεις για την Πατριαρχική θέση. Αυτοί ενοχλούνταν από το ήθος, την ασκητική ζωή και τη φιλανθρωπική δράση του Πενταπόλεως. Για κανένα λόγο δεν ήθελαν για Προϊστάμενό τους έναν άνθρωπο που αποστρεφόταν το ψεύδος, αηδίαζε με τους κόλακες και δεν ανεχόταν ηθικές παρεκτροπές. Όλοι αυτοί μαζί σύμπηξαν τη δική τους «Ιερά Συμμαχία» και ως αρχή τους είχαν το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Οι συκοφάντες του μεθοδικά με έντεχνο, πλάγιο, αλλά και πειστικό τρόπο κατηγόρησαν τον Πενταπόλεως με τις εξής συκοφαντικές κατηγορίες:

α) δημιουργία εκκλησιαστικής φατρίας από οπαδούς του, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να απαιτήσουν την άμεση παραίτηση του Σωφρονίου λόγω γήρατος από το θρόνο και την άνοδο του Νεκταρίου σ’ αυτόν,

β) αχαριστία έναντι του ευεργέτη του και πνευματικού του πατέρα,

γ) ύπαρξη φημών για ηθικές παρεκτροπές.

          Άλλα κίνητρα και έργα όμως είχε ο Άγιος Νεκτάριος στη ζωή του, που ήταν αδύνατον να γίνουν αντιληπτά από τους συκοφάντες του, διότι αυτά ήταν πνευματικά. Όλη του η πολυσχιδής δραστηριότητα κίνητρο είχε την αγάπη προς τον Χριστό και την αγάπη προς τον πλησίον. Και οι διώκτες του ως ιερωμένοι θα είχαν ίσως διαβάσει το παρακάτω απόσπασμα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, όμως μόνο ο Άγιος Νεκτάριος το εφάρμοζε στην πράξη: «Όλος ο σκοπός των εντολών του Σωτήρα είναι να ελευθερώσουν το νου από την ακρασία και το μίσος, και να τον φέρουν στην αγάπη Αυτού και του πλησίον»14.

         Ανάλωνε τον εαυτό του ως λαμπάδα καιώμενος για να σκορπίσει φως Χριστού στον κόσμο. Καλλώπιζε ναούς, συνέγραφε θεολογικά συγγράμματα, λειτουργούσε, κατηχούσε, νουθετούσε, συμπαραστεκόταν στον ανθρώπινο πόνο, βοηθούσε φτωχούς κλπ., όχι όμως με κάποιον υστερόβουλο στόχο. Δυστυχώς όμως ο φθόνος, το τρομερό αυτό «σαράκι» της ψυχής, κατέτρωγε αρκετούς συνανθρώπους του, ακόμα και ιερωμένους. Με τις δικές τους διεστραμμένες και νοσηρές αξίες, που ήταν ο υλισμός, η αρχομανία και ο φθόνος αδυνατούσαν να αντιληφθούν τα άδολα κίνητρα των πράξεών του. Πρόβαλαν τον δικό τους αρρωστημένο εσωτερικό κόσμο στο αγνό πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Ο φθόνος τους και η κακία τούς έπειθαν ότι όλοι είναι σαν κι αυτούς. Ως γνήσιοι «Φαρισαίοι» δεν διανοούνταν ότι μπορεί να υπάρξουν καλύτεροι από τους ίδιους και άνθρωποι που να ενεργούν με ανιδιοτέλεια και ανυπόκριτη αγάπη.

          Έτσι κατηγόρησαν τον Άγιο Νεκτάριο γι’ αυτά που ουσιαστικά εκείνοι επιθυμούσαν διακαώς και επιδίωκαν νυχθημερόν και για τα οποία εργάζονταν υπογείως και εν κρυπτώ. Και ποια ήταν αυτά; Η κατάκτηση μιας καλύτερης και ανώτερης θέσης στο Πατριαρχείο και γατί όχι και η ανάρρηση στον Πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Φοβήθηκαν οι συκοφάντες του Αγίου μήπως επαναληφθεί η περίπτωση του Αγίου Αθανασίου, όπου αν και ο ίδιος δεν επιθυμούσε να γίνει Πατριάρχης, το ποίμνιο απαιτούσε την εκλογή του.

         Όπως αποδείχθηκε ο απώτερος, αλλά και βασικός στόχος τους ήταν διπλός: πρώτον η απομάκρυνση του Αγίου Νεκταρίου από την Αίγυπτο και δεύτερον η ηθική και σωματική εξουθένωση του αντιπάλου, έτσι ώστε να μην αποτελεί κίνδυνο γι’ αυτούς ούτε και στο μέλλον.

          Θέλοντας η ομάδα των πονηρών υπονομευτών του Αγίου να τον εξωθήσουν σε κάποια άστοχη ενέργεια, αλλά βασικά να αυξήσουν την ένταση του ψυχολογικού πολέμου εναντίον του, προέβαιναν σε ύπουλες και συγκαλυμμένες  ενέργειες, εκ των οποίων μια χαρακτηριστική είναι και η εξής : Για να μην αποκαλυφθούν οι ίδιοι, χρησιμοποίησαν ως ακούσιο όργανο τους τον Μέγα Αρχιμανδρίτη Αμβρόσιο Σφακιανάκη, ιερέα της πόλεως Βέγχας15 και ιεροκήρυκα στην Αλεξάνδρεια και από το 1889 πάσης Αιγύπτου16. Διέταξαν λοιπόν τον Αμβρόσιο να μεταβεί στο Κάϊρο και να κηρύξει το Θείο λόγο, χωρίς να ενημερώσει και να λάβει άδεια από τον αρμόδιο Πατριαρχικό Επίτροπο Καΐρου Μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκτάριο, όπως ορίζουν οι Κανονικές Διατάξεις. Διασώζεται επιστολή του Αρχιμανδρίτη Αμβρόσιου προς τον νεοχειροτονηθέντα  Μητροπολίτη Θηβαΐδος Γερμανό Βουρλαλίδη17 με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 1889.18  Σ’ αυτήν ο Αμβρόσιος αναφέρει ότι θα κάνει « υιική υπακοή» στον Μητροπολίτη Γερμανό. Όμως επειδή προφανώς τον έτυπτε η συνείδησή του για την απρεπή πράξη στην οποία τον ωθούσαν γράφει : « διατί όμως να στεναχωρηθεί χάριν εμού ο εκεί Άγιος Πενταπόλεως; Ουχ ήττον αγνοών τα διπλωματικά σχέδια των ανωτέρων μου υπείκω χωρίς να εμβαθύνω εις το πώς και διατί». Εδώ παρενθετικά να σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης  Θηβαΐδος Γερμανός υπήρξε ένας από τους επίδοξους «μνηστήρες» του Πατριαρχικού θρόνου, τον οποίον και διεκδίκησε μετά τον θάνατο του Σωφρονίου, χωρίς όμως να επιτύχει να εκλεγεί. Ο δε Αμβρόσιος προφανώς μετανόησε για την άτοπη πράξη στην όποια εξωθήθηκε, και στα κατοπινά χρόνια σεβόταν τον Άγιο Νεκτάριο19. Δείγμα αυτής της τιμής προς το πρόσωπο του αδίκως διωχθέντος αδελφού του είναι και το ότι το 1907 συναντάμε το όνομα του ως συνδρομητού για δέκα αντίγραφα του βιβλίου του Αγίου,«Ιερατικόν εγκόλπιον».

          Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες βρέθηκε ο Άγιος Νεκτάριος να αντιμετωπίζει «Τον υπέρμετρο εναντίον του φθόνο που έφθασε μέχρι διωγμού»20.

Η ΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟ

          Πεισθείς ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος στις προαναφερθείσες κατηγορίες εξέδωσε στις 3 Μαΐου 1890 το παρακάτω κείμενο διακοινώσεως :

          «Παύεται ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως κυρ Νεκτάριος εκ της διευθύνσεως του εν Καΐρω Πατριαρχικού Γραφείου, ως και της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας και εκκλησιαστικής διοικήσεως.

          Επιτρέπεται τη Ιερότητί του, ίνα μένη, εάν θέλη, εν τοις Πατριαρχείοις Καΐρου, εν τω δωματίω του κοιτώνος του, μελετών και συγγράφων, λαμβάνων μέρος τροφής εν τη κοινή τραπέζη μετά των ιερέων.

          Επιτρέπεται επίσης τη Ιερότητί του ίνα επιτελή αρχιερατικάς ιεροπραξίας, όποτε προσκαλή τις εις στεφανώσεις ανδρογύνων, βαπτίσεις, κηδείας, μνημόσυνα και εορτών τελετάς.

          Απαγορεύεται δε η εις κωμοπόλεις του θρόνου μετάβασίς του δι’ οιονδήποτε λόγον, προς δε και η εν παλαιώ Καΐρω, άνευ Κυριαρχικής αδείας.

Εν Καΐρω τη 3 Μαΐου 1890

+ Ο Αλεξανδρείας Σωφρόνιος»21

          Με αυτό το έγγραφο έπαυε τον Μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκτάριο από κάθε εκκλησιαστική αρμοδιότητα που του είχε αναθέσει. Αλλά και ως προς τα λειτουργικά του καθήκοντα τον περιόριζε μόνο σε μυστηριακές πράξεις, κατόπιν όμως προσκλήσεως. Ουσιαστικά του ζητούνταν με έμμεσο τρόπο, να παραμείνει έγκλειστος στο κελί του, αφού του απαγορεύεται σχεδόν κάθε μετακίνηση. Έμμεση απόδειξη ότι δεν του κατέβαλαν μισθούς για την συντήρησή του, είναι και η ρητή πρόβλεψη περί διατροφής του, καθώς και η συγκαλυμμένη περί τυχηρών από τα Μυστήρια. Αξιοπρόσεκτο όμως πάνω από όλα είναι ότι δεν υπάρχει μέσα στο ηθελημένα σύντομο κείμενο καμία αιτιολόγηση των λόγων που οδήγησαν στην απόφαση αυτή, ούτε καν σχετικός υπαινιγμός.

          Στις 11 Ιουλίου 1890 ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος προχωρεί στην κοινοποίηση  της β΄ διακοινώσεως προς τον  Μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκτάριο και συνάμα και του Απολυτηρίου του :

          «Ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος Κεφαλάς, δια διακοινώσεως υπό ημερομηνίαν 3 Μαΐου 1890 παυθείς της διευθύνσεως του εν Καΐρω Πατριαρχικού Γραφείου, ως και της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας και της εκκλησιαστικής διοικήσεως, αφέθη ελεύθερος ίνα μένη, εάν θέλη, εν τοις Πατριαρχείοις σιτιζόμενος εν αυτοίς και εκτελών οιανδήποτε αρχιερατικήν ιεροπραξίαν προσκαλούμενος υπό των χριστιανών. Αλλ’ επειδή εγένετο επαισθητή η ανάγκη Διευθυντού του Πατριαρχικού Γραφείου και Πατριαρχικού Επιτρόπου, προσεκλήθη τοιούτος και επομένως η περαιτέρω εν Αιγύπτω διαμονή της Ιερότητός του, καθίσταται όλως περιττή, διό και δια της παρούσης πατριαρχικής διακοινώσεως προσκαλείται η Ιερότης του, όπως εγκαταλείψη τον Πατριαρχικόν ημών Θρόνον και όσον ούπω απέλθη, όπου αν βούλεται. Τιθέντες δε εις την διάθεσιν αυτού το ώδε συνημμένον Πατριαρχικόν απολυτήριον γράμμα ως και τα αναγκαιούντα οδοιπορικά αυτού έξοδα εκ φράγκων χιλίων. Δηλούντες δε αυτώ ότι εξοφληθέντων πάντων των λογαριασμών της διαχειρίσεως αυτού και πληρωθέντων πάντων των μισθών μέχρι της εποχής καθ’ ην έδει να λαμβάνει μισθούς, ουδέν του λοιπού οφείλει ή έχει λαμβάνειν παρά του Πατριαρχικού ημών Θρόνου.

Εν Αλεξανδρεία τη 11 Ιουλίου 1890

+ Ο Αλεξανδρείας Σωφρόνιος»

«Απολυτήριον

Η Μετριότης Ημών δια του παρόντος απολυτηρίου αυτής γράμματος της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως κυρ Νεκτάριος Κεφαλάς, μη δυνηθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου, απέρχεται εις την αλλοδαπήν και δύναται επιτελών τα αρχιερατικά αυτού καθήκοντα, όπου αν απέλθη τη ειδήσει μέντοι και αδεία της κατά τόπον Εκκλησιαστικής Αρχής. Και εις ένδειξιν επεδόθη τη Ιερότητί του το παρόν Πατριαρχικόν απολυτήριον γράμμα, όπως χρησιμεύση εν δέοντι.

Εν Αλεξανδρεία τη 11 Ιουλίου 1890

+ Ο Αλεξανδρείας Σωφρόνιος»22

          Αφού επαναλάβει σχεδόν επί λέξει το αρχικό τμήμα της α΄ διακοινώσεως, ζητεί από τον Μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκτάριο να εγκαταλείψει, όχι ειδικά τη θέση από την οποία ήδη έχει παυθεί, αλλά γενικά το έδαφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας! Η αιτιολόγηση ότι αυτό επιβάλλεται, διότι  θα καλύψει άλλος κληρικός την θέση αυτή, φαντάζει παράδοξη για να μην πούμε γελοία. Ο τόνος του εγγράφου είναι συγκαλυμμένα προσβλητικός, όπως αυτό φαίνεται μέσα από εκφράσεις όπως : «η περαιτέρω εν Αιγύπτω διαμονή της Ιερότητός του καθίσταται όλως περιττή» και ας «απέλθη όπου αν βούλεται». Αν και εκκλησιαστικοί άνδρες οι συντάξαντες το κείμενο δεν διστάζουν να προσθέσουν ακόμα ένα ψέμα, ίσως το ελαφρύτερο εν συγκρίσει προς τα ήδη απ’ αυτούς λεχθέντα. Όλοι οι αναλογούντες μισθοί του Πενταπόλεως του έχουν ήδη καταβληθεί και ουδέν έχει λαμβάνειν παρά του Πατριαρχικού Θρόνου. Η μεγαλοψυχία τους όμως είναι τόση, που παρά ταύτα θα του καταβάλουν και χίλια φράγκα ως οδοιπορικά έξοδα. Έμμεση παραδοχή ότι γνωρίζουν καλά ότι ο αφιλοχρήματος και ελεήμονας  Άγιος Νεκτάριος δεν διέθετε «κομπόδεμα» για να πλήρωση ούτε τα ναύλα του πλοίου που θα τον οδηγούσε στην εξορία. Όσον αφορά το προβλεπόμενο Απολυτήριον , σαφώς αναφέρει ότι Μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος διατηρεί την Αρχιεροσύνη του. Ως αιτιολόγηση της αποχώρησής του από το Αλεξανδρινό Πατριαρχείο τίθεται η σιβυλλική έκφραση: «μη δυνηθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου», η οποία μπορεί να εκληφθεί και κυριολεκτικά, αλλά ίσως και μεταφορικά.

         Το ανίερο έργο των διαβολέων, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Οι ίδιοι ήταν συνηθισμένοι και εξειδικευμένοι στις συκοφαντίες και στις μηχανορραφίες. Όπως λέει και ο προφήτης Μιχαίας: «Είναι όλοι τους ειδικευμένοι στο κακό… όλοι μαζί έχουν διαστρέψει το δίκαιο. Ο πιο καλός ανάμεσά τους κι ο πιο τίμιος είναι κι απ’ τα’ αγκάθια πιο βλαβερός». Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος ενενηκονταετής ήδη, λόγω ηλικίας είχε χάσει πια την ικανότητα της καθαρής σκέψης. Αλλά και λόγω του ευμετάβλητου χαρακτήρα του σε συνδυασμό με το ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν από καιρό φροντίσει να εξασφαλίσουν την εμπιστοσύνη του, έγινε εύκολα θύμα τους. Περικυκλωμένος απ’ αυτούς μέσα στον Πατριαρχικό οίκο άκουγε και μάθαινε μόνο όποια «αλήθεια» αυτά τα πρόσωπα τού παρουσίαζαν. Επικαλούμενοι ως αξιόπιστους μάρτυρες ο ένας ψεύτης τον άλλο ψεύτη. Κοντά σ’ αυτά ο φόβος ότι αν χάσει τον Πατριαρχικό θρόνο, θα έχει μεγάλες βιοποριστικές δυσκολίες και έλλειψη φροντίδας ως υπέργηρος που ήταν, καλλιεργήθηκαν εντέχνως από τους διαβολείς. Ως ένα βαθμό και η κοσμική ματαιοδοξία που σε κάποιες περιπτώσεις κατατρώγει όσους κατέχουν ακόμα και υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα θα έπαιξε κάποιο ρόλο. Άλλο να ζεις και να πεθαίνεις ως Πατριάρχης και άλλο ξεχασμένος και εγκαταλελειμμένος ως πάλαι ποτέ Πατριάρχης.

         Ίσως και να επιθυμούσαν και την καθαίρεση του Αγίου από την Αρχιεροσύνη, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί ακόμα πιο περίτεχνα το «κέντημα» που φιλοτεχνούσε με τόση μαεστρία η κακία τους και το οποίο θα ζήλευε κι ίδιος ο αρχιτεχνίτης και δάσκαλός τους ο πονηρός. Όμως για κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν όπως και να ‘χει κάποιο εκκλησιαστικό δικαστήριο, απολογία του Αγίου Νεκταρίου, μαρτυρίες. Όσες λοιπόν χαλκευμένες ψευδομαρτυρίες και να κατασκεύαζαν, όσους πειθήνιους συμμετέχοντες και να εξασφάλιζαν, όλο και κάτι απ’ τη λαμπρότητα της αγιασμένης μορφής του Αγίου θ’ αποκαλυπτόταν και όλο και κάτι απ’ τις δικές τους κατασκευασμένες συκοφαντίες θα αναδυόταν. Γι’ αυτό και προτίμησαν να αποφύγουν να εισηγηθούν κάτι τέτοιο στον Πατριάρχη.

         Από την πλευρά του ο Άγιος Νεκτάριος ζήτησε ακρόαση από τον Πατριάρχη προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του. Όμως είτε ο ίδιος ο Σωφρόνιος, είτε πρόσωπα του περιβάλλοντος του εν αγνοία του, έδωσαν αρνητική απάντηση προφασιζόμενοι ότι ασθενεί. Ο Σωφρόνιος, αν δεν είχε παρασυρθεί από τις«σειρήνες» των συκοφαντών και αν δεν είχε καμφθεί από το βάρος των ενενήντα ετών του, θα έπρεπε τουλάχιστον ο ίδιος να είχε καλέσει σε απολογία τον Μητροπολίτη του, σύμφωνα και με το Κανονικό Δίκαιο. Όφειλε να αναζητήσει μάρτυρες αξιόπιστους, να διασταυρώσει τις πληροφορίες, ν’ αναζητήσει την καθαρή αλήθεια. Και αν αυτά αποδεικνύονταν αληθή, όφειλε ως πνευματικός του πατέρας να τον νουθετήσει και να τον καθοδηγήσει προς τη μετάνοια και επικουρικά για τη διόρθωσή του ή για την εμμονή του σ’ αυτά – αν ήταν αληθείς οι κατηγορίες – να του επιβάλει ποινή σύμφωνη όμως με τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Αλλά και μετά τη διαπραχθείσα αδικία εις βάρος του Αγίου Νεκταρίου, ο Σωφρόνιος βλέποντας την ανεξίκακη στάση του και ακούγοντας τις φωνές διαμαρτυρίας υπέρ του, θα έπρεπε να αναλογισθεί μήπως έσφαλε, μήπως επέτρεψε στο πάθος της αρχομανίας να θολώσει την κρίση του και μήπως πλανήθηκε γινόμενος έρμαιο ανθρώπων με πονηρές προθέσεις. Δυστυχώς στην περίπτωση του Αγίου Νεκταρίου ο Σωφρόνιος αντί να αποδειχθεί σώφρων, όπως έλεγε τ’ όνομά του, αναδείχθηκε σε Αφρόνιος, αφού άφησε τη ζηλοτυπία και την καχυποψία να τον παρασύρουν σαν να μην διέθετε καθόλου σωφροσύνη.

          Άλλο ένα επιβαρυντικό στοιχείο έχει να κάνει με τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του Σωφρονίου. Ήταν σχεδόν πάντα απόλυτος στις κρίσεις του, αλλά και παράλληλα αρκετές φορές άλλαζε ριζικά και αμετάκλητα στάση απέναντι σ’ ένα πρόσωπο. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Σώτος Χονδρόπουλος «τέτοιος ήταν ο χαρακτήρας του (Σωφρονίου). Ή σου άπλωνε στοργικός πατέρας το στήθος και την καρδιά ν’ ακουμπήσεις… ή σου έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα κι όσο κι αν βροντούσες, του κάκου, δεν σου την ξανάνοιγε ποτέ»23.

          Παράλληλα, κατά δυστυχή συγκυρία, εκείνη την εποχή το συνοδικό σύστημα στο Πατριαρχείο της Αλεξάνδρειας ουσιαστικά δεν λειτουργούσε, συνεπώς ο Άγιος Νεκτάριος και αν το ήθελε δεν μπορούσε πουθενά να καταφύγει για να δικαιωθεί. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γεράσιμο Κονιδάρη: «ο Σωφρόνιος ηρκέσθη να κυβερνά μόνος την Εκκλησίαν της Αλεξανδρείας»24. Υπήρξε δε και χρονική περίοδος όπου, λόγω θανάτων, αλλά και απομακρύνσεως αρχιερέων, ο Πατριάρχης να διατελεί ο μόνος κληρικός χειροτονημένος στον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης.

         Η ζωή του Αγίου, όπως προαναφέραμε, μιμείται τη ζωή του Χριστού, αλλά και τους βίους των Αγίων που σχεδόν πάντοτε περικλείουν κάποιας μορφής διωγμό από τον «κόσμο». Αξίζει ν’ αναφερθεί εδώ ότι τον καιρό που ο Σωφρόνιος ήταν Μητροπολίτης Χίου έδειχνε μεγάλη ευλάβεια και αγάπη στον Άγιο Μακάριο Κορίνθου25, ο οποίος ασκήτευσε και κοιμήθηκε στο νησί της Χίου. Όμως, αν και γνώριζε από το βίο του Αγίου ότι αυθαίρετα η Υψηλή Πύλη απομάκρυνε τον Άγιο Μακάριο από την Εκκλησία της Κορίνθου, δεν ντράπηκε να μιμηθεί τον Οθωμανό δυνάστη και να στερήσει από τους Ορθοδόξους του Καΐρου έναν Ιεράρχη και Άγιο ισάξιο του Αγίου Μακαρίου.

          Λησμόνησε επίσης ο Σωφρόνιος αυτά που ο ίδιος είχε πει σε εγκωμιαστικό λόγο του για τον κοιμηθέντα Μητροπολίτη Χίου Κοσμά (+1839): «Τα χρέη του αναδεξαμένου την ποιμαντορίαν ταύτην είναι τόσα μεγάλα και υψηλά, όσον απ’ εναντίας η ανθρώπινος φύσις υπάρχει αδύνατος και ανίκανος εις την τελείαν τούτω εκπλήρωσιν, συστελλόμενος κατακυριεύομαι από άκραν δειλίαν ψυχής, αισθανόμενος άμα και την καρδίαν μου τρέμουσαν, γνωρίζων και την αναξιότητα του υποκειμένου μου…»26

         Όλα όσα προαναφέρθηκαν δεν έχουν σκοπό να δώσουν άφεση αμαρτιών και να διαγράψουν την καίρια ευθύνη του Πατριάρχη Σωφρονίου για τον άδικο διωγμό του Αγίου Νεκταρίου. Όμως θα ήμασταν άδικοι, αν δεν αναφέραμε τα παραπάνω ελαφρυντικά, που όμως τα περισσότερα εξ αυτών συνάδουν με την κοσμική ηθική και όχι με τη χριστιανική ηθική. Αυτά σε συνδυασμό με την αξιοθαύμαστη ποιμαντορία του Σωφρονίου ως Μητροπολίτου Χίου, ως Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και ως Πατριάρχου Αλεξανδρείας, αλλά και την πατρική αγάπη με την οποία αρχικά είχε αντιμετωπίσει τον Άγιο Νεκτάριο, αφενός «αποχρωματίζουν» κάπως την όντως μελανή σελίδα του βίου του Σωφρονίου, αφετέρου δε αυξάνουν και αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο τις ευθύνες των ύπουλων διοργανωτών και υποκινητών του κατατρεγμού του Αγίου Νεκταρίου.

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΩΞΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ 

         Όσο οι χαμερπείς κόλακες του Σωφρονίου και δεινοί συκοφάντες του Αγίου Νεκταρίου βυσσοδομούσαν απεργαζόμενοι την εκδίωξή του από την Αίγυπτο, εκείνος τι κάνει; Μήπως δολοπλοκεί εναντίον τους; Μήπως επιστρατεύει οπαδούς Μήπως κινητοποιεί προς υποστήριξή του ισχυρά πρόσωπα; Μήπως συγκεντρώνει υλικό εναντίον των διωκτών του; Τίποτε από αυτά! Με εσωτερική γαλήνη όπως αρμόζει σ’ ένα πνευματοφόρο άνθρωπο, αλλά και με καθαρή και ήσυχη συνείδηση προσεύχεται στο Θεό να φωτίσει τον Σωφρόνιο και τους συκοφάντες του να μην αμαρτήσουν ακόμα περισσότερο, αλλά έστω και την εσχάτη ώρα να μετανοήσουν. Προσεύχεται υπέρ των «σταυρωτών» του μιμούμενος και σ’ αυτό τον Κύριο. Παράλληλα όμως τον κατακλύζει θλίψη και πικρία για το ηθικό κατάντημα των συνανθρώπων του. Αμέτρητος πόνος πλημμυρίζει την ψυχή του ιδίως για τον Σωφρόνιο, ο οποίος από στοργικός πνευματικός πατέρας αδικαιολόγητα και εντελώς αυθαίρετα μεταστρέφεται σε απηνή διώκτη. Τα παρακάτω λόγια του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού βρίσκουν στην ανεξίκακη και αμνησίκακη ζωή του Αγίου μας την καλύτερη εφαρμογή: «Αν τυχόν ο αδελφός σου πειραζόμενος από τον δαίμονα σε κακολογεί και σε συκοφαντεί, εσύ μη βγεις από την κατάσταση της αγάπης. Και δεν θα βγεις από την αγάπη αν ενώ εκείνος σε κατηγορεί, εσύ τον επαινέσεις και ενώ θέλει το κακό σου, εσύ φανείς συμφιλιωτικός. Αυτός είναι ο δρόμος της κατά Χριστόν φιλοσοφίας και όποιος δεν τον βαδίζει δεν συγκατοικεί με τον Χριστό»27.

         Η εκτέλεση των ποιμαντικών του καθηκόντων του έχει απαγορευθεί. Όμως εκείνος δεν θα παραμείνει αργός. Σε όσο χρόνο του απομένει και δεν αφιερώνει στην προσευχή μελετάει. Έχει εντοπίσει μια σπάνια έκδοση της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Μάρκου βάσει ενός Παρισινού χειρογράφου από έναν Άγγλο θεολόγο και την αντιπαραβάλει προς τον αρχαιότατον κώδικα ΛΞ/35 της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης, που είναι ακριβέστερος του άλλου. Επιθυμεί να συντάξει κριτική έκδοση, προκειμένου να διασώσει το κείμενο της παμπάλαιας αυτής Θείας Λειτουργίας και να κάνει γνωστό τον μέχρι τότε άγνωστο Αλεξανδρινό Λειτουργικό τύπο28. Αλλά δεν θα προλάβει. Η παραλαβή της Β΄ Διακοινώσεως και του Απολυτηρίου του θα οδηγήσουν την πορεία του προς το δικό του Γολγοθά, μακριά όμως από τον ελληνισμό της Αιγύπτου, που τόσο αγάπησε αλλά και τον αγάπησε.

         Όμως ο Θεός, που με τη σοφία του γνωρίζει να βγάζει από το πικρό γλυκό, δεν θα τον εγκαταλείψει. Αλλά θα ευοδώσει τα πράγματα κατά τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε μέσα από αυτή τη δοκιμασία και ο Άγιος Νεκτάριος να τελειοποιηθεί πνευματικά, αλλά και να ωφελήσει τα μέγιστα τους συνανθρώπους του. Πολύ εύστοχα παρατηρεί ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. πατήρ Θεόδωρος Ζήσης: «Τι θα απέδιδε όμως η δράση του θεοπρόβλητου αυτού και θεόσταλτου αγίου στον απόδημο Ελληνισμό της Αιγύπτου, του οποίου το μέλλον στα μάτια του παντεπόπτου και παντογνώστου Θεού ήταν ολοφάνερο; Η Ελλάδα επρόκειτο να μεγαλώσει και να αυξηθεί γεωγραφικά και πληθυσμιακά, είχε περισσότερες δυνατότητες αλλά και μεγαλύτερες ανάγκες, χρειαζόταν διαφορετική πνοή εκκλησιαστική και θεολογική, άλλη σπορά για να βλαστήσουν όχι τα ζιζάνια και τα αγκάθια των ξενικών επιδράσεων, αλλά ο σίτος για τον επιούσιο της Ορθοδοξίας άρτο. Ο καλός εργάτης, ο πολυτάλαντος, ήταν έτοιμος στο πρόσωπο του διωγμένου από την Αίγυπτο ασκητικού και πεπαιδευμένου μητροπολίτου Πενταπόλεως»29.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ 

         Όμως οι διώκτες του Αγίου Νεκταρίου δεν αρκέστηκαν στις πρώτες «δάφνες» της κακίας τους. Ενθαρρυμένοι από την επιτυχία του πρώτου στόχου τους, δηλαδή την ατιμωτική απομάκρυνσή του από την Αίγυπτο, φιλοδοξούσαν να επιτύχουν και τον δεύτερο στόχο τους: Την παντελή ηθική καταρράκωση και την οικονομική και κοινωνική εκμηδένισή του, προκειμένου να μην υπάρχει πιθανότητα να ξαναβρεθεί στο μέλλον και πάλι εμπόδιο στα «όσια και ιερά» έργα τους.

         Από τον Ιούλιο του 1890 έως τον Μάρτιο του 1891 οι διώκτες του επέτυχαν ο Άγιος να αντιμετωπίζεται απ’ όλους με καχυποψία και παγερή αδιαφορία. Οι «αδελφοί» του Αρχιερείς της Ελλαδικής Εκκλησίας τον αγνοούν ή και τον περιφρονούν. Μία από τις λίγες εξαιρέσεις αποτελεί ο Μητροπολίτης Αθηνών Γερμανός Καλλιγάς, πιθανόν γιατί γνώριζε εκ του σύνεγγυς την ιδιάζουσα προσωπικότητα του Σωφρονίου, αλλά και το «παρασκήνιο» της Αιγύπτου30. Φροντίζουν οι κατηγορίες που διατύπωσαν εναντίον του στον Σωφρόνιο να διαδοθούν, ιδιαίτερα στους εκκλησιαστικούς κύκλους, ιδίως στην Αθήνα, αλλά και οπουδήποτε αλλού καταφύγει ο Νεκτάριος. Άλλοτε αυτοί που αναλαμβάνουν το ανίερο αυτό έργο του «ψιθυριστή» είναι όργανα των συκοφαντών και άλλοτε θύματα ακούσια που υιοθετούν άκριτα τα «κουτσομπολιά» για τον «αποπεμφθέντα» εξ Αιγύπτου Δεσπότη. Όπως οι Χαλκιδείς, που αρχικά παραπλανημένοι από τις διαδόσεις τον υποδέχθηκαν με ειρωνείες και αποδοκιμασίες στα πρώτα κηρύγματά του ως ιεροκήρυκα Ευβοίας. Κατά θεία Πρόνοια Έλληνες της Αιγύπτου, που ταξίδευσαν στην Ελλάδα και γνώριζαν από πρώτο χέρι τ’ αληθινά γεγονότα και την κολοσσιαία αδικία που υπέστη ο Άγιος Νεκτάριος, διέλυσαν μεγάλο μέρος από τα «μαύρα νέφη» των ψεμάτων. Τα υπόλοιπα τα παραμέριζε ο ίδιος ο βίος του Αγίου Νεκταρίου, που σαν ολόλαμπρος ήλιος θέρμαινε και φώτιζε με την αγιότητά του όπου κι αν παρουσιαζόταν.

          Ένα ελάχιστο δείγμα της ανεξικακίας του Αγίου Νεκταρίου μπορεί να λάβει κανείς αναγιγνώσκοντας τις επιστολές του προς τον Μητροπολίτη Αθηνών Γερμανό και προς τον ίδιο τον Πατριάρχη Σωφρόνιο.

          Στην επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Αθηνών Γερμανό με ημερομηνία

1 Οκτωβρίου 1893 τον παρακαλεί να μεσολαβήσει στον Πατριάρχη Σωφρόνιο, όχι, όπως θα περίμενε κανείς, για την αποκατάστασή του, αλλά, όπως ξεκάθαρα σημειώνει, προκειμένου «να μεταβώ εις Αίγυπτον, αλλά προσκαλούμενος παρά του Πατριάρχου, όπως μείνω εν Καΐρω και εκεί παρά τη Βιβλιοθήκη περατώσω τα έργα μου»31. Είχε τόση διάθεση προσφοράς προς την Εκκλησία, που παραμέριζε κάθε προσωπική πικρία και επιθυμία για προσωπική δικαίωση. Ήταν πρόθυμος χάριν της μελέτης αρχαίων εκκλησιαστικών χειρογράφων και της συγγραφής θεολογικών έργων, που θα επέφεραν πνευματική ωφέλεια στο πλήρωμα της Εκκλησίας, να επανέλθει αδικαίωτος στην Αίγυπτο. Πλήρως όμως συναισθανόμενος ότι εκούσια τοποθετεί τον εαυτό του σε νέους κινδύνους και ότι θα υποστεί εκεί και πάλι νέες προσβολές, συκοφαντίες, ταπεινώσεις. Θα επέστρεφε ένας κυριολεκτικά «αμνός» του Κυρίου στο στόμα των «βαρέων λύκων». Λύκων οι οποίοι για ακόμα μια φορά θα επιχειρούσαν να τον κατασπαράξουν με κάθε πρόσφορο μέσο που διαθέτουν άτομα που δεν γνωρίζουν ιερό και όσιο. Μάλιστα δεν δίστασε να γράψει και ο ίδιος επιστολή προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο στις 11 Νοεμβρίου 1893 με το ίδιο ακριβώς αίτημα32. Αλλά η αμετανοησία και η έπαρση του ίδιου του Σωφρονίου, καθώς και οι μοχθηροί κόλακες που τον περιτριγύριζαν, δεν επέτρεψαν την αποστολή απαντήσεως, έστω και αρνητικής.

         Αν και δεν θέλησε ο μικρόψυχος Σωφρόνιος να βοηθήσει, ο αμνησίκακος Άγιος Νεκτάριος κάθε φορά που θα εξέδιδε ένα νέο θεολογικό σύγγραμμα, ποτέ δεν τον ξεχνούσε, αλλά του έστελνε δωρεάν αντίτυπα. Εδώ να σημειωθεί ότι η εκτύπωση των συγγραμμάτων του σχεδόν πάντοτε γινόταν με προσωπική δαπάνη, την οποία εξοικονομούσε με χίλιες στερήσεις.

          Όμως το πείσμα των συκοφαντών αυτών ήταν πράγματι δαιμονικό. Αν και διαπίστωσαν ότι δεν μπόρεσαν να παρασύρουν με τα ψέματά τους το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ελλαδικής Εκκλησίας εναντίον του Αγίου, δεν αποθαρρύνθηκαν. Ακόμα και η ταπεινή και κακοπληρωμένη θέση του ιεροκήρυκα που του δόθηκε με παρέμβαση του Μιχαήλ Μελά (πατέρα του ηρωικού Μακεδονομάχου Παύλου Μελά) προξενούσε τον φθόνο τους. Παράλληλα ίσως και να αναμόχλευσε ακόμα περισσότερο το μίσος τους εναντίον του και η προαναφερθείσα επιστολή του προς τον Σωφρόνιο. Και να που μια καινούρια ευκαιρία για εκείνους δεν άργησε να φανεί.

          Στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως είχε διαβιβασθεί εισήγηση του Συμβουλίου της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής με την οποία προτείνονταν τα ονόματα τριών κληρικών33, μεταξύ των οποίων και του  Μητροπολίτη Πενταπόλεως Νεκταρίου, προκειμένου να επιλεγεί από αυτά ο νέος Διευθυντής της. Κατά τη γνώμη μας το προαναφερθέν Υπουργείο πρέπει να απευθύνθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών τον Ιανουάριο του 1894, προκειμένου να αναζητηθούν πληροφορίες για το πρόσωπο τουΠενταπόλεως. Έτσι προέκυψε η σχετική απάντηση του Γ. Γρυπάρη, πολιτικού πράκτορος (=  Πρεσβευτού ) του Βασιλείου της Ελλάδος  στην Αίγυπτο, η οποία φέρει ημερομηνία 28 Ιανουαρίου 1894. Στο κείμενο αυτό ο Γρυπάρης κάνει μια σύντομη, αλλά ακριβή εξιστόρηση  του βίου του Αγίου Νεκταρίου από την εποχή που μόναζε στην Χίο έως την χειροτονία του σε Μητροπολίτη. Ως αιτίες της απομακρύνσεώς του αναφέρει ενέργειες «αντιπειθαρχικάς» και «λόγοι ηθικής», «κατά πηγάς Πατριαρχικάς». Όμως στο τέλος του κειμένου δεν διστάζει να αναφέρει – δείγμα της αμεροληψίας του – και ότι «κατ’ άλλας πηγάς, και ταύτας αξιοπίστους, υπήρξε ως προς τούτο ο Μητροπολίτης θύμα ραδιουργίας και συκοφαντίας…». Στην κατακλείδα του κειμένου με έμμεσο, αλλά και διπλωματικό τρόπο, όπως φυσικά ταιριάζει σ’ έναν διπλωμάτη, θέτει υπό αμφισβήτηση τις Πατριαρχικές πηγές γράφοντας ότι «παρά και αυτών των περί το Πατριαρχείον, ο άγιος Πενταπόλεως εθεωρείτο ως κληρικός άριστος, ρέκτης και δραστήριος».

          Οι σχετικές πληροφορίες, που ζητήθηκαν από το Ελληνικό Υπουργείο, όφειλαν να δοθούν από το Αλεξανδρινό Πατριαρχείο γραπτώς και να λάβουν την υπηρεσιακή και υπεύθυνη μορφή που άρμοζε για έναν Αρχιερέα. Όμως οι Πατριαρχικοί κύκλοι αποφεύγουν ν’ αναλάβουν την ευθύνη συντάξεως ενός επισήμου κειμένου, γιατί απλούστατα δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τις συκοφαντίες τους. Δεν διστάζουν όμως ολοπρόθυμα να διαδώσουν για ακόμα μια φορά εν είδη κουτσομπολιού τα από τους ίδιους χαλκευμένα ψέματά τους. Εν γνώσει τους ακόμα μια φορά επιχειρούν να σπιλώσουν και να «δολοφονήσουν» αυτή την αγνή και άδολη μορφή, το συνεπίσκοπό τους Νεκτάριο. Αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι αυτές οι «πληροφορίες» πιθανότατα θα γίνουν αιτία να απολέσει τη θέση της διευθύνσεως της Ριζαρείου Σχολής. Όμως αυτός είναι ο αντικειμενικός τους στόχος. Η ανάληψη της διευθύνσεως μιας ανωτέρας σχολής, που έχαιρε ιδιαιτέρου κύρους και εντός και εκτός του Ελληνικού κράτους, ήταν γι’ αυτούς μια άκρως δυσάρεστη εξέλιξη. Το θύμα τους έπρεπε να βυθισθεί στην αφάνεια και τη λησμονιά και μια τέτοια θέση σίγουρα δεν εξυπηρετούσε τα σκοτεινά σχέδιά τους. Αυτό επιθυμούσαν οι ακόρεστες από φθόνο και μίσος ψυχές τους. Αν είχαν έστω και την ελάχιστη βάση οι λόγοι τους, θα είχαν προχωρήσει στην έκδοση επισήμου εγγράφου από την Πατριαρχική Γραμματεία, προκειμένου να ευοδωθεί ευκολότερα ο στόχος τους. Όμως, αφού αυτό τους είναι αδύνατο, επιλέγουν να κρύβονται στο σκοτεινό, όπως και οι ψυχές τους, παρασκήνιο και να καλύπτονται από την ανωνυμία, ξεχνώντας ότι «έστι δίκης οφθαλμός, ος τα πανθ’ ορά». Υποτίθεται ότι είναι λειτουργοί του Υψίστου, αλλά ουσιαστικά είναι επιλήσμονες και της αγάπης και της δικαιοσύνης που αποτελούν δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά του ενός και Τριαδικού Θεού.

          Εντελώς ανυποψίαστος ο Άγιος Νεκτάριος για όλα τα παραπάνω θα λάβει γνώση του εγγράφου αυτού δια μέσου του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ένα χρόνο μετά, κατά την προσπάθειά του να ρυθμίσει εκκρεμότητες του διορισμού του στη Ριζάρειο. Εκ των πραγμάτων θα αναγκασθεί να απευθύνει την παρακάτω επιστολή προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο με ημερομηνία 11 Μαρτίου 1895:

           «Τοσούτον, Παναγιώτατε, εγενόμην εγώ κακός προς Υμάς, ώστε μετά τέσσαρα έτη από της αδικωτάτης από Αιγύπτου αναχωρήσεώς μου, καθ’ α εζήτουν (φυτωζωών) τον επιούσιον άρτον, όπως μερίζομαι αυτόν τοις φτωχοίς, κωφός και άναυδος γενόμενος προς τας ποικίλας των Πατριαρχικών κατ’ εμού κατηγορίας, οι Πατριαρχικοί τοιαύτας κατ’ εμού να δώσωσι πληροφορίας ούτως επισήμως ζητηθείσας παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως; Πότε, Παναγιώτατε, κατενοήσατε τας αντιπειθαρχικάς μου διαθέσεις;  Εν οποίαις εξεδηλώθησαν έργοις; Οποίαι αι ενδείξεις, ώστε να χαρακτηρισθώ ως ασεβής και επαναστάτης και δούλος πονηρός κακά μελετήσας κατά της Εκκλησιαστικής μου αρχής; Οποίον εκκλησιαστικόν δικαστήριον με εδίκασε και με κατεδίκασε και απεφάνθη περί της ανηθικότητός μου, ώστε οι Πατριαρχικοί μετά παρρησίας να πληροφορήσωσι τον πολιτικόν της Ελληνικής Κυβερνήσεως Πράκτορα, επισήμως ζητούντα τοσαύτην σημαντικήν παρ’ αυτών πληροφορίαν, ότι εδιώχθην ως επαναστάτης και ανήθικος; Πού ευρίσκονται τα πρακτικά; Πού οι κατήγοροί μου; Πού οι μάρτυρες; Πού το σώμα του εγκλήματος; Πού το έδαφος εφ’ ου εστηρίχθη η κατ’ εμού επίσημος αύτη κατηγορία, δι’ ης κατεδικαζόμην εις ηθικόν θάνατον; Οποίον μέγα κακόν ειργάσθην προς Ημάς, Παναγιώτατε, ή και προς τίνα των Πατριαρχικών, όπως δολοφονηθώ; Διατί η τοσαύτη υμών κατ’ εμού μήνις, η και πόρρω παρακολουθούσα μοι, δι’ ης ζητείται ο παντελής ολοθρευμός μου; Κατά τι τουλάχιστον παρηνόχλησα Υμάς; Οποίον το μέγα προς Υμάς αμάρτημά μου; Οποία η πονηρία μου και η κακία μου; Εγώ επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, ότι ουδέποτε περί ουδενός εμελέτησα κακόν. Μόνον το αγαθόν εμελέτησα καθ’ όλην την ζωήν μου και αυτού εραστής και εργάτης εγενόμην. Φρονώ ότι των αγαθών μου διαθέσεων πείραν έλαβε και τρανάς τας ενδείξεις έσχεν η Υμετέρα θεία Παναγιότης.

          Αλλά ήδη προς τι ταύτα πάντα; Το έργον συνετελέσθη, η μήνις ικανοποιήθη, ο πονηρός παραδειγματικώς ετιμωρήθη. Προς τι η άκαιρος αύτη διαμαρτύρησις; Προς ουδέν πλέον έτερον, αλλ’ η προς το γνωρίσαι τη Υμετέρα θειοτάτη Παναγιότητι ότι πάσα η κατ’ εμού μήνις αυτής άδικος. Ο Θεός έστω μοι μάρτυς και κριτής. Διατελώ μετά βαθυτάτου σεβασμού και εύχομαι τα άριστα.»34   

          Μια συγκρατημένη έκφραση παραπόνου του αδικηθέντα διατρέχει όλο το κείμενο της επιστολής χωρίς να υπερβαίνει πουθενά τα όρια της ευπρέπειας. Σειρά ολόκληρη τα καίρια ερωτήματα που παραθέτει, τα οποία και από μόνα τους αποδεικνύουν την άδικη και αντικανονική του δίωξη. Ερωτήματα που ούτε τότε, ούτε και στα δεκαπέντε έτη που είχαν διαβεί μέχρι τότε απαντήθηκαν.  Ένδειξη της ανεξικακίας του και της πλήρους συγχωρήσεως αυτών, αποτελεί η συνειδητή αποφυγή του Αγίου Νεκταρίου να αναφέρει τα ονόματα των συκοφαντών του, τα οποία ήταν αδύνατον να μην τα γνωρίζει, αλλά και των πονηρών επιδιώξεών τους. Η δε κατακλείδα της επιστολής από μόνη της φανερώνει την καθαρότητα της συνειδήσεως και το πνευματικό μεγαλείο που έκρυβε η ψυχή του συντάκτη της : «Ο Θεός έστω μοι μάρτυς και κριτής. Διατελώ μετά βαθυτάτου σεβασμού και εύχομαι τα άριστα.»

          Όμως για ακόμα μία φορά ο Σωφρόνιος δεν απάντησε. Πίστεψε ότι δεν έχει ν’ απολογηθεί για τίποτε και σε κανένα. Αυτό όμως που λησμονούσε ήταν την απολογία «την επί του φοβερού βήματος του Χριστού» που σε λίγα έτη θα καλούνταν να δώσει με την κοίμησή του.

          Αλλά και ο διάδοχος του Πατριάρχη Σωφρόνιου, ο Φώτιος, που ήταν αμέτοχος της διώξεώς του, δεν δικαίωσε ως όφειλε τον Άγιο Νεκτάριο. Σε επιστολή του τελευταίου τον Οκτώβριο του 1902, όπου μεταξύ των άλλων του ζητούσε «…παρακαλώ την Θ. Μακαριότητα να μοι αποδώση δικαιοσύνην, αναγνωρίζουσά με Αρχιερέα του εαυτής Πατριαρχικού θρόνου», απαξίωσε να δώσει την οποιαδήποτε απάντηση. Προφανώς ο μακαρισμός του Κυρίου για τους «πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (Μτθ. 5,6) ήταν για τον Φώτιο απλά μια όμορφη φράση και τίποτε περισσότερο.

                   Η ετυμηγορία όμως του Θεού έλαμψε, αφού ο Νεκτάριος ο αποπεμφθείς και συκοφαντηθείς  Μητροπολίτης Πενταπόλεως  «Επέτυχε τον θρίαμβο του αγιασμού. έγινε φωστήρας τέλειος. ετέθει επί την λυχνία και έκτοτε και μέχρι της συντελείας θα είναι ο πραγματικός λύχνος της σημερινής μας Εκκλησίας, το παρήγορο σημείο όλων των πιστών, ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας»35.

ΓΕΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ  ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Δ΄

          Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος υπήρξε, παρά τα ελαττώματα του, μια από τις μεγάλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα. Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Βασίλειος Σταυρίδης , βασιζόμενος  στις σχετικές πηγές δίνει τον εξής εύστοχο και ευσύνοπτο χαρακτηρισμό γι αυτόν : «Κατά τους βιογράφους του, ο Σωφρόνιος και εις τας δύο Πατριαρχικάς θέσεις , εξ ων διήλθεν, αφήκεν ανάμνησιν αγαθήν, λόγω της ευλαβείας, της συνέσεως, του εκκλησιαστικού φρονήματος, της αγάπης του προς τα γράμματα, της φιλανθρωπίας και του διοργανωτικού του πνεύματος. Από χαρακτήρος ήτο μάλλον αυθαίρετος, αλλά τούτο δια την εποχήν εκείνην ήτο προσόν και όχι ελάττωμα, δι’ ο και ωφέλησε σημαντικώς την εκκλησίαν του Αλεξανδρινού θρόνου. »36

          Τα ίδια επισημαίνει και ο παλιός καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ. Ιωάννης Αναστασίου γράφοντας τα ακόλουθα : «Σημαντική είναι η Πατριαρχεία του Σωφρονίου Β΄ που κράτησε 30 χρόνια από το 1870 .μετά τη χειροτονία του ειρήνεψαν τα πράγματα , οι κοινότητες ευημερούσαν υπό την αγγλική διοίκηση και έτσι εξόφλησαν τα πατριαρχικά χρέη, ίδρυσαν εκκλησίες, σχολεία και νοσοκομεία, νέες κοινότητες και σωματεία. Για τα κοινωφελή αυτά έργα έδωσαν χρήματα και οι εθνικοί ευεργέτες που πλούτισαν στην Αίγυπτο»37.

          Υπήρξε ονομαστός ο Σωφρόνιος κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του στη Χίο για το ενδιαφέρον που επέδειξε για την εκπαίδευση «συνέστησε σχολεία εις τα κεντρικότερα μέρη της νήσου και παιδεύων πολλούς νέους ιδίαις δαπάναις, ανέδειξεν αυτούς χρήσιμα μέλη της Εκκλησίας και του Έθνους…»38 Ο Χίος λόγιος και ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας (1845-1906) κρίνοντας  το έργο του Σωφρονίου γράφει : «…εγένετο δε και εργασία αξιόλογος υπέρ αναπλάσεως των σχολείων της νήσου και της εκκλησιαστικής διοικήσεως»39.    

          Ο επίσης Χίος εκκλησιαστικός ιστορικός Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ανδρεάδης γράφοντας τέσσερεις περίπου δεκαετίες μετά την κοίμηση του Σωφρονίου διατυπώνει γι’ αυτόν ένα πραγματικά εγκωμιαστικό χαρακτηρισμό «Η επί δεκαεξαετίαν εν Χίω διαμονή του Σωφρονίου υπήρξε πλήρης ευεργετικής δράσεως και αυτόχρημα πατρικής στοργής. Γενόμενος τύπος και υπογραμμός αληθούς στρατιώτου του Χριστού επέδειξεν άμεμπτον πολιτείαν, άοκνον δραστηριότητα πνευματικού ποιμένος, διοικητικήν ικανότητα και πολιτικήν περίνοιαν…»40

          Αλλά για το ήθος και το καθημερινό παράδειγμα που παρείχε η ζωή του Σωφρονίου μαρτυρία υπάρχει και στην έκθεση πεπραγμένων του Γυμνασίου Χίου για το έτος 1891, δηλαδή τριάντα έξι χρόνια μετά την αποχώρησή του από τον Μητροπολιτικό θρόνο της νήσου: «Αλλά των ευεργετημάτων Αυτού τούτων απάντων μέγιστον ημίν επιδαψιλεύσατο ενταύθα τον Χρηστόν αυτού βίον και ως ιεράρχου και ως κληρικού και ως ανθρώπου καθόλου Χριστιανού και Έλληνος»41.

          Σύμφωνα με τον παλαιό καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Γεράσιμο Κονιδάρη, η Εκκλησία της Αλεξανδρείας: «ηυτύχησε να ειρηνεύση δια της εκλογής του πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σωφρονίου του Δ΄ (1870 – 1899) επί των ημερών του οποίου συνετελέσθη η ανόρθωσις αυτής…δια της σωφροσύνης και δραστηριότητος του Πατριάρχου…» ο οποίος «επεδόθη μετά ζήλου εις την διαποίμανσιν του ποιμνίου του – παρά το γήρας του»42

          Ο Σωφρόνιος χαρακτηρίζεται από τον καθηγητή του Ε.Κ.Π. Αθηνών Βλάσιο  Φειδά ως: «μορφωμένος και ένας από τους σημαντικότερους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως» και παράλληλα επισημάνεται η επιτυχία του κατά την παραμονή του στην Αίγυπτο όσον αφορά «την αναδιοργάνωση του ποιμαντικού, εκπαιδευτικού και κοινωνικού έργου του πατριαρχείου» με την αξιοποίηση των παροικιών του Αιγυπτιώτικου Ελληνισμού43.

          Όλοι οι προαναφερθέντες χαρακτηρισμοί για την προσωπικότητα και την ποιμαντική δράση του Σωφρονίου σκοπό είχαν να καταδείξουν το μέγεθος του σφάλματός του έναντι του Αγίου Νεκταρίου, που κυριολεκτικά αμαύρωσε ανεπανόρθωτα μια κατά τ’ άλλα αξιόλογη εκκλησιαστική προσωπικότητα.

ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΔΙΩΞΕΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟ 

          Ο Άγιος Νεκτάριος δεν ήταν δυστυχώς η μόνη περίπτωση διώξεως από πλευράς Σωφρονίου. Την εποχή της ποιμαντορίας του στη Χίο, διαφωνώντας με τον Διευθυντή της Σχολής της Χίου, Αρχιμανδρίτη Νίκανδρο Φιλάδελφο τον εκ Σύμης, τον ώθησε σε παραίτηση το 1842 και επιστροφή στον τόπο καταγωγής του44. Τον Αύγουστο του 1888 εξανάγκασε τον Μητροπολίτη Λιβύης υπέρτιμο και έξαρχο Αφρικής Ιγνάτιο, τον προκάτοχο του Αγίου Νεκταρίου ως Πατριαρχικού Επιτρόπου Καΐρου, να εγκατασταθεί στη Σμύρνη45. Το ίδιο έτος ο Μητροπολίτης Πηλουσίου, υπέρτιμος και έξαρχος Αυγουσταμνίκης Αμφιλόχιος, αντί να βρίσκεται στην Αίγυπτο, όπου και η κανονική του θέση, διέμενε στην Πάτμο46. Πολλές διώξεις και πιέσεις υπέστη και ο αξιόλογος Αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος Μαρούδας, ο οποίος ανήκε μεν στο κλήμα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, όμως λόγω των Σιναϊτικών Μετοχίων Καΐρου, αλλά και αλλού στην Αίγυπτο κινούνταν και στις επαρχίες του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Στις σχέσεις τους υπήρξαν και ήρεμες εποχές, όπως το 1889, όταν μαζί τέλεσαν την χειροτονία του Αγίου Νεκταρίου. Γενικά όμως τόσο πολύ τον κατέτρεξε, ώστε επανειλημμένως ν’ αναγκασθεί, για να εκτονωθεί η ένταση, να φύγει εκτός Αιγύπτου σε διάφορα μέρη όπως η Σμύρνη. Οι πιέσεις αυτές σε συνδυασμό με τη βεβαρημένη υγεία του ανάγκασαν τον Αρχιεπίσκοπο Πορφύριο να παραιτηθεί του θρόνου του στις 24 Απριλίου 1904 και να καταφύγει στο Σιναϊτικό Μετόχιο στην περιοχή Κάμπος της Χίου, όπου και εκοιμήθη το 1909. 47

ΤΑ ΟΨΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΟΚΡΥΠΤΟΜΕΝΩΝ ΟΠΙΣΘΕΝ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΔΙΩΚΤΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ 

         Όπως λέει και η Παλαιά Διαθήκη στις Παροιμίες του Σολομώντος : «όποιος σκάβει λάκκο για τον άλλο, αυτός πέφτει μέσα». Κανείς λοιπόν απ’ όσους λασπολόγησαν εναντίον του Αγίου, προκειμένου να μην μείνουν πίσω στην «κούρσα» της επερχόμενης εκλογής για τον Αλεξανδρινό θρόνο, δεν πέτυχε να δει πραγματοποιημένες τις φιλοδοξίες του. Πατριάρχης Αλεξανδρείας μετά τον θάνατο του Σωφρονίου εξελέγη το 1900 ο από Ναζαρέτ Φώτιος Πέρογλου. Η θεία δικαιοσύνη – εκ της οποίας δεν μπορεί να ξεφύγει ουδείς, διότι «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» (Εβρ. 10, 31) – τους έδωσε μια πρόγευση ήδη από την παρούσα ζωή, μήπως ανανήψουν και μετανοήσουν. Κυριολεκτικά κατά τη λαϊκή έκφραση «πληρώθηκαν με το ίδιο νόμισμα»  και κάποιοι από αυτούς τους διώκτες εξαναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν από την Αίγυπτο με εντολές του νέου Πατριάρχη Φωτίου48.

         Τόσο πολύ πάλεψαν όλοι αυτοί να σπιλωθεί η Αγία μορφή του και αμέτρητους  τόνους λάσπης εξέμεσαν οι διώκτες του, που επί δεκαετίες παρέσυραν κάποιους κακοπροαίρετους αλλά δυστυχώς και καλοπροαίρετους και αξιόλογους ανθρώπους. Στους τελευταίους ανήκει και ο Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ανδρεάδης. Στο τρίτομο έργο του, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας εντύπωση προκαλεί το ότι πουθενά δεν αναφέρεται ο Άγιος Νεκτάριος, ούτε μεμονωμένα αλλά ούτε και παρενθετικά στον βίο του Μητροπολίτη Σωφρονίου. Φυσικά το έργο δεν έλαβε οριστική μορφή, λόγω θανάτου του συγγραφέως, αλλά δεν φαίνεται να υπήρχε, τουλάχιστον στο βασικό κορμό της ύλης, πρόθεση αναφοράς στον Άγιο. Αν και χιακής καταγωγής ο Άγιος Νεκτάριος και ζήσας στη Χίο από το 1866 έως το 1881, του οποίου ακόμα και το πτυχίο που έλαβε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών αναγράφει «εκ Χίου ορμώμενος» διότι τη Χίο είχε δηλώσει ως τόπο καταγωγής, παρά ταύτα το όνομα του αποσιωπάται εντελώς .

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

          Ένας άλλος πάγκαλος Ιωσήφ υπήρξε ο Άγιος Νεκτάριος. Αδικήθηκε, συκοφαντήθηκε, «πουλήθηκε», εξορίσθηκε, εγκαταλείφθηκε, ταλαιπωρήθηκε από τους «αδελφούς» του αρχιερείς, ιερείς και λαϊκούς, όπως αιώνες πριν ο πάγκαλος Άγιος Ιωσήφ. Όμως όχι μόνο δεν έχασε την πίστη του, ούτε εκδικήθηκε, ούτε παραπονέθηκε για όλα τα παραπάνω, αλλά ευεργέτησε τους πάντες με την αγία ζωή του, συμπεριλαμβανομένων και των διωκτών του.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

    Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Β΄, σελ. 226.

  1. Δεν ήταν η πρώτη φορά που διασταυρώνονταν οι βίοι των δυο αυτών ανδρών, καθώς

    ο Μητροπολίτης Δέρκων Νεόφυτος είχε διατελέσει Μητροπολίτης Χίου (1856 –

    1860) αμέσως μετά την ποιμαντορία του Σωφρονίου (1839 – 1855).

  1. Ο διάδοχος του Σωφρονίου, ο Φώτιος Πέρογλου εκλέχθηκε το 1900 με συμμετοχή

    κληρικών και λαϊκών του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

  1. Ο Ιωάννης Χωρέμης ήταν Χίος , γεννήθηκε το 1827 και πέθανε το 1897. Υπήρξε

    δυναμικός επιχειρηματίας, αλλά και φιλάνθρωπος. Στην Αίγυπτο βρέθηκε μετά το

    1863 και σε συνεργασία με τον Εμμανουήλ Μπενάκη ίδρυσε το 1876 τον εξαγωγικό

    οίκο βάμβακος «Χωρέμη-Μπενάκη» στην Αλεξάνδρεια. Στις αρχές του 20ού αιώνος, η παραγωγή και η εμπορία του βαμβακιού της Αιγύπτου βρισκόταν στα χέρια πέντε Ελλήνων επιχειρηματιών: του Χωρέμη, του Σαλβάγου, του Ροδοκανάκη, του

    Μπενάκη, του Καζούλλη. Οι τρεις πρώτοι ήταν Χιακής καταγωγής.

  1. Ο Άγιος Νεκτάριος υπήρξε από το 1873 – 1876 δόκιμος μοναχός  στην

    Αυτοκρατορική και Σταυροπηγιακή Νέα Μονή της Χίου. Σ΄ αυτή τη μονή εκάρη

   μοναχός στις 7 Νοεμβρίου 1876 λαμβάνοντας το όνομα Λάζαρος και από τις 15

   Ιανουαρίου και ως το 1881 ως ιεροδιάκονος Νεκτάριος. Διαγράφηκε ύστερα από

   αίτησή του στις 24/11/1900 από το μοναχολόγιο της Μονής, προς μεγάλη λύπη των

   άλλων Νεαμονησίων μοναχών.

  1. Μεταξύ αυτών που βοήθησε ο Σωφρόνιος χρηματικά στις σπουδές τους ήταν:

    α) Κων/νος Ε΄ Βαλιάδης, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, β) Κων/νος Παγώνης,

    Αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, γ) Γερμανός Μαυρομμάτης,

    Μητροπολίτης Δημητριάδος κ.ά.

  1. Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

    Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Β΄, σελ. 211.

  1. Χαλκιά Στεφάνου Πόπη, Οι Άγιοι της Χίου, Αθήναι 2008, σελ. 291.
  2. Γέροντος Ιωσήφ Σπηλιώτου, Διδαχές από τον Άθωνα, Άγιον Όρος 1999, σελ. 106

    και 109.

  1. Βολουδάκη Βασιλείου π., Μία άγνωστη επιστολή του Αγίου Νεκταρίου, περιοδικό

      Ενοριακή Ευλογία, αρ. τευχ. 135, Νοέμβριος 2013.

  1. Επιστολή Αγίου Νεκταρίου προς Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιο τον Οκτώβριο

      του 1902.

  1. Απόσπασμα από την αναφορά του Γ. Γρυπάρη, πολιτικού πράκτορος του Βασιλείου της Ελλάδος στην Αίγυπτο στις 28 Ιανουαρίου 1894 .
  2. Μικραγιαννατίτου Γερασίμου π., Ακολουθία και βίος του εν Αγίοις Πατρός ημών

      Νεκταρίου…, Αθήνα 1982, σελ. 83.

  1. ΑγίουΜαξίμου του Ομολογητού, 400 Κεφάλαια περί αγάπης, Φιλοκαλία Β΄ 96.
  2. Η Βέγχα βρίσκεται μεταξύ Αλεξάνδρειας και Καΐρου.
  3. Κωνσταντινίδου Χ. Ιω., Θ. Η. Ε., τ. 2, στ. 286 – 287 και Παπαδάκη Νίκου, Η

      ανέγερση του Ναού της Αγίας Αικατερίνης στη Σητεία. Ιστορική αναδρομή.

  1. Διαδέχθηκε  τον αποθανόντα Μητροπολίτη Θηβαΐδος Ματθαίο Βαλλινάκη, ο

      οποίος κοιμήθηκε τον Νοέμβριο του 1888.

  1. Δημητρακοπούλου Σοφοκλή, Ιστορική βιογραφία Του Αγίου Νεκταρίου βασισμένη

      σε πηγές, Αθήνα 1998, σελ. 87 και 98 υποσ. 29 – 30.

  1. Τον Άγιο Νεκτάριο ο  Αμβρόσιος πρέπει να γνώριζε ήδη από τα φοιτητικά του

      χρόνια, αφού εγγράφηκε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών δυο έτη μετά την εγγραφή

      του Αγίου.

  1. 20.Γέροντος Ιωσήφ Σπηλιώτου, Διδαχές από τον Άθωνα, Άγιον Όρος 1999, σελ. 110.
  2. 21.Χονδρόπουλου Σώτου, Ο άγιος του αιώνα μας (Ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς), σελ.29 – 30.
  3. Χονδρόπουλου Σώτου, Ο άγιος του αιώνα μας (Ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς), σελ.35 – 36.
  4. Χονδρόπουλου Σώτου, Ο άγιος του αιώνα μας (Ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς), σελ.67 – 68.
  5. Κονιδάρη Γερασίμου, Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ΘΗΕ, τ. 2, στ. 57.
  6. Βασιλάκη Αγαπητού Μάρκου Πρωτ. , Ο Κορίνθου Μακάριος ο Νοταράς.

      Ανέκδοτοι σελίδες, Χιακά Εκκλησιαστικά Χρονικά, τεύχος Β΄, Χίος 1950 , σελ.30.

  1. Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

      Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Β΄, σελ. 380 και (εδημ. Μ. Γεδεών)

      Ο λόγος ον εξεφώνησεν ο Μητροπολίτης Χίου Σωφρόνιος επί τω Κοσμά, περιοδικό Θρακικά 1 (1928) σελ. 17 – 20.

  1. ΑγίουΜαξίμου του Ομολογητού, Ευεργετινός Α΄, σελ. 389.
  2. Ματθαιάκη Τίτου Αρχιμ., Η Θεία Λειτουργία του Αγίου και ενδόξου Αποστόλου

      και Ευαγγελιστού Μάρκου, αντιγραφείσα υπό του Μητροπολίτου Πενταπόλεως

      Νεκταρίου, Θεολογία 26, Αθήναι 1955, σελ. 14 – 36.

  1. Ζήση Θεοδώρου π., Ο Άγιος Νεκτάριος ως διδάσκαλος, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 56- 57.
  2. Ο Γερμανός Καλλιγάς (1844 – 1906) διατέλεσε Μητροπολίτης Αθηνών (1889 –

      1906). Υπήρξε Αρχιδιάκονος και ιδιαίτερος γραμματέας του Πατριάρχη

      Σωφρονίου, ο οποίος αφού εκτίμησε τις ικανότητές του τον ανεβίβασε σε

      Πρωτοσύγκελο και διευθυντή του Πατριαρχικού του γραφείου. Βλπ. Φοροπούλου

      Νικολάου, Γερμανός Καλλιγάς Μητροπολίτης Αθηνών, ΘΗΕ, τ. 4, στ. 397 – 399.

  1. Βολουδάκη Βασιλείου π., Μία άγνωστη επιστολή του Αγίου Νεκταρίου, περιοδικό

      Ενοριακή Ευλογία, αρ. τεύχ. 135, Νοέμβριος 2013.

  1. Δημητρακοπούλου Σοφοκλή, Ιστορική βιογραφία Του Αγίου Νεκταρίου βασισμένη  σε πηγές, Αθήνα 1998, σελ. 106.
  2. Εκτός του Αγίου Νεκταρίου οι άλλοι δύο υποψήφιοι για τη θέση του Διευθυντή της Ριζαρείου ήταν : ο Επίσκοπος Κάσσου και Καρπάθου Νείλος και ο Αρχιμανδρίτης

      Σαμουήλ Ανεστόπουλος. βλπ. Γιαννακοπούλου Βαρβάρα, Άγιος Νεκτάριος

      Πενταπόλεως, ο Διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Ο παιδαγωγός

      ο θεολόγος, Κοινωνία, έτος ΛΗ΄ τ. 1 (Ιαν. – Μάρτ. 1995), σελ. 51.

  1. Χονδρόπουλου Σώτου, Ο άγιος του αιώνα μας (Ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς), σελ.

      153 – 154.

  1. Γέροντος Ιωσήφ Σπηλιώτου, Διδαχές από τον Άθωνα, Άγιον Όρος 1999, σελ. 111.
  2. Σταυρίδου Βασιλείου, Οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι. 1860 – σήμερον, και

      Σωφρόνιος Γ΄, Θ.Η.Ε. , τόμος 11, στήλη 648.

  1. Αναστασίου Ιωάννη, Εκκλησιαστική Ιστορία,Θεσσαλονίκη, τόμος Β΄, σελ. 429.
  2. Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

      Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Β΄, σελ. 211.

  1. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1921, τόμος Γ2΄, σελ. 51.
  2. Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

      Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Β΄, σελ. 210 – 211.

  1. 41.Αρχιμανδρίτου Ανδρεάδου Ιωάννου, Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας,

       Αθήνησιν 1940 (επανέκδοση 1997), τόμος Β΄, σελ. 211.

  1. Κονιδάρη Γερασίμου, Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ΘΗΕ, τ. 2, στ. 57.
  2. Φειδά Ιω. Βλασίου, Σωφρόνιος ο Γ΄, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Αθήνα 1993, τ. 56, σελ. 268.
  3. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, τόμος Γ1΄, σελ.639 και σελ. 643 υποσ. 1.
  4. Εκκλησιαστική Αλήθεια, Κωνσταντινούπολις 23 Μαρτίου 1888, έτος Η΄, αρ. 19,

      σελ. 151 – 152 και αναφορά του Γ. Γρυπάρη πολιτικού πράκτορος του Βασιλείου

      της Ελλάδος  στην Αίγυπτο στις 28 Ιανουαρίου 1894 .

  1. Εκκλησιαστική Αλήθεια, Κωνσταντινούπολις 23 Μαρτίου 1888, έτος Η΄, αρ. 19,

      σελ. 151 – 152.

  1. Καποδίστρια Παναγιώτη πρωτοπρ., Ζακυνθινοί επίσκοποι στον κόσμο, Ζάκυνθος

      2004, σελ. 129 – 139.

  1. Βολουδάκη Βασιλείου π., Μία άγνωστη επιστολή του Αγίου Νεκταρίου, περιοδικό

 

      Ενοριακή Ευλογία, αρ. τευχ. 135, Νοέμβριος 2013.