Στήν Θεομάνα μας νά στραφούν καί πάλι οἱ ελπίδες μας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι Ἑλληνοσώτειρα

Δημήτρης Νατσιός,

9-1
Στήν Θεομάνα μας νά στραφούν καί πάλι οἱ ελπίδες μας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι Ἑλληνοσώτειρα
Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος-Κιλκίς
«Ἡμεῖς νικῶμεν, νικώντων τῶν ἄλλων»
ἅγιος Νκόλαος Καβάσιλας
Παραπέμπω, ἐν πρώτοις, σ’ ἕνα ἔξοχο κείμενο τοῦ τροπαιούχου νομπελίστα μας ποιητῆ Γιώργου Σεφερη. Ἔλεγε τὸ 1936: «Ὅσο προχωρεῖ ὁ καιρὸς καὶ τὰ γεγονότα, ζῶ ὁλοένα μὲ τὸ ἐντονότερο συναίσθημα, πὼς δὲν εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, πὼς αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα, ποὺ τόσο σπουδαῖοι καὶ ποικίλοι ἀπεικονίζουν καθημερινά, δὲν εἶναι ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἕνας ἐφιάλτης μὲ ἐλάχιστα φωτεινὰ διαλείμματα, γεμάτα μὲ μία πολὺ βαρειὰ νοσταλγία. Νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό». Κι ἂν αὐτὰ λέγονται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ ἔνδοξο ’40, ὅπου οἱ Ἕλληνες μποροῦσαν ἀκόμη νὰ «μεθύσουν» ἀπὸ «τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα», τί νὰ ποῦμε γιὰ τὸ σήμερα;
Σήμερα ἡ νοσταλγία ἔγινε θλίψη ἀνείπωτη, θρηνωδία ἀσίγαστη γιὰ τὸν ξεσπεσμὸ τῆς Πατρίδας μας.
Ὅμως «τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι, εἶναι λίγο πρὶν ξημερώσει ὁ Θεός», ἔλεγε ὁ Κολοκοτρωνης. «Τὸ Γένος μας καὶ ἄλλες φορὲς σταυρώθηκε, ἀλλὰ ἰδοὺ ζῶμεν». Ὅταν ἔπεσε ἡ βασιλεύουσα Πόλη, «ἡ χαρὰ καὶ ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων», ὁ λαός μας δὲν ζητεῖ παρηγοριὰ ἀπὸ τὴ Θεομάνα μας, τὴν Παναγία, ἀλλὰ σπεύδει καὶ τὴν παρηγορεῖ, ρίχνοντας συγχρόνως καὶ τὸν σπόρον τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους.

«Σώπασε κυρα-Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά σου θἆναι».
Καὶ σήμερα αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε τὴ στενωπὸ τῆς κρίσης, νὰ στραφοῦμε πίσω «Ὅλα τὰ ἔθνη γιὰ νὰ προοδεύσουν πρέπει νὰ βαδίσουν ἐμπρός, πλὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ποὺ πρέπει νὰ στραφεῖ πίσω», ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος Δημήτρης Καμπουρόγλου (1852-1942).
Πόλεμοι, ἀστυφιλία, φτώχεια, μανιῶδες κυνήγι τοῦ εὔκολου καὶ ἄκοπου πλουτισμοῦ ἀπομάκρυναν τὸν λαό μας ἀπὸ τὰ εὐλογημένα χωριά μας. Συνωστιζόμαστε στὶς τσιμεντουπόλεις, τὶς ἀπρόσωπες καὶ ἀπάνθρωπες, γεγονὸς μὲ τραγικὲς συνέπειες στὸ ἦθος κὰ τὸν χαρακτήρα μας.
Μακριὰ ἀπὸ τὴ φύση, τὴ γῆ, τὸ «λίαν καλὸ» ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, θαμπωθήκαμε ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ μηδαμινὰ ἔργα τῶν χειρῶν μας, τὶς πολύχρωμες βιτρίνες καὶ ξεχάσαμε τὸν Κτίστη, πέσαμε σὲ ἀπιστία. Μὰ «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ».
Κλείσαμε, κλειδώσαμε καὶ τὰ παιδιά μας στὰ πανέμορφα παιδικὰ δωμάτια τους, στερώντας τα ἀπὸ τὸ σημαντικότερο πράγμα γιὰ τὴν ὑγιῆ ἀνατροφή τους τὸ παιχνίδι.
(«Τὸ σπουδαιότερο πράγμα ποὺ κάνει ἕνα παιδὶ εἶναι τὸ παιχνίδι» ἔλεγε ὁ Ἐλύτης)
Ἀντί νὰ ἀνατρέφουμε αὐτούς, ποὺ θὰ πετοῦν ψηλὰ καὶ θὰ ἀγναντεύουν τὸ πέλαγος, φυλακίσαμε τὰ παιδιὰ σὲ «χρυσὰ κλουβιά».
Τὰ παιδιά, ὅμως γιὰ νὰ «ἀνθίσουν», θέλουν γῆ, χῶμα, νὰ ἀπολαύσουν καὶ νὰ χαροῦν τὸ ἀτίμητο δῶρο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλευθερία. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας. Ἂς μὴν μᾶς διαφεύγει τὸ γεγονὸς πὼς ἡ κατοχὴ γῆς- ἰδιοκτησίας τονώνει ἀκόμη ἀκόμη τὸ ἐθνικὸ αἴσθημα λόγῳ προσωπικοῦ γοήτρου καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν Πατρίδα. Τροφοδοτεῖ δεσμούς, ποὺ κινοῦν τὰ ζωτικὰ νεῦρα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «πολυκατοικημένη» συνοίκηση, ὅπου ἀνθεῖ ἡ δυσαρέσκεια, ἡ νευρικότητα, μειώνεται, ἐν τέλει, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ ἀκόμη «αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἔδαφος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, δὲν ἔχει μήτε Θεό, κι ὅποιοι ἀρνεῖται τὴν Πατρίδα του, ἀρνεῖται τὸν Θεό» γράφει ὁ Ντοστογιέφσκι.
Καὶ αὐτὸ ἰσχύει περισσότερο γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοῦτο τὸ «ἔνδοξο καλυβακι», ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Θεός. Ἡ συχνότατη ἐπωδὸς τοῦ Μακρυγιάννη «πίστη καὶ Πατρίδα μου», ἦταν γιὰ ὅλους ἐκείνους, ποὺ μᾶς παρέδωσαν αὐτὸ τὸν τόπο, ὡς «τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο» ἕνα δίδυμο, ἀλλὰ ἀδιαίρετο χρέος ἱστορικῆς ὑπάρξεως.
Ἡ κρίση, ποὺ ταλανίζει τοὺς λαούς μας, εἶναι ἀπότοκος καὶ τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὴν πατρῶα γῆ. Διασώζει ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία μιᾶς βαθειᾶς ἔννοιας καὶ λεπτότητας ἀλληγορία: Τὸν γιὸ τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Γῆς, τὸν τρομερὸ καὶ δυσπολέμητο γίγαντα Ἀνταῖο, ποὺ ἀντλοῦσε τὴ δύναμή του ἀπὸ τὴν γῆ. Ὅσο τὴν πατοῦσε ἦταν ἀνίκητος. Τὸν φόνευσε ὁ Ἡρακλῆς ἀνασηκώνοντάς τον ἀπὸ τὸ χῶμα «Πάρτε μαζί σας νερό, τὸ μέλλον θὰ ἔχει πολλὴ ξηρασία», μᾶς προτρέπει ὁ ποιητὴς Μ.Κατσαρός. Καὶ αὐτὸ τὸ νερὸ εἶναι ἡ παράδοση. Οἱ νέοι πρέπει νὰ μάθουν, ὅτι δὲν εἴμαστε χθεσινοί, ὅτι ἐρχόμαστε ἀπὸ πολὺ μακριὰ καὶ ἔχουμε χρέος νὰ πᾶμε πιὸ μακριά. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ αὐτογνωσία γίνεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι, ὅπου γεννηθήκαμε.
«Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
κι ἄς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι
στοιχεῖο εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ
ψυχὴ καὶ μὲ προσμένει»,
γράφει ὡραιότατα ὁ Παλαμᾶς.
Οἱ μπαζωμένες πόλεις κουράστηκαν. Τὰ «ρόδινα ἀκρογιάλια τῆς Πατρίδας μας», τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου» περιμένουν τοὺς ἀνθρώπους τους. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τὰ ποτίζει μὲ τὸν τίμιο ἰδρώτα του, τὰ ἡμερώνει. Ἔγραφε μὲ πίκρα ὁ Φώτης Κόντογλου γιὰ «τὴ ζάλη καὶ τὴν ἀηδία», ποὺ τὸν ἔπιανε στὶς γυάλινες πολιτεῖες μὲ τοὺς γυάλινους ἀνθρώπους: «Θαρρῶ πὼς βρίσκομαι σὲ καμμιὰ βρώμικη φυλακή, χάνω τὸ κέφι μου καὶ θέλω γρήγορα νὰ φύγω μακρυά, ν’ ἀπομείνω μὲ τὸν ἑαυτό μου. Συζητήσεις ἀτελείωτες καὶ μπερδεμένες, δουλειές, ἐπιχειρήσεις, θέατρα, βιβλία, πολιτικὴ ἀγωνία, ἀδιαντροπιά, λεφτά, λεφτά…Ὁ ἱδρώτας τρέχει ἀπὸ πάνω μου. Μηχανὲς λογῆς-λογῆς μουγκρίζουνε γύρω μου. Οἱ ἄνθρωποι τρέχουνε σὰν νἆναι στὸ φρενοκομεῖο.
Φεύγω μακριά. Τρέχω, σὰν νὰ ξέφυγα ἀπὸ ληστές.
Δὲν πιστεύω τὰ μάτια μου πὼς βρίσκουμαι μακρυὰ ἀπὸ τὴν κολαση! Ἡσυχία! Κάθομαι σὲ μία πέτρα. Κοιτάζω τὰ βουνά, τὰ δέντρα, τὸ χῶμα, τὰ σύννεφα, κι ἀναστενάζω. Βλογημένη πλάση τοῦ Θεοῦ. Ἀγαπημένο καταφύγιο…» (Μυστικὰ Ἄνθη, σελ. 223).
Αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καταφύγιο, τὴν γῆ μας, τὴν ἰθαγένειά μας, νὰ ξαναβροῦμε.
Τὴν ταπεινὴ ὀμορφιὰ τοῦ τόπου μας, τὰ πρόσωπα τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν μας, τὰ ἀρώματα, τὶς γεύσεις τῆς Πατρίδας μας, νὰ ζεσταθεῖ πάλι ἡ καρδιά μας, ποὺ εἶναι ξυλιασμένη ἀπὸ τὴν παγωνιὰ τῆς «μεθυσμένης» πολιτείας.
Καὶ ἄς ἀνοίξουμε τὸ στόμα μας γιὰ νὰ ποῦμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγαν οἱ παλιοί, οἱ Ρωμηοί, ὅταν τοὺς ὅρισκαν «περιστάσεις καὶ θλίψεις καὶ συμφοραί τοῦ βίου».
«Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μας εἰς σὲ ἀνατίθεμεν Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον μας ὑπὸ τὴν σκέπη σου». Στήν Θεομάνα μας νά στραφούν καί πάλι οἱ ελπίδες μας. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ελληνοσώτειρα.
Ἤμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω ἀπὸ τὴν πιὸ φρικτὴ καὶ βάρβαρη δουλεία ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος. Καὶ ὅμως «ἰδοὺ ζῶμεν» Ἀλλὰ πῶς; Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰ. ἕνας Γάλλος Ἰησουίτης ὀνόματι Ρισάρντ, περιηγεῖται τὴν σκλαβωμένη Ἑλλάδα. Ἐπιστρέφοντας στὴ χώρα του ἔγραψε ἕνα βιβλίο. Ἀποσπῶ μία ἐντύπωσή του.
«Πολλὲς φορὲς ἀπορῶ πῶς κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώση ἡ χριστιανικὴ πίστη στὴν Τουρκία καὶ πῶς ὑπάρχουν στὴν Ἑλλάδα 1.200.000 Ὀρθόδοξοι. Καὶ νὰ σκεφτῆ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστῆ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία… Καὶ ὅμως οἱ Ἕλληνες εἶναι εὐτυχισμένοι ποὺ παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πὼς αὐτὸὀφείλεται στὴν λατρεία ποὺ τρέφουν στὴν Παναγία… Σὲ ὅλα τὰ σπίτια βλέπεις εἰκόνες τῆς Παναγίας. Εἶναι ὁ φρουρὸς ἢ καλύτερα ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ. Σ’ αὐτὴν τὴν εἰκόνα στρέφουν τὸ βλέμμα, ὅταν τοὺς συμβῆ κάτι κακό, ἱκετεύοντας τὴν βοήθειά της. Σ’ αὐτὴν ἀπευθύνονται γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεό, ἂν μὲ τὴ δική της μεσολάβηση ἔλθη κάτι καλὸ στὸ σπιτικό τους…Ὁ ἴδιος διαπίστωσα μὲ πόση φυσικότητα, μὲ πόση εὐγλωττία καὶ συγκίνηση μιλοῦν στὶς οἰκογενειακές τους κουβέντες γι’ αὐτὴ τὴ βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν».

Θαῦμα τῆς Παναγίας μας ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ Γένους. Ταῖς πρεσβείας τῆς Θεοτόκου Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς, ἔψαλλαν οἱ ἡρωικοὶ ραγιάδες. Μόνο αὐτὸ τὸ ρουσφέτι μᾶς ἐπιτρέπεται. «Καλή Παναγία» ἀδελφοί…

Διδακτικά και εσχατολογικά αποφθέγματα Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ του Αγιορείτου

gSofronios_A-page-001gSofronios_A-page-002gSofronios_A-page-003gSofronios_A-page-004gSofronios_A-page-005gSofronios_A-page-006gSofronios_A-page-007gSofronios_A-page-008gSofronios_A-page-009gSofronios_A-page-010gSofronios_A-page-011gSofronios_A-page-012gSofronios_A-page-013gSofronios_A-page-014gSofronios_A-page-015gSofronios_A-page-016gSofronios_A-page-017gSofronios_A-page-018gSofronios_A-page-019gSofronios_A-page-020

ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ

unnamed
Χριστιανοί μου, ο Άγιος Μαρκιανός ήταν ιερεύς στο ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός λοιπόν γύριζε έξω τις νύχτες, όπως μας περιγράφει το γεροντικό, και μάζευε εκεί τους εγκαταλελειμμένους νεκρούς.
Τους έπλενε με τα χέρια του, τους μύρωνε, τους σαβάνωνε, τους πήγαινε στην εκκλησία, τους διάβαζε την νεκρώσιμη ακολουθία, τους ησπάζετο σύμφωνα με τον ψαλμό «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» και την άλλη μέρα τους έθαβε.
Κάποτε περιποιήθηκε ένα νεκρό γεροντάκι που φαινόταν πολύ βασανισμένο και χτυπημένο από τη ζωή. Το τοποθέτησε στο νάρθηκα, και αφού τελείωσε και τα νεκρώσιμα και όλα όσα έπρεπε να κάμει δια των κεκοιμημένων γύρισε προς το νεκρό και του λέγει:
– Έλα αδελφέ μου να φιληθούμε σαν παιδιά του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Και ω, του θαύματος, ο νεκρός με ευγνωμοσύνη, υπακούοντας στην πρόσκληση του Αγίου Μαρκιανού, ανακάθισε στο φέρετρο, αντάλλαξε ασπασμό αγάπης με τον Άγιο και έπεσε πάλι στον ύπνο του θανάτου, σταυρώνοντας απαλά τα χέρια του.
Ο Άγιος Μαρκιανός βγήκε αθόρυβα από την εκκλησία, σα να συνέβαινε το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Ο νεωκόρος όμως που ξενυχτούσε και αυτός για κάποιο λόγο τα είδε όλα αυτά έκπληκτος, και με φόβον και πολύν θαυμασμόν, και την άλλη μέρα προς δόξαν του Αγίου Θεού τα διέδωσε σε όλη την πόλη – έτσι τα πληροφορηθήκαμε και εμείς.
Μη σας φαίνεται παράξενο, πριν τριάντα χρόνια κάποια γυναίκα στο Βόλο, μάζευε τα ονόματα όλων των ζητιάνων, τους οποίους γνώριζε ότι όντως ήσαν αξιοθρήνητοι και η διαβίωσίς των αθλία. Και φρόντιζε όταν πέθαιναν για την κηδεία τους. Να τους κάνει τα τριήμερα, τα εννιάμερα, τα σαρανταήμερα, το χρόνο, να τους ξεθάψει, και τα λοιπά και τα λοιπά.
Μία γυναίκα! Για δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια. Έχουμε μάρτυρες γι’ αυτά.
Ποιος από μας το κάνει; Πέστε μου! Ποιος; Σε έναν ζητιάνο.
Ζεί η Ορθοδοξία, ζεί, υπάρχει, αλλά εμείς κοιμώμαστε!…
Να μια μεγάλη μορφή ελεημοσύνης διαφορετικής μορφής από όσες ξέραμε μέχρι τώρα. Γιατί εμείς νομίζουμε ότι άμα βγάλουμε ένα πενηντάρικο και το κουνήσουμε έτσι, δυνατά, και το ρίξουμε στο ζητιάνο, αυτή είναι ελεημοσύνη.
Ας επιδιώκουμε καθημερινά να γινόμεθα ελεήμονες, δηλαδή να έχουμε μέσα στην καρδιά μας τον ελεήμονα Θεόν, και τότε σαν αποτέλεσμα της γεύσεως αυτού του θείου ελέους, θα έχουμε την με αγάπη και ταπείνωση ελεημοσύνη προς τον πλησίον. Δεν θα προσφέρουμε μόνον ελεημοσύνη, αλλά θα είμαστε ίδιοι, η μοναδική, η εξαιρετική, η διακεκριμένη ελεημοσύνη.
Αδελφοί μου, να και μια ελεημοσύνη των ημερών μας.
Δεκέμβριος του 87. Το πληροφορήθηκα αυτήν την εβδομάδα.
Περπατά στο δρόμο ένας χριστιανός. Έξω από μια εκκλησία ένας ζητιάνος σχεδόν γυμνός, παραμονές των εορτών, χειμώνας, σαρακοστή Χριστουγέννων είπαμε, το κρύο τσουχτερό, κρυώνει.
Τον βλέπει ο χριστιανός, τον λυπάται, βγάζει από πάνω του το μάλλινο χοντρό σακάκι και το βάζει στο ζητιάνο. Ευχαριστώ του λέει εκείνος και απλώνει ο ζητιάνος το χέρι και του δίδει ένα κομμάτι αντίδωρο τυλιγμένο σ’ ένα χαρτί.
Το πήρε γεμάτος απορία και όπως ήταν νηστικός το έφαγε.
Ω, τι ήταν αυτό! Τι θεία ευφροσύνη ήταν αυτή! Τι αγαλλίαση! Πλημμύρισε ολόκληρος! Όλο του το σώμα άστραψε σαν το φως! Και ας μην είχε ούτε καν ήλιο. Και από υπερακατάληπτον ευωδίαν. Ένοιωσε νέος άνθρωπος, σα να πετά, αλλιώτικος, όλα του γύρω άλλαξαν, έγιναν πανέμορφα, όλοι του οι άνθρωποι του φαινόταν όμορφοι, ήθελε να τους αγκαλιάσει, να τους βάλει μέσα στην καρδιά του, τα σπίτια, τα μάρμαρα, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο, τα πάντα, όλα άστραφταν, άστραφταν από αγάπη…
Έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα, ποιος ξέρει πόσην ώρα, απολαμβάνοντας αυτή τη θεία δωρεά.
Τελικά γύρισε προς το ζητιάνο.
Έλειπε!
Και στη θέση του ζητιάνου ήταν ριγμένο το σακάκι.
Το πήρε, το αγκάλιασε σφιχτά.
Για μια βδομάδα δεν έφαγε ούτε μια μπουκιά ψωμί.
Δεν ήπιε ούτε μια σταγόνα νερό.
Μόνον κάθε πρωί κοινωνούσε, χωρίς να παίρνει αντίδωρο.
Τον είχε υπερχορτάσει η ελεημοσύνη.
Η θεία ελεημοσύνη.
Αδελφοί μου, θα πω τον λόγον του Κυρίου, της Αγίας Γ ραφής.
Ελεείτε χριστιανοί, ελεείτε.
Πάντοτε έλεος με αγάπη.
Με όποιον τρόπον θέλετε. Αλλά με αγάπη,
Αμήν, γένοιτο.
ΠΗΓΗ.Μας στάλθηκε με e-mail

Οι αρετές της Μεταμόρφωσης…

της Μάρως Σιδέρη,
Η Μεταμόρφωση του Ιησού έχει, όπως όλες οι διηγήσεις των Ευαγγελίων, πολλά να διδάξει: Μια χειμωνιάτικη γιορτή στην καρδιά του καλοκαιριού, αφού ιστορικά τοποθετείται 40 μέρες πριν τη σταύρωση (υπολογίζεται γύρω στο Φεβρουάριο) που αν μη τι άλλο δείχνει ότι ο χρόνος για να τιμήσεις ό,τι πιστεύεις είναι το πάντα και όχι το κάποτε… Μια χειμωνιάτικη ιστορία στην καρδιά του καλοκαιριού, 40 μέρες πριν από τη Σεπτεμβριάτικη γιορτή του Σταυρού, που όμως πάντα υπόσχεται Πασχαλιά και Ανάσταση…
Γιατί τελικά αυτή είναι η ουσία της ευαγγελικής διδαχής: πώς θα νικηθεί ο θάνατος, πώς θα νικήσει η ζωή… Το θάνατο πολεμά τούτο το Δόγμα, το θάνατο του πνεύματος, της νόησης, της συνείδησης, της ψυχής, του σώματος, το Θάνατο του ανθρώπου και της πλάσης… και το θάνατο το νικάς με μεταμόρφωση, με την αλλοτρίωση της χωμάτινης πεζής πραγματικότητας και την αναζήτηση της πνευματικής διάστασης των πάντων! Η ευαγγελική διήγηση έχει πολλά να πει για τη Μεταμόρφωση του Κυρίου, του Ανθρώπου που πριν χάσει για λίγο τη χλωμή ομορφιά της ανθρώπινης φύσης, αποκάλυψε μέρος της νικητήριας Ουράνιας λάμψης Του, για να ανοίξει το δρόμο.
Κι ακριβώς ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της διήγησης είναι οι αρετές που αξιώνονται να βρουν αυτό το δρόμο και να γευτούν τη Μεταμόρφωση- τις αποκαλύπτουν οι μαθητές που , σύμφωνα με την περικοπή, αξιώθηκαν να τη βιώσουν: Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος… Τυχαίο; Μάλλον όχι. Τίποτα σ’ αυτό το παράξενο Δούναι Λαβείν του Ουρανού με την ανθρωπότητα δεν είναι αφημένο στην τύχη. Το καθετί, η κάθε λεπτομέρεια παίζει ένα ρόλο, χωρίς τον οποίον το μήνυμα αλλοιώνεται: Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος…Γιατί αυτοί οι τρεις; Προφανώς γιατί ο καθένας ως άνθρωπος, κουβαλάει μαζί του ένα πολύ ξεχωριστό ανθρώπινο ελάττωμα που μεταμορφωμενο γίνεται υπέρτατη αρετή: ο Πέτρος δειλιάζει εύκολα μα γίνεται πρωτοπόρος στην Πίστη… Ο Ιωάννης θυμώνει εύκολα μα γίνεται πρωτοπόρος στην Αγάπη… ο Ιάκωβος ενθουσιάζεται εύκολα και γίνεται πρωτοπόρος στη Θυσία (είναι ο πρώτος των μαθητών που μαρτύρησε).
Αυτός είναι ο δρόμος για να νικηθεί η πνευματική ένδεια: η μετατροπή της αμφιβολίας σε πίστη, του θυμού σε αγάπη, του ενθουσιασμού σε θυσία: Πίστη- Αγάπη- Θυσία… κι έπειτα, για να ανοίξει ο δρόμος για τα «ελαττώματα» που έγιναν αρετές, θέλει την κορύφωσή τους: να πιστεύεις με στοργή, να αγαπάς αυτό που πιστεύεις με ορμή, να θυσιάζεσαι για ό,τι αγαπάς με θάρρος… Πίστη- Αγάπη- Θυσία… Ακόμα κι αν δεν πιστεύεις στο ιστορικό γεγονός, δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ότι η περικοπή λέει μεγάλες αλήθειες: κανένας δεν ξέφυγε ποτέ από το σκοτάδι με απιστία, μίσος και εγωπάθεια… το φως για να ανάψει, για να κάψει το σαθρό και να φωτίσει το γνήσιο θέλει πρώτα να το πιστέψεις… και σαν το πιστέψεις, να το αγαπήσεις… και για να το φτάσεις, να θυσιάσεις στο βωμό της αγάπης σου τον παλιό, φθαρτό, πεζό εαυτό σου…
Μάρω Σιδέρη

Τα σταφύλια της Μεταμόρφωσης

 

Καθώς βιώνουν ευχαριστιακά οι Χριστιανοί τη μεγάλη και χαροποιό εορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και μέσω αυτής η Εκκλησία υποδεικνύει στον κάθε άνθρωπο «την κρείττονα (…) αλλοίωσιν» (1), ευθεία δηλαδή οδό μεταβολής της ψυχικής χοϊκότητας επί το πνευματικότερον, μέσω μάλιστα της θέας του ακτίστου Φωτός που τόσο υπέροχα επέλαμψε στο όρος Θαβώρ, πραγματοποιείται και μια μικρή τελετή για την ευλογία των σταφυλιών, καθώς αρχίζει ο Τρύγος σε λίγες ημέρες. Τι παράδοξα πράγματα συμβαίνουν στην Ορθόδοξη Λατρεία: Ενώ θεωρείται ότι οι πιστοί στοχεύουν στην υπέρβαση των υλικών, ήδη ευλογούνται καρποί υλικοί. Τούτο θα μπορούσε να ξενίσει κάποιους ή να ξεστρατίσει το νου σε αλλότριες εκτιμήσεις. Αλλά όχι! Υπάρχει εξήγηση και μάλιστα θεμελιωμένη στη θεολογική εμπειρία!

Αξίζει να προσεχθεί ότι στην αρχή διατυπώθηκε λόγος για υπέρβαση της ψυχικής χοϊκότητας, δηλαδή για το φρόνημα του χώματος, το οποίο εγκλωβίζει συνήθως τον άνθρωπο σε λαβυρίνθους ή τον συνθλίβει κατάχαμα, δίχως να τού επιτρέπει το σθένος της ανάτασης / ανάστασης. Αυτή η άκρως επίφοβη χοϊκότητα δεν έχει σχέση με αυτή καθεαυτή την ύλη ως συστατικού της ύπαρξης του ανθρώπου και του κόσμου μας.

Όντας ο άνθρωπος δισύνθετος, πλαστουργημένος δηλαδή από σώμα και ψυχή, από πηλό και ουρανό, δεν είναι δυνατόν και δεν είναι επιτρεπτό ν’ απαρνηθεί το υλικό του μέρος. Τούτο, εάν κάποτε εκφέρεται ως επιδίωξη από διάφορους κύκλους εκκλησιαστικούς (παρα- κι εξω-εκκλησιαστικοί μάλλον αποδεικνύονται), οδηγεί σε πολύ επικίνδυνες παρεκκλίσεις και αδιέξοδες αστοχίες. Ο άνθρωπος ο καινούργιος, αυτός της Αιωνιότητας, είναι ο μεταμορφωμένος άνθρωπος της Ανάστασης, ο οποίος διασώζεται και με την ψυχή και με το σώμα του!

Άλλωστε, τα στοιχεία της ύλης, ως παράγωγα της θείας αγάπης και ελευθερίας, είναι πρωτίστως θείες έννοιες, οριζόμενα από μια θεόπνευστη λογική, η οποία εξωτερικεύεται πολύτροπα προς την Κτίση. Η πηγή τους είναι η ίδια, που σημαίνει ότι έχουν εσωτερική και απόλυτη ενότητα, χαρακτηρίζονται όμως και από μιαν -απροσδιόριστη στον ανθρώπινο νου- ετερότητα συνδυασμών. Ο θείος Λόγος δομεί το Σύμπαν δια ενεργειών απείρων, οι δε θείοι λόγοι βρίσκονται σε κίνηση διαρκή, η οποία δύναται να μηδενίσει τη μονοτονία της κοσμικής λειτουργίας, αλλά και θέτουν ένα ενιαίο σκοπό, προσεγγιζόμενον όμως συνεγείροντας τις ιδιαιτερότητες και δυνατότητες ενός εκάστου από τα όντα. Μολαταύτα η Κτίση δεν αποτελεί μόνον «ποίησιν χειρών αυτού» (2), αλλά και καλλιτέχνημά Του. Το Κάλλος και η Αρμονία αποτελούν τα χαρακτηριστικά της έλλογης αυτής σύνθεσης στοιχείων (3).

Δεδομένων όλων των ανωτέρω ο άνθρωπος σέβεται την ύλη κι ευλογεί κάθε τι το υλικό, ισοδύναμα με καθετί το πνευματικό τον αφορά, εν προκειμένω τα σταφύλια, «τον καρπόν της αμπέλου τον νέον»: Ως βοηθητικό της επίτευξης τού κατεξοχήν στόχου μας, της θέας δηλαδή του Θεού, της μετοχής -κατά την δυνατότητα ενός εκάστου- στο φως της θείας δόξας. Πίσω από τα όποια κτίσματα διακρίνουμε την ποιητική ενέργεια του Κτίστη, η οποία παρήγαγε και τον άνθρωπο• πίσω από το καθετί υλικό παραδεχόμαστε «τον την ύλης δημιουργόν», για να θυμηθούμε τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ο οποίος σε άλλη ευκαιρία (4) έχει γράψει τα παρακάτω υπέροχα: «Ου προσκυνώ τη ύλη, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν τον ύλην δι’ εμέ γενόμενον, και εν ύλη κατοικήσαι καταδεξάμενον, και δι’ ύλης την σωτηρίαν μου εργασάμενον, και σέβων ου παύσομαι τη ύλη, δι’ ης η σωτηρία μου είργασται».

Ευλογώντας λοιπόν τα σταφύλια και τις σταφίδες, που -σύμφωνα με την παράδοση- προσκομίζουν οι ενορίτες στον ναό κατά την εορτή της Μεταμόρφωσης από τους κτήματά τους, ενόψει του αγώνα (και της αγωνίας) του Τρύγου, η Εκκλησία δηλώνει (ή και διαδηλώνει) προς κάθε κατεύθυνση ότι:

* πρώτον, καταφάσκει 100% την ύλη, θεωρώντας εκ των ών ουκ άνευ την διαλεκτική σχέση θείου και κτιστού, ανιχνεύοντας μάλιστα την ποιητική πνοή του Αγίου Πνεύματος επί παντός υλικού. Προσφυέστατα ο P. Evdokimov γράφει: «Το άγιον Πνεύμα είναι μέσα στο χρίσμα, όπως είναι και μέσα στο ύδωρ του βαπτίσματος• ενεργεί σ’ αυτό και με αυτό. Έτσι το χρίσμα είναι ο “αντίκτυπος” του αγίου Πνεύματος• δεν είναι μία απλή εικόνα ή σύμβολο, αλλά εμπεριέχει πραγματικά και αποτελεί το στοιχείο, κάτω από το οποίο το Πνεύμα ενεργεί και κρύβει την δράση του. Το σωματικό μας στοιχείο μετέχει στη χάρη με τον ίδιο τρόπο που μετέχει και το πνεύμα μας και έτσι και τα δύο μαζί κατοπτρίζουν την εικόνα του ενσαρκωμένου Λόγου» (5).

* δεύτερον, προσβλέπει στον Δημιουργό της, ο Οποίος ανακυκλώνοντας τον Χρόνο, χειραγωγεί τον άνθρωπο σε νέα παραγωγή υλικών στοιχείων για τις βιοτικές μας ανάγκες και με την πεποίθηση, που διαρκώς εκφράζεται μες από τη θεία Λειτουργία, αναφωνώντας: «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα» και

* τρίτον, αποδέχεται ότι η ανάβαση της νοητής σκάλας προς τον Ποιητή του Παντός δεν είναι δυνατό να κατορθωθεί, εάν δεν μεταχειρισθεί τις διαθέσιμες δυνατότητες των υλικών στοιχείων. Παραδείγματος χάριν, το κρασί από τα σταφύλια για τη μετάληψη Αίματος Χριστού, το σιτάρι για το Πρόσφορο, το λάδι για το Χρίσμα, το λάδι για το Ευχέλαιο και τα Καντήλια, σαράντα αρωματικά φυτά για το Άγιο Μύρο, τα χέρια μας για την ελεημοσύνη, τα πόδια μας για τη γονυκλισία, την καρδιά μας για την αγάπη κ.ο.κ. Σε αυτά τούτα τα υλικά στοιχεία ουδόλως προσδίδουν οι Χριστιανοί ρόλο διαμεσολαβητικό ή και χρησιμοθηρικό, αλλά δι’ αυτής της υλικότητας μετέχουν των θείων ενεργειών, που την έχει παράξει (6).

Κι ενώ αναγιγνώσκεται κατά την εορτή της Μεταμόρφωσης η Ευχή «εις μετάληψιν σταφυλής» ή και «επί τρυγής αμπέλου», δεν λησμονάμε ότι ανάλογες ευχές μεταχειρίζεται η Εκκλησία, προσευχόμενη ανέκαθεν για κάθε πτυχή του καθημερινού / «υλικού» βίου των μελών της (7): Για τη σπορά, το αλάτι, τα φρούτα, το αλώνι, το φύτεμα αμπελιού, το κρασί, το κοπάδι, τα κρέατα, το τυρί, τα αυγά, την κατασκευή πλοίου, τα δίχτυα, το νέο πηγάδι, την ανομβρία, τον σεισμό, την αρρώστια, την πείνα, τους ακατάσχετους αέρηδες, τις τρικυμίες, το μολυσμένο στάρι ή το αλεύρι, το νέο σπίτι ή το αυτοκίνητο. Καθώς μάλιστα οι αιώνες μάς φέρνουν μπροστά σε νεότερες εξελίξεις, άρα και λειτουργικές ανάγκες, το Ευχολόγιό μας εμπλουτίζεται ολοένα με ειδικές ευχές κατά τις απαιτήσεις της εποχής μας, όπως π.χ. για ακτινοδιαγνωστικό εργαστήριο, ραδιοφωνικό σταθμό ή τηλεόραση, γυμναστήριο, σούπερ μάρκετ, περιβαλλοντικό κέντρο, εγκαταστάσεις Μετρό, αεροδρόμιο και άλλα πολλά (8).

Κλείνοντας αυτές τις σκέψεις

Το Κυρίου δεηθμεν.

Ελόγησον, Κύριε, τόν καρπόν τοτον τς μπέλου τόν νέον, ν διά τς το έρος εκρασίας, καί τν σταγόνων τς βροχς, καί τς τν καιρν γαλήνης ες ταύτην τήν ριμοτάτην στάσιν λθεν εδοκήσας, να ν μν τος ξ ατο το γεννήματος τςμπέλου μεταλαμβάνουσιν, ες εφροσύνην, καί τος προσενέγκασι δρον, ες ξιλασμόν μαρτιν, διά το ερο καί γίουΣώματος και Αματος το Χριστο σου• μεθ’ ο ελογητός ε, σύν τ Παναγί καί γαθ καί ζωοποι σου Πνεύματι, νν και εί, καί ες τούς αἰῶνας τν αώνων. μήν.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Από Στιχηρό του Μικρού Εσπερινού της Εορτής.

2. Ψαλμ 18,2.

3. Είναι αξιοπρόσεκτη η προσέγγιση του Καθηγητή Χρήστου Τερέζη για τη «λογική σύσταση της ύλης», στο σύγγραμμα: Α. Μάρας – Η. Τεμπέλη – Χρ. Τερέζη – Σ. Τριαντάρη, Θεολογία και φιλοσοφία στην εποχή των Πατέρων, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2008, τόμος 3, 147-152.

4. Το απόσπασμα αφορά στην τιμή των ιερών Εικονισμάτων.

5. Παύλου Ευδοκίμοφ, Η Ορθοδοξία, (Μτφρ Αγαμέμνονος Τ. Μουρτζοπούλου), εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σσ. 371-372.

6. Βλ. σχετικά, Χρ. Τερέζη, ό.π., σσ. 152-156 («Λειτουργική ζωή και ύλη»).

7. Βλ. σχετικά στο Μικρό και στο Μεγάλο Ευχολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

8. Βλ. α) Μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου Ματθαιάκη, Ευχαί εις διαφόρους περιστάσεις, Εν Αθήναις 1971, β) Του ίδιου (ως Μητροπολίτου Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας), Εγκόλπιον Ευχολόγιον, Αθήναι 2000 (δ΄ έκδοση), γ) Αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Παπαθανασίου (επιμέλεια), Θησαυρός νέων Ευχών και Δεήσεων, εκδ. Τόλμη, Αθήνα 2003.

[Ομιλία του π. Παναγιώτη Καποδίστρια κατά τη θεία Λειτουργία της γιορτής της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, στο Μπανάτο της Ζακύνθου – 6 Αυγούστου 2009]

Από:http://theoperiv.blogspot.com/2009/08/blog-post_06.htm