«Με την Ελλάδα καραβοκύρη πάει μια φρεγάτα για το Μισίρι.. Άγιε Νικόλα, παρακαλώ σε στα πέλαγα όλα λουλούδια στρώσε.

 

 

 
Όπως έλεγε ο Τάσος Λειβαδίτης «Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου. Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ, αλλά συγχρόνως ότι θα πεθαίνω κάθε μέρα…» 

ή όπως εξηγεί ο Γιώργος Σεφέρης: «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα..» 
Ενώ ο Οδυσσέας Ελύτης θα πει πως: «Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά. Να γιατί γράφω. Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος…»

Τάσος Λειβαδίτης και το «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»

Θα ΄θελα να φωνάξω το όνομά σου, αγάπη, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να το ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν’ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές, τα τρυγόνια πάνω στους φράχτες
να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε μ’ όλες τις καμπάνες τους.
Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.
Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει αγάπη μου , ποτέ.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δεν μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της ένα κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήτανε που αργούσες ακόμα όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήτανε γιατί μου λείπανε
τα μάτια σου κι όταν κτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήτανεη καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;- μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου
αγαπημένη μου…
Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας
Ύστερα ερχόταν η βροχή. Μα έγραφα σ’ όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ’ όνομα σου
κι έτσι είχε ξαστεριά στην κάμαρα μας. Κράταγα τα χέρια σου
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη…
Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στην βραδιασμένη κάμαρα ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες. Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε,
ξεχνούσα το τρύπιο πάτωμα έλεγα κιόλας, να, μες απ’ τις τρύπες του όπου και να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα….
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή….

Με τον Οδυσσέα Ελύτη και το «Μικρό Ναυτίλο»:

ΣΤΙΣ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα.
Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδια άμμο, το νιώθει.
Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Κατα πού; Ως πότε;
Τ’ ΑΝΩΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:
Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι.
Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.
Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.
Και δεν είναι τυχαίο που γυρίζουμε όλοι μας γύρω απ’ τον ήλιο.
Το σώμα ξέρει.
Δεν είμαι ζωγράφος. Μα θα σε πω με ασβέστη και με θάλασσα.
Θα φυτέψω αμπέλια – λέξεις. Θα κτίσω Ανάκτορα μ’ αυτά που μου δίνεις ν’ αγαπώ.
ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω.
ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΣΑ Ν’ ΑΠΟΧΤΗΣΩ μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου ‘δωκεν η Ποίηση:
να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός γιατον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.

Με τον Κωνσταντίνο Καβάφη και το «Πρώτο σκαλί»:

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Και με τον Γιώργο Σεφέρη και τον «Γέροντα στην ακροποταμιά»

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας κάνει αύριο πανιά.

 

 

 

Advertisements

Λόγος στήν ἡμέρα μνήμης τῆς Γενοκτονίας τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου

Χρῆστος Γιανναρᾶς

Συναχθήκαμε σήμερα ἐδῶ νά διαδηλώσουμε πιστότητα  στή μνήμη τῆς Γενοκτονίας  τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου.
Ἐπιτρέψτε μου νά ὑπογραμμίσω: Ἡμέρα μνήμης δέν σημαίνει ἡμέρα συναισθηματικῆς ἁπλῶς ἐκτόνωσης. Θρηνοῦμε τή δολοφονία 353.000 Ἑλλήνων ἀπό τίς στρατιωτικές καί παραστρατιωτικές δυνάμεις τοῦ τουρκικοῦ κράτους, στά πλαίσια κεντρικῆς πολιτικῆς ἀπόφασης καί μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικῆς. Ἡ ὀδύνη εἶναι ἀνεξάλειπτη καί ἀφόρητη, ἀλλά μόνη ἡ ὀδύνη μένει πάντοτε ἄγονη.
Ἔχει  νόημα νά διασώζουμε τή μνήμη τῆς  Γενοκτονίας τῶν Ἑλλήνων τοῦ  Πόντου, ἄν ἡ ἐγρήγορσή μας εἶναι  ἱστορικά γόνιμη. Ἄν δηλαδή ἔχει ἔμπρακτες  συνέπειες πού ἐγγυῶνται γιά  τό μέλλον τόν αὐτοσεβασμό μας  καί τή συλλογική μας ἀξιοπρέπεια. Τουλάχιστον, νά μήν συνεργήσουμε νά ἀπαλειφθοῦν ἀπό τήν πανανθρώπινη συνείδηση τά ὅρια ἀνάμεσα στόν πολιτισμό καί στή βαρβαρότητα, στήν ἀνθρωπιά καί στήν κτηνωδία.

Στόν  Πόντο ἄνθισε, γιά εἰκοσιοχτώ ὁλόκληρους αἰῶνες, ἕνας πολιτισμός— ὄχι ἡ φυλή ἁπλῶς ἤ τό γένος τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἴδιος ἐκεῖνος πολιτισμός πού κόμισε στήν ἀνθρωπότητα τήν ἔκπληξη, γιά πρώτη φορά, τῆς κριτικῆς σκέψης, δηλαδή τή βάση τῆς ἐπιστήμης καί τῆς ἔρευνας. Κόμισε, γιά πρώτη φορά, τήν ἐκδοχή τῆς συλλογικότητας ὡς κοινοῦ ἀθλήματος προκειμένου νά «ἀληθεύει» ὁ βίος, τοῦ ἀθλήματος τῆς πολιτικῆς. Δίχως αὐτό τόν πολιτισμό ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων σήμερα, σέ καθολική κλίμακα, θά ἦταν ἄλλη. Ἡ Γενοκτονία τοῦ ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ στοιχειοθετεῖ, πρωταρχικά, ἔγκλημα ἀπέναντι σέ ἕναν πολιτισμό μέ πανανθρώπινη ἐμβέλεια.
Δέν πρόκειται γιά μεγαλόστομη ρητορεία. Ὁ ξεριζωμός τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπό τόν Πόντο, κοιτίδα πανάρχαιη  τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, θά εἶχε σήμερα τό ἀνάλογό του, ἄν ἐξαλείφονταν οἱ Γάλλοι ἀπό τό Παρίσι, οἱ Βρετανοί ἀπό τήν Ὀξφόρδη, οἱ Γερμανοί ἀπό τή Χαϊδελβέργη —τί θά σήμαινε ἕνα τέτοιο γεγονός γιά τή σύνολη ἀνθρωπότητα, ἔστω καί χωρίς τήν κτηνωδία τῶν ἀπαγχονισμῶν, τῶν βιασμῶν, τῶν ἀνασκολοπισμῶν, τῶν πυρπολήσεων. Πόντος χωρίς Ἑλληνισμό σημαίνει ἐξάλειψη καί διακοπή τῆς συνέχειας μιᾶς πληθυσμικῆς παρουσίας ταυτισμένης μέ πρόταση πολιτισμοῦ πού ἐνδιαφέρει πανανθρώπινα.
Τιμοῦμε τή μνήμη τοῦ μαρτυρικοῦ ποντιακοῦ  Ἑλληνισμοῦ στό ποσοστό πού διασώζουμε τήν ἐπίγνωση τῆς πρότασης πολιτισμοῦ πού ἐνσάρκωνε. Οἱ Ἕλληνες τοῦ  Πόντου ἦταν ζωντανό κατάλοιπο τῆς οἰκουμενικῆς δυναμικῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ προτοῦ αὐτή νά ὑποταχθεῖ στόν ἐθνικιστικό ἐπαρχιωτισμό καί ἀλλοτριωθεῖ σέ βαλκανικό περιθώριο τῆς Εὐρώπης. Τότε, πρίν ἀπό τούς δυό παγκόσμιους πολέμους, ὁ Ἕλληνας, ὅπως ἔγραψε ὁ Ἐλύτης, «ἀνάσαινε ἀκόμα τόν ἀέρα μιᾶς περίπου αὐτοκρατορίας. Οἱ δυνατότητές του νά κινηθεῖ χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη τῆς Ἰταλίας καί τῆς Αὐστρίας, ὁλόκληρη τήν Αἴγυπτο, τή νότια Βουλγαρία, τή Ρουμανία, τή Ρωσία τοῦ Καυκάσου καί, φυσικά, τήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν ἐνδοχώρα της, ὥς κάτω, κατά μῆκος τοῦ Αἰγαίου, τή λεγόμενη στίς μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».
Καί προσθέτει ὁ ’Ελύτης: «Εἶναι, τό ξέρω δύσκολο νά ἀξιολογεῖς τό σημερινό μολύβι σάν χθεσινό χρυσάφι». Ὅμως, πρέπει νά προσθέσουμε, ἀλλοίμονο ἄν πάψει τό χρυσάφι νά μετράει τήν ποιότητα τῆς ζωῆς ἀκόμα καί σέ χρόνια μολυβένιου λήθαργου.
Ἴσως  σήμερα ἕνα παιδί πού τελειώνει  τό ἑλληνικό σχολειό νά ἀγνοεῖ ἀκόμα  καί τό ποῦ βρίσκεται γεωγραφικά ὁ Πόντος, ποῦ ἡ Τραπεζούντα, ποῦ ἡ Σινώπη, ἡ Κερασούντα, ἡ Ἀμισός, ἡ Ἀμασεία, ἡ Ἀργυρούπολη, ἡ Οἰνόη, ἡ Παναγία ἡ Σουμελᾶ. Νά ἀγνοεῖ ὅτι ἐκεῖ ἀνθοῦσε ἐπί αἰῶνες ἕνας γεμάτος σφρίγος Ἑλληνισμός καί ὅτι ἔφτασε κάποια στιγμή πού ἀποτέλεσε αὐτόνομο ἑλληνικό κράτος.  Τουλάχιστον ὅμως νά μήν ἀγνοεῖ τό σημερινό Ἑλληνόπουλο ὅτι ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ ἐπαρχιώτικου ἑλλαδικοῦ κρατισμοῦ, ὁ Ἑλληνισμός τοῦ Πόντου εἶχε κατορθώσει ἐπιτεύγματα πού σήμερα μόνο θαυμάζουμε οἱ κατά ὑπηκοότητα Ἕλληνες, ὄντας ἀνίκανοι νά τά πραγματώσουμε. Ἀνυπέρβλητο ἐπίτευγμα ἡ ἀπό θέσεως ἰσχύος, καί γι’ αὐτό δημιουργική, συνάντηση τοῦ ποντιακοῦ (καί γενικότερα τοῦ μικρασιατικοῦ) Ἑλληνισμοῦ μέ τά ἐπιτεύγματα τῆς εὐρωπαϊκῆς Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στίς χαμένες αὐτές κοιτίδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ πανάρχαιη ἀφοβία τῶν Ἑλλήνων νά προσλαμβάνουν ὁτιδήποτε καί ὁπουδήποτε χωρίς νά ὑποτάσσονται στό πρόσλημμα. Ἀφομοίωναν στίς δικές τους ἀνάγκες καί στούς δικούς τους στόχους θησαυρίσματα ἀλλότριων πολιτισμῶν —δέν ἀλλοτριώθηκε ὅμως τότε ἡ ἑλληνική αὐτοσυνειδησία καί ἑτερότητα ἀπό τέτοιες προσλήψεις. Ἡ ἀλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στό ἑλλαδικό κρατίδιο, ὅπου ἡ ἑλληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σάν ἐξουθενωτική μειονεξία, ἀφοῦ μιά ξιπασμένη διανόηση πότισε (καί ποτίζει) αὐτόν τόν λαό, ὥς τό μεδούλι, μέ τή βεβαιότητα ὅτι εἶναι δεύτερος, καθυστερημένος, ὑπανάπτυκτος σέ σύγκριση μέ τά «πεφωτισμένα καί λελαμπρυσμένα τῆς Ἐσπερίας ἔθνη».
Στόν  ποντιακό καί μικρασιατικό Ἑλληνισμό  —τουλάχιστον σέ περιοχές ἀπό τίς  ὁποῖες σώζονται τεκμηριωμένες μαρτυρίες— ἦταν ἀδιανόητο στά ἑλληνικά δημοτικά σχολεῖα νά μήν ὑπάρχουν εἰδικοί  δάσκαλοι γιά τή μουσική καί τά γαλλικά. Ὑπῆρχαν ἀκόμα καί γαλλόφωνες ἑλληνικές ἐφημερίδες, τό δέ θέατρο τῆς Τραπεζούντας, ὅπως καί αὐτό τῆς Σμύρνης, συναγωνιζόταν σέ ποιότητα καί ἐπίπεδο τά θέατρα τῶν πρωτευουσῶν τῆς Εὐρώπης. Καί ὅμως αὐτός ὁ δημιουργικός ἐξευρωπαϊσμός δέν ἔθιγε στό παραμικρό τήν ἑλληνική πολιτιστική ἰδιαιτερότητα, τήν καύχηση γιά τήν εὐγένεια καί τήν ἀρχοντιά τῆς ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Σέ ἐξόφθαλμη ἀντίθεση μέ τόν ἑλλαδικό Ἑλληνισμό, ὅπου, κάθε βῆμα ἐξευρωπαϊσμοῦ σήμαινε, κατά κανόνα, μίμηση καί πιθηκισμό τῆς Ἐσπερίας, ταπεινωτική ἀλλοτρίωση καί ἀνίατη μιζέρια μειονεξίας.
Θρηνοῦμε  γιά τή Γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων  τοῦ Πόντου ἀλλά δέν υἱοθετοῦμε τόν ρόλο τοῦ θύματος —θά ἦταν ἡ εὔκολη λύση φυγῆς ἀπό τίς  ἱστορικές προκλήσεις. Κάθε ἐτήσια σύναξη στή μνήμη τοῦ ποντιακοῦ ὁλοκαυτώματος ὀφείλει νά διαδηλώνει ἀνυποχώρητη ἐμμονή στήν αὐτοσυνείδητη ἑλληνικότητα πού σάρκωσε ὁ ποντιακός Ἑλληνισμός. Ἑλληνικότητα ὄχι συναισθηματική, ἰδεολογική καί ρητορική, ὄχι φτήνεια δημαγωγίας καί ἐθνικιστικῆς καπηλείας. Ἐμμονή στήν ταυτότητα πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων. Δηλαδή, στή διαχρονική ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Στήν πρωτογενή ἑλληνική ταυτότητα τῆς πολιτικῆς ὡς κοινοῦ ἀθλήματος σχέσεων κοινωνίας. Στήν ἑλληνική ἐμμονή σέ μεταφυσικό ἄξονα νοήματος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί συνύπαρξης, στή βεβαιότητα ὅτι τό κατόρθωμα τῆς δημοκρατίας εἶναι ἀνέφικτο χωρίς ἔμπρακτο σέβας τοῦ «ἱεροῦ»: δέν γίνεται δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα καί Ἁγιά Σοφιά.
Ὁ ποντιακός Ἑλληνισμός μᾶς κατέλειπε  μέτρα ἀρχοντιᾶς, ἀριστοκρατίας  τοῦ ἤθους —τά ψηλαφοῦμε  τά μέτρα ἀκόμα καί σέ μόνη τήν αὐτοκυριαρχημένη εὐγένεια τῶν ποντιακῶν χορῶν. Τελώντας ἐτήσια σύναξη στή μνήμη τῆς Γενοκτονίας, αὐτή τήν ἀρχοντιά θέλουμε νά σώζουμε ὡς εὔτολμο πολιτικό αἴτημα. Ἀρκετά πιά γευθήκαμε τήν πίκρα καί τήν ταπείνωση μιᾶς ἑλλαδικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πού προκλητικά παραθεωρεῖ τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος καί τίς βιωματικές ἱστορικές μας μνῆμες. Βδελυσσόμαστε τούς ἐθνικιστικούς φανατισμούς, τή μισαλλοδοξία, εἴμαστε ἕτοιμοι (καί μάλιστα μέ ἀφελέστατες συχνά ὑπερβολές) νά συγχωρέσουμε τούς αὐτουργούς τῆς γενοκτονίας, νά συνυπάρξουμε μέ τόν γείτονα λαό εἰρηνικά. Ἀλλά εἶναι ἀνυπόφορη ὀδύνη αὐτή ἡ εὐγένεια τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος νά μεταφράζεται ἀπό τίς πολιτικές ἡγεσίες σέ ἐξωτερική πολιτική ἀναξιοπρέπειας καί ραγιαδισμοῦ.
Δήλωσε  μόλις πρό ἡμερῶν ὁ πρωθυπουργός τῆς γείτονος χώρας ὅτι ἡ ἀνέγερση στήν Ἑλλάδα μνημείου γιά τή Γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου προσκρούει στήν εὐαισθησία τοῦ τουρκικοῦ λαοῦ. Καί, γιά ἄλλη μιά φορά, δέν ἀκούσαμε ἀπό ἑλληνικά ἐπίσημα χείλη οὔτε μιά λέξη νηφάλιας καί εὐγενικῆς, ἀλλά μέ ἀξιοπρέπεια καί αὐτοσεβασμό ἀπάντησης. Σέ μέρα ὅπως ἡ σημερινή μνήμης καί ὀδύνης γιά τό φρικιαστικό ὁλοκαύτωμα, τήν ἐξόντωση 353.000 Ἑλλήνων τοῦ Πόντου καί τόν ξεριζωμό ἀπό τήν πατρώα γῆ ἄλλων 500.000 καταδικασμένων στήν ἐξαθλίωση τῆς προσφυγιᾶς, τό νόημα αὐτῆς ἐδῶ τῆς σύναξης δέν μπορεῖ νά εἶναι παρά μόνο μιά ρεαλιστική πολιτική δέσμευση: Ὅτι θά ἀποδοκιμάζουμε πάντοτε μέ τήν ψῆφο μας κάθε πολιτική ἡγεσία, ὁποιασδήποτε ἐπίπλαστης ἤ πραγματικῆς ἰδεολογικῆς ἀπόχρωσης, πού ἐπιδεικτικά παραγνωρίζει τήν εὐαισθησία τοῦ λαοῦ μας γιά τή Γενοκτονία τοῦ ποντιακοῦ καί τοῦ μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Δέν εἶναι νοητό νά ἀνεχόμαστε μιά  ἐξωτερική πολιτική πού ἤ χορεύει  ζεϊμπέκικο ἤ κουμπαριάζει μέ τήν  ἀμετανόητη καί θρασύτατη στίς ἀπαιτήσεις της ἡγεσία ἑνός λαοῦ πού μόνο καυχᾶται γιά τά φρικώδη ἐγκλήματα τῶν πατέρων του. Σχέσεις καλῆς γειτονίας, ναί, φιλία καί συνεργασία ὅπου εἶναι ἐφικτή, ἐπίσης. Ἀλλά, ἐπιτέλους, στή σοβαρή αὐστηρότητα καί στά ἀγέλαστα πρόσωπα τῶν ἡγετῶν τῆς γείτονος ἄς πάψουν οἱ ἕλληνες πολιτικοί νά ἀντιπροσφέρουν πληθωρικές ἐγκαρδιότητες, χασκογελάκια καί φιλοφροσύνες τῆς ἀνάγκης τοῦ ραγιᾶ νά εἶναι ἀρεστός στόν ἀφέντη. Πιθανόν νά εἶναι ἡ Ὑπερδύναμη πού ἐπιτάσσει τήν ἄνευ ὅρων καί χωρίς τό παραμικρό ἀντάλλαγμα ὑπερψήφιση τῆς εἰσόδου στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἑνός ἀσιατικοῦ λαοῦ, ἐφιαλτικῆς ὑπανάπτυξης. Ἀλλά εἶναι καί ἀποδεδειγμένο στή διεθνή πρακτική ὅτι ἕνα κράτος πού μόνο ὑποτάσσεται στίς ἐπιταγές τῶν ἰσχυρῶν χωρίς σθένος καί ραχοκοκαλιά ἱστορικῆς καί πολιτιστικῆς αὐτοσυνειδησίας ἀπωθεῖται στό περιθώριο τῶν διεθνῶν σχέσεων, περιφρονημένο ἀπό ὅλους καί ἀνυπόληπτο.
Ἀπό τή μιά μεριά καθημερινές παραβιάσεις  τοῦ ἑλληνικοῦ ἐναέριου χώρου  καί τῆς θαλάσσιας ἑλληνικῆς  ἐπικράτειας, ὠμές προκλήσεις στή  Θράκη καί στίς βραχονησίδες τοῦ  Αἰγαίου, ἁλυσιδωτή συνέχεια τῶν ἐγκλημάτων ἐθνοκάθαρσης ἀπό τόν Πόντο στή Μικρασία, καί μετά στήν Ἴμβρο, στήν Τένεδο, στήν Κωνσταντινούπολη, στή Βόρεια Κύπρο. Καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἡ ἑλληνική κοινωνία νά ζεῖ, χρόνια τώρα, τήν ἀπροκάλυπτη ἰδεολογική τρομοκρατία πού τῆς ἀσκεῖ μιά συντεχνιακή διανόηση δῆθεν «Ἀριστερᾶς» καί δῆθεν «προόδου», στό ὄνομα ἑνός ἐκσυγχρονιστικοῦ τάχα διεθνισμοῦ.
Κατάλοιπο ἀντανακλαστικῶν τοῦ κάποτε μαρξιστικοῦ  διεθνισμοῦ, ὁ ἐκσυγχρονιστικός σήμερα διεθνισμός χλευάζει σάν σκοταδισμό καί ἀναχρονισμό κάθε αἴσθηση πατρίδας, κάθε ἀναφορά σέ παράδοση καί πολιτισμό τῶν Ἑλλήνων. Ἑρμηνεύει τήν τουρκική ἐπιθετικότητα σάν περίπου αὐτονόητη ἀντίδραση στόν ἑλληνικό, ὅπως λένε, ἐθνικισμό, στήν ψυχοπαθολογική φοβία τῶν Ἑλλήνων καί στό φάντασμα τῆς καχυποψίας μας: τόν «ἐξ Ἀνατολῶν κίνδυνο», φάντασμα πού τό γεννάει, λένε, ὁ πολεμοκάπηλος ἐθνοκεντρισμός μας.
Μέσα  σέ αὐτό τό κλίμα τρομοκρατίας ὅσοι τολμοῦν νά ψελλίσουν ὀδύνη γιά  τόν μεθοδικό πνιγμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Κωνσταντινούπολη, τή συνεχιζόμενη δηλαδή ἐθνοκάθαρση, ἤ γιά τόν συστηματικό ἀφανισμό τῶν μνημείων ἑλληνικῆς συνέχειας στήν κατεχόμενη Κύπρο, ὅσοι προβάλλουν ἀντίρρηση γιά τήν ἀνεξέλεγκτη δράση καί τίς ὠμές προκλήσεις τοῦ Τουρκικοῦ Προξενείου στήν Κομοτηνή ἤ γιά τήν ψηφοθηρική ἐκμετάλλευση τῆς ἐκεῖ μουσουλμανικῆς μειονότητας ἀπό κομματάρχες καί πολιτευτές, διασύρονται στά πρωτοσέλιδα τῶν «προοδευτικῶν» ἐφημερίδων σάν «ἑλληναράδες», ἐθνοκάπηλοι, ρατσιστές.
Τελώντας  αὐτή τήν ἐτήσια σύναξη στή μνήμη  τῆς Γενοκτονίας τῶν Ἑλλήνων  τοῦ Πόντου δίνουμε νόημα στήν ἐθιμική τελετή μόνο ἄν θελήσουμε νά λειτουργήσει ὡς εὔτολμο πολιτικό αἴτημα. Ὡς ἀπαίτηση νά σεβαστεῖ ἡ ἐπαγγελματική πολιτική τίς εὐαισθησίες τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Νά πάψουμε νά ντρεπόμαστε οἱ Ἕλληνες γιά τήν ἄχρωμη, ἄοσμη, καί ἄγευστη ἀπό Ἱστορία καί πολιτισμό ἐξωτερική μας πολιτική. Ὄχι μόνο οἱ ἐνέργειες, ἀλλά καί ὁ λόγος ὁ πολιτικός νά ἀπηχεῖ τόν αὐτοσεβασμό καί τήν ἀξιοπρέπεια τῶν Ἑλλήνων. Νά ἐργασθεῖ μέ σοβαρότητα τό ἑλληνικό κοινοβούλιο ὥστε νά πληθυνθεῖ ὁ ἀριθμός τῶν χωρῶν πού θά ἀναγνωρίσουν μέ ἐπίσημες πράξεις τή γενοκτονία τοῦ ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ. Νά εἶναι ἡ Γενοκτονία, ὁ ἀφανισμός τῆς ἐξωελλαδικῆς οἰκουμενικῆς ἑλληνικότητας, ἄξονας σύνεσης ἀλλά καί τόλμης τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
Δύσκολο νά ἀξιολογεῖς τό σημερινό μολύβι σάν  χθεσινό χρυσάφι. Στή σημερινή μέρα, κατά συμβολική σύμπτωση, ὁ ρυθμός τῆς Ἑλλάδας, καθορισμένος στανικά ἀπό τά κρατικά τηλεοπτικά κανάλια —δηλαδή ἀπό τήν πολιτική καί πάλι ἡγεσία— συντονίζεται μόνο μέ τήν καφρική εὐτέλεια τοῦ αὐριανοῦ διαγωνισμοῦ τῆς Εurovision. Καί ἐμεῖς ἐδῶ ἐπιμένουμε νά τελοῦμε μνημόσυνο τῆς χαμένης ἀρχοντιᾶς καί εὐγένειας τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου.
Μοναδική  μας ἐλπίδα ὁ λόγος τοῦ Μακρυγιάννη.
«Ὅτι  ἡ τύχη μᾶς ἔχει τούς Ἕλληνες πάντοτε  ὀλίγους. Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθε καί ὥς τώρα, ὅλα  τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦν. Τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά».
Γι’ αὐτή τή μαγιά ἡ ἀποψινή τελετή μας.
*  Ομιλία την 19η Μαΐου 2006, την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στην πλατεία της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ – Ο «ΑΓΙΟΣ» ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ – ΔΙΑΤΡΑΓΩΔΕΙ ΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ - Ο «ΑΓΙΟΣ» ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ - ΔΙΑΤΡΑΓΩΔΕΙ ΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ – Ο «ΑΓΙΟΣ» ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ – ΔΙΑΤΡΑΓΩΔΕΙ ΤΟΝ ΓΟΛΓΟΘΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Ο εκ Κομοτηνής καταγόμενος αοίδιμος Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (Φιλιππίδης) έζησε εκ του σύνεγγυς τα «πάθη και τα μαρτύρια» των Ελλήνων του Πόντου από τους Τούρκους καθ’ όλο το τετραετές διάστημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και είδε «ιδίοις όμμασι» να αποδεκατίζεται το πολυφίλητο και πολυπαθές μαρτυρικό ποίμνιό του, γενόμενο «ολοκαύτωμα» στον βωμό της ακραίας και απάνθρωπης «εθνικιστικής διαπάλης», η οποία επέβαλε την «εθνοκάθαρση», τον αφανισμό από προσώπου γης και τον βίαιο εκριζωμό και εκπατρισμό των Ελλήνων του Πόντου από τις αιώνιες πατρογονικές τους εστίες.

Άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι ο Μητροπολίτης Χρύσανθος καθ’ όλη τη διάρκεια της καταλήψεως της Τραπεζούντος και της πέριξ αυτής περιοχής υπό των ρωσικών στρατευμάτων, ουδέποτε έκαμε διακρίσεις σε βάρος των μουσουλμάνων της επαρχίας του αλλά αδιαλείπτως και με φιλάνθρωπα αισθήματα φρόντιζε και περιέθαλπτε αυτούς με τρόφιμα, φάρμακα και ενδύματα, ενώ με κάθε τρόπο τους εξασφάλιζε και τα αναγκαία καταλύματα προστασίας για την επιβίωσή τους.

Όλα τα παραπάνω όμως τάχιστα ελησμονήθηκαν από τους ηγήτορες του τουρκικού στρατού μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, όταν ετέθη και πάλι απροκάλυπτα σε εφαρμογή το πλήρες σχέδιο των απηνών διωγμών των Χριστιανών Ελλήνων του Πόντου, οι οποίοι «ως πρόβατα επί σφαγήν» οδηγούνταν μαρτυρικώς θυσιαζόμενοι στο βωμό της «εθνοκαθάρσεως».

Ο μεγάλος Ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου καθόλη την διάρκεια των «χριστομίμητων παθών» του ποιμνίου του σκέπαζε, όσο ήταν δυνατόν, κάτω από το «αρχιερατικό ράσο» του όλο τον Πόντο, κάθε μαρτυρική ανθρώπινη ψυχή, προκειμένου να διασώσει και περισώσει ό,τι ήταν δυνατό. Δικαίως και προσφυώς οι ανά την Οικουμένη διασωθέντες Πόντιοι απεκάλεσαν τον Τραπεζούντος Χρύσανθο ως τον «Άγιο των Ποντίων», ο οποίος μέχρι και σήμερα παραμένει το αιώνιο σύμβολο του αγώνος για δικαίωση του μαρτυρικώς σφαγιασθέντος ποντιακού ελληνισμού. Οι 353.000 και πλέον αθώες ψυχές που περιίπτανται «ως εν νεφέλη» στον ιστορικό Πόντο αναμένουν δικαίωση και «εν ειρήνη» ανάπαυση… οι ψυχές πάντοτε αναμένουν.

Η ανείπωτη και άφατη τραγωδία του Ποντιακού Ελληνισμού καταγράφεται από τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο στο περιοδικό: «Κομνηνοί», στο οποίο την 12η Οκτωβρίου του 1918 δημοσίευσε την προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη και των περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, «Έκθεσή» του, υπό τον τίτλο: «Έκθεσις του Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Περί υπερβασιών και άλλων καταστροφών της επαρχίας Τραπεζούντος υπό των Τούρκων καθ’ όλον το τετραετές διάστημα του Παγκοσμίου Πολέμου».

Στο συγκεκριμένο συγκλονιστικό και λίαν αποκαλυπτικό και αψευδές κείμενο ο Τραπεζούντος Χρύσανθος αφού διατραγωδεί τα όσα φρικώδη υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου κατά το χρονικό διάστημα (1914-1918), κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην συμπεριφορά των ενόπλων Τούρκων σε βάρος του ελληνικού στοιχείου στον Πόντο και στις προσπάθειές του να πείσει τον Τούρκο στρατηγό Βεχήπ Πασά να καταστείλει το «τουρκικό κίνημα» και να προστατεύσει τους κατοίκους της επαρχίας του άνευ θρησκευτικών ή εθνοφυλετικών διακρίσεων. Στο πλαίσιο αυτό δημοσιεύεται και η σχετική αλληλογραφία ανάμεσα στους δύο άνδρες.

Ο Τραπεζούντος Χρύσανθος γράφει μεταξύ άλλων και τα εξής: «… Το σχέδιο τούτο της οργανωμένης καταστροφής διά της οποίας επεδιώκετο αφ’ ενός μεν η συμφώνως προς τις νεοτουρκικές αρχές εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου και αφ’ ετέρου η διά της μεταναστεύσεως αυτού εξασφάλιση των εγκαταλελειμμένων ελληνικών οικημάτων και επίπλων για τους επερχόμενους Τούρκους πρόσφυγες, αντελήφθηκα εγκαίρως. Διά τούτο μόλις ενεφανίσθησαν τα πρώτα κρούσματα των εξεγέρσεως των εντοπίων Τούρκων κατά των Ελλήνων, έσπευσα ένα μήνα προ της ανακαταλήψεως της Τραπεζούντος να στείλω ιδιαίτερο απεσταλμένο στο εν Σου-Σεχήρ τουρκικό στραταρχείο προς τον στρατάρχη Βεχήπ Πασά, προκειμένου ν’ αναγγείλει σ’ αυτόν όσα οι Τούρκοι άρχισαν να διαπράττουν σε βάρος των Ελλήνων και να παρακαλέσω αυτόν εν ονόματι της στρατιωτικής του τιμής να δηλώσει εάν η τουρκική κυβέρνηση είναι η διενεργούσα αυτά, προκειμένου αναλόγως να διαφωτίσω τον λαό περί του πρακτέου. Όπως μου είπε ο απεσταλμένος, το τελευταίο τούτο σημείο αντιπαρήλθε εν σιωπή ο Βεχήπ Πασάς. Συγχρόνως εζήτησα και ένα αξιωματικό κύρους και επιβολής για να καταστείλει το τουρκικό κίνημα εν ονόματι του Βεχήπ Πασά.

Εν τω μεταξύ φρονώντας τούτο, ότι συν Αθηνά έπρεπε να κινήσουμε και χείρα προς εμψύχωση των ομογενών και προς υπεράσπιση των χωρίων τους από κάθε επίθεση, εξόπλισε η Μητρόπολη όλους τους δυνάμενους να φέρουν όπλα Έλληνες. Και έτσι χάρη στον εξοπλισμό και την αντιταχθείσα επί πολλές ημέρες άμυνα εσώθη η τσίτα των Σουρμένων, η περιφέρεια Καπήκιοϊ, Λιβεράς Χαμψήκιοϊ, και η ηρωική Σάντα, η οποία επί εβδομάδες αμυνόταν κατά χιλιάδων τσετέδων νικηφόρως αποκρούουσα τις επανειλημμένες εφόδους αυτών. Τα του εξοπλισμού ανήγγειλα και στον Βεχήπ Πασά. Αυτός αφού απέστειλε μαζί με τον απεσταλμένο μου και τον ζητηθέντα αξιωματικό… ».

Ο στρατηγός Βεχήπ Πασάς απείστελε και προσωπική του επιστολή την οποία συνέταξε στην ελληνική γλώσσα και την υπέγραψε δι’ ιδιοχείρου υπογραφής και πάλι στην ελληνική. Στην επιστολή αυτή εγκαρδίως ευχαριστούσε τον Τραπεζούντος Χρύσανθο για την προστασία που προσέφερε στο οθωμανικό στοιχείο της επαρχίας του καθόλη την διάρκεια της Ρωσικής κατοχής. Δήλωνε επίσης την απέχθειά του για το ότι «πέριξ της Τραπεζούντος ληστρικές τουρκικές συμμορίες ενοχλούν και κατά περίσταση κακοποιούν ησύχους κατοίκους των ελληνικών χωρίων».

Ο στρατηγός Βεχήπ Πασάς σε άλλο σημείο της επιστολής του γράφει προς τον φωτισμένο και ανδροπρεπή Ιεράρχη: «Σας παρακαλώ, Σεβασμιώτατε, και είμαι περί τούτου ακραδάντως πεπεισμένος, την ίδια εγνωσμένη σ’ εμάς σύνεση και λολογισμένη πολιτεία να επιδείξετε και κατά την περίσταση ταύτη, κατά την οποία ενώ αποχωρούν τα εχθρικά στρατεύματα προσεχώς, προ της εισόδου των δικών μας, ενδέχεται να δημιουργηθεί έκρυθμη κατάσταση εμβάλλουσα σε κίνδυνο την ζωή των κατοίκων. Το έργο Σας, το οποίο ομολογώ ότι θαυμάζω, τελειούται όντως με την αποσόβηση παντός κινδύνου κατά το μεσοδιάστημα τούτο. Η επιτυχία θ’ αποτελέσει την κορωνίδα του έργου Σας. Για τα επικείμενα γεγονότα είναι ήδη ενήμερος ο ιεροδίκης (Μουφτής) Τραπεζούντος με τον οποίο Σας παρακαλώ να συνεννοηθείτε».

Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος απέστειλε απαντητική επιστολή στον στρατηγό Βεχήπ Πασά με την οποία αφού τον ευχαριστούσε για τους φιλόφρονες λόγους του, του έγραφε απερίφραστα τα κάτωθι: «Ευχαριστώ τον Θεό, διότι με αξιώνει να Σας αποδώσω σώα την κατά την εντεύθεν αποχώρηση των αυτοκρατορικών Τουρκικών στρατευμάτων εμπιστευθείσα σ’ εμένα παρακαταθήκη. Εν μέσω λαίλαπος και τρικυμίας μεγάλης και διά πολλών μόχθων και θυσιών αφού διαφυλάχθηκε ακεραία θα σας αποδοθεί κατά το πλείστον η παρακαταθήκη του αδελφού οθωμανικού στοιχείου. Έπραξα ό, τι εξαρτιόταν από εμένα, επάλεψα προς κύματα ίσα και διεσώθην.

Του Ελληνικού όμως στοιχείου δυστυχώς μόνον συντρίμματα θα Σας παραδώσω. Επάλεψα για την διάσωση και αυτού, αλλά η σωτηρία αυτού εξαρτόταν από αλλού. Όσα δε συντρίμματα του ναυαγίου τυχόν διασωθούν, θα οφείλονται αποκλειστικώς στη σαφή διάνοια και μεγάλη καρδιά της Υμετέρας εξοχότητος, η οποία ευσπλαχνιζομένη θα σπεύσει, ελπίζω, να θέσει τέρμα στο έργο της καταστροφής… και αμέριστη θα έχει την ευγνωμοσύνη και εμού και του ελληνικού λαού… ».

Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος στο τελευταίο τμήμα της μακροσκελούς και εμπεριστατωμένης εκθέσεώς του επιχειρεί με εύστοχη, σαφή και σε βάθος ανάλυση να ερμηνεύσει επί των πραγματικών δεδομένων την «εθνοκάθαρση» και «γενοκτονία» του ποντιακού ελληνισμού.

Στο πλαίσιο τούτο γράφει: «Δια της Επιστολής μου ταύτης ηθέλησα να υποδηλώσω ότι, εάν ήθελε ο Βεχήπ Πασάς και τουρκική κυβέρνηση το έργο της καταστροφής θα έπαυε αμέσως. Ο ελθών αξιωματικός διέταξε τον αρχηγό των ήδη προσεγγιζόντων τσετέδων στην Τραπεζούντα Καχριμάν Βέη, αξιωματικό του τουρκικού στρατού, να σπεύσει στα χωρία και να αποκαταστήσει την τάξη, πράγμα το οποίο έπραξε. Το ίδιο έπραξε και ο μετ’ ολίγον καταφθάσας τουρκικός στρατός. Εν τω μεταξύ όμως μέγα μέρος του έργου της ερημώσεως είχε συντελεσθεί, ο λαός πανικόβλητος μετανάστευσε στη Ρωσία και η τουρκική κυβέρνηση αφού ήλθε, επευλόγησε το τετελεσμένο γεγονός. Εκ των 49.520 ψυχών της επαρχίας μου επείσθησαν διά των προτροπών και συμβουλών μου να μείνουν και υπελείφθησαν 20.300.

Ενώ δε τα αίτια της μεταναστεύσεως είναι γνωστά στην τουρκική κυβέρνηση, αυτή επειδή εθεώρησε τους φυγόντας ως ακολουθήσαντες τον εχθρό, επιβάλλει σ’ αυτούς τις εκ τούτου συνέπειες μη επιτρέπουσα την παλιννόστηση και ζητούσα να κατάσχει τις περιουσίες τους. Μόνον ο Βεχήπ Πασάς αφού ήλθε κατά τον Μάρτιο στην Τραπεζούντα, κατά παράκλησή μου επέτρεψε την παλιννόστηση αφού δημοσίευσε την εσώκλειστη δήλωση. Η πράξη του αυτή όταν έγινε γνωστή υπό του Ταλαάτ Πασά επέσυρε την μη΄νιν του και κατόπιν μικράς συγκρούσεως Βεχήπ Πασά και Ταλαάτ Πασά, υπερίσχυσε πάλι η απαγόρευση του δευτέρου, το οποίο μεθερμηνεύτεται ολοκλήρου του κομιτάτου, της ψυχής του οποίου ενσάρκωση είναι ο Ταλαάτ Πασάς.

Ούτε είναι γνωστό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ότι όσα καθ’ όλο το διάστημα της κρίσεως εγένοντο κατά του ελληνικού έθνους, δεν ήταν αυθαίρετα μέτρα ορισμένων στρατιωτικών ή πολιτικών αρχόντων, αλλ’ εφαρμογή ευρυτάτου προγράμματος ψηφισθέντος υπό του κομιτάτου και εκτελεσθέντος υπό των οργάνων του, τα οποία είναι οι κατά τόπους αρχές.

Και αφού εγκαθιδρύθηκε εδώ μετά την ανάκτηση της Τραπεζούντος η Τουρκική Κυβέρνηση σε πολλές προέβη και προβαίνει και πάλι αυθαιρεσίες και πιέσεις, τις οποίες περιστέλλει εν τινί μέτρω η τιμιότητα και σχετική αιδώς του Νομάρχου Νετζήμ – Βέη. Έτσι, χωρίς να ζητηθούν οι εσχάτως λεηλατηθείσες περιουσίες Ελληνικών χωρίων και περιφερειών, και να εξαναγκασθούν οι άρπαγες σε απόδοση των αρπαγέντων, είχε ιδρυθεί εδώ επιτροπή των κλοπιμαίων μόνον χάριν των Τούρκων, κατά την οποία ο Χακήμ – Βέης επεδίκαζε σχεδόν όλες τις παρουσιαζόμενες υποθέσεις σε βάρος των Ελλήνων. Μόλις δε προ δύο μηνών μετά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες της Μητροπόλεως απεσπάσθη το αυθαίρετο τούτο δικαίωμα από της υπό τον Χακήμ – Βέη Επιτροπής και εδόθη στο Ειρηνοδικείο.

Αλλά ακόμη και αυτών των δικαστών την διάνοια και συνείδηση έχει σκοτίσει ο νεοτουρκικός φανατισμός σε τέτοιο βαθμό, ώστε και οι πλείστοι αυτών στην πράξη αντιλαμβάνονται και εφαρμόζουν το δίκαιο και τον νόμο σύμφωνα με το νεοτουρκικό σύστημα. Και αν κάποιος υπάρχει ευσυνείδητος διοικητής ή δικαστής, δεν τολμά να πει την αλήθεια και να εφαρμόσει τον νόμο, ευλαβούμενος την κοινή γνώμη, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η γνώμη του νεοτουρκικού κομιτάτου. Η δε κοινή γνώμη οπωσδήποτε δεν υποστηρίζει την αδικία και την πίεση υπέρ του Τούρκου και σε βάρος των Χριστιανών, χαρακτηρίζει αυτόν ως μη προστατεύοντα τον Ισλαμισμό…

Αυτές, Παναγιώτατε Δέσποτα, εν κεφαλαίω είναι η περιπέτειες και δοκιμασίες διά των οποίων διήλθε και ο εδώ Ελληνικός λαός. Και όπως αλλού έτσι και εδώ τα ίδια αίτια, ήτοι ο Νεοτουρκικός Νιτζεϊσμός, επενέργησαν υπό τις ίδιες συνθήκες και επέφεραν τα ίδια περίπου αποτελέσματα, δηλαδή την καταστροφή και την ερήμωση. Όσα δε συντρίμματα του έθνους περιεσώθησαν εκ του φοβερού ναυαγίου ελπίζουν και έχουν την πεποίθηση ότι η διά του παρόντος πολέμου εξαγνισθείσα ευρωπαϊκή συνείδηση συντρίβοντας τα είδωλά της αυθαιρεσίας και της κτηνώδους βίας, θα στήσει στη θέση αυτών τον στέρεο θρόνο της μεγάλης θεάς της Ελεθερίας, και καταρρίπτοντας το βδέλυγμα της ερημώσεως που ίσταται σε άγιο τόπο, θα αναστηλώσει και πάλι τις προς καιρό ποδοπατηθείσες ηθικές ιδέες του ελληνολατινικού πολιτισμού και θα δημιουργήσει και διά του επί τόσους αιώνες καταδυναστευομένου έθνους μας, πολιτικούς όρους και τέτοιες συνθήκες, οι οποίες θα επιτρέψουν σ’ αυτό να αναπτυχθεί ελευθέρως και να παράγει τα ωραία άνθη του νεοελληνικού πολιτισμού και συνεχίζοντας τις εκπολιτιστικές του παραδόσεις να δροσίσει με το άρωμα των ανθέων τούτων και να ζωογονήσει όλη την Ανατολή….

Διατελώ μετ’ άκρου σεβασμού

της Υμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος

Ο Τραπεζούντος Χρύσανθος

Εν Τραπεζούντι τη 12η Οκτωβρίου 1918»

Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καί ἡ ἱστορική ἀλήθεια  

 ag_kostantinos_eleni1
Ἡ σωστή χρήση τῶν πηγῶν
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ στάση τῶν ἱστορικῶν ἀπέναντι στό Μέγα Κωνσταντῖνο εἶναι ἀντιφατική. Γιά ἄλλους ὑπῆρξε μέγα αἴνιγμα ἤ στυγνός δολοφόνος καί καιροσκόπος, γιά ἄλλους δέ, τό μέγα θαῦμα τῆς ἱστορίας. Αὐτό συμβαίνει διότι ἐπικρατοῦν συνήθως ἰδεολογικά κριτήρια καί παραταξιακές ἐκτιμήσεις ἐρήμην τῶν πηγῶν. Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἐγκλήματα στό χῶρο τῆς ἱστορίας, πού ὁδηγεῖ αὐτόχρημα στήν αὐτοκατάργηση τοῦ ἱστορικοῦ καί τῶν ἐρευνῶν του, εἶναι ἡ χρησιμοποίηση τῆς ἱστορίας μέ ὁποιεσδήποτε διασκευές της κατά τό δοκοῦν, ὥστε νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἀποδειχθοῦν πράγματα πού ἱστορικά δέν θεμελιώνονται. Ἕνα ἄλλο ἐπίσης πρόβλημα εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἰδεολογική χρήση τῆς ἱστορίας καί τῶν πηγῶν ἀκόμη, ἀλλά εἶναι καί ὁ ἱστορικός ἀναχρονισμός. Νά ἐπιχειροῦνται δηλαδή ἑρμηνευτικές προσβάσεις στά ἱστορικά γεγονότα καί στά ἱστορικά πρόσωπα μέσα ἀπό κρίσεις καί προϋποθέσεις τοῦ παρόντος, τοῦ ὁποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ἀσφαλῶς ὅλοι ὅτι ὅταν συντάσσει κανείς μία ἱστορική διατριβή καί μάλιστα ἄν εἶναι διδακτορική διατριβή πού εἶναι ἡ σημαντικότερη ἐργασία ἑνός ἐπιστήμονος, παραθέτει ἕνα εἰσαγωγικό ἤ πρῶτο κεφάλαιο πού ἀναφέρεται στήν ἐποχή μέσα στήν ὁποία τοποθετοῦνται τά θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται. Αὐτή ἡ τοποθέτησις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, σφαιρική ἀπό πάσης πλευρᾶς τοποθέτηση, γιά νά μπορεῖ κανείς τά συμπεράσματα τά ὁποῖα θά συναγάγει, νά τά τεκμηριώνει καί μάλιστα κατά τρόπον ἀναμφισβήτητον. Ὁ ἱστορικός ἀναχρονισμός καί ἡ ἰδεολογική χρήση τῆς ἱστορίας, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἀπό τίς μεγαλύτερες ἀρρώστιες τῶν ἀσχολουμένων μέ τήν ἱστορία, στήν ἐποχή μας περισσότερο. Ἐπίσης, εἶναι δυνατόν, νά στοχάζεται κανείς εἰς τά ἱστορικά γεγονότα ἐρήμην τῶν πηγῶν. Αὐτό εἶναι μυθιστόρημα, δέν εἶναι ἱστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ἤ ἱστορικό ρομάντσο ἀκόμη, σημαίνει ὅτι χρησιμοποιεῖ κανείς κάποια γεγονότα τά ὁποῖα ἔστω, στηρίζονται στίς πηγές καί τά συνδέει μέ ἕναν αὐθαίρετο τρόπο. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι πάλι ἄλλη νόσος τῆς ἱστορικῆς ἐπιστήμης. Ὁ μακαρίτης, ὁ μέχρι τοῦ θανάτου του πατριάρχης τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἱστορικῶν στόν τόπο μας, ὁ Ἀπόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ἕνα κλασικό ἔργο πού μᾶς ἔδωσε γιά τήν ἱστορία, πολύτομο, τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ, ἀναγκάζεται νά ἀπολογηθεῖ στήν ἐπανέκδοση τοῦ πρώτου καί δευτέρου τόμου καί νά πεῖ τό ἑξῆς, ὅτι «μέ κατηγορεῖτε διότι δέν στοχάζομαι ἐπί τῶν γεγονότων, ἀλλά νομίζω ὅτι ἐπιστήμη εἶναι πρῶτον ἡ ἔρευνα καί ἡ παρουσίαση τῶν πηγῶν ἀναλυτικά, κριτικά, καί ἐν συνέχειᾳ ὁ στοχασμός. Ἀφῆστε με λοιπόν ἐγώ νά ἀσχοληθῶ μέ τίς πηγές», ἔλεγε ὁ Βακαλόπουλος, «καί ἐν συνέχεια σεῖς, κάμνετε τούς στοχασμούς σας».
Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ἰδεολογική χρήση τῆς ἱστορίας, ἱστορικός ἀναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, καί ἐν συνέχειᾳ ἀνέρειστος, ἀθεμελίωτος στοχασμός, καταργοῦν τόν ἱστορικό καί τήν ἔρευνά του.
Οἱ πηγές
Μιλώντας γιά τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ποιές εἶναι οἱ πηγές ἀπό τίς ὁποῖες ἀντλοῦμε πληροφορίες; Ὁ σύγχρονος ἱστορικός, ὁ πατέρας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, εἶναι ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, ὁ ὁποῖος συνεδέετο μέ φιλικούς δεσμούς μέ τόν Μέγα Κωνσταντῖνο καί γι’ αὐτό τό λόγο καί οἱ δικές του πληροφορίες πρέπει νά κρίνονται καί νά διασταυρώνονται μέ ἄλλες πηγές. Ἄν δέν μποροῦν νά διασταυρωθοῦν παραμένουν ὡς μαρτυρίες ἀλλά πού δέ μπορεῖ νά τίς ἐπικαλεῖται κανείς καί νά ὑποστηρίξει αὐτό τό ὁποῖον θέλει.
Ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἱστορικός, φίλος του γιοῦ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ Κρίσπου, ἦταν ὁ Λακτάντιος. «Περί τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν», τοῦ Χριστιανισμοῦ προφανῶς, ἔχει γράψει. Εἶναι ὅμως καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος ὁ ὁποῖος εἰς τά ἔπη του ἀσχολεῖται μέ τίς δύο Ρῶμες, τήν Παλαιά καί τή Νέα Ρώμη. Θεωρεῖ τήν δευτέρα, Νέα Ρώμη, ὡς σύνδεσμο Ἀνατολῆς καί Δύσεως, θά ἐπανέλθω σ’ αὐτό. Αὐτές εἶναι οἱ ἀσφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.
Ζώσιμος
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, πηγή πού περιέχει ὅποιο ἀρνητικό στοιχεῖο ἐπαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα γιά τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, εἶναι ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ ἐθνικός καί φανατικός μάλιστα εἰδωλολάτρης ἱστορικός, ὁ Ζώσιμος. 425 περίπου μέ 518. Γράφει δηλαδή ἕνα, ἑνάμιση αἰώνα μετά τόν Μέγα Κωνσταντῖνο.
Ὁ Εὐσέβιος ὅπως εἴπαμε εἶναι ὁ πατέρας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καί κοιμᾶται, ἀποθνήσκει, περί τό 339, 340. Τό 337 πεθαίνει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἄρα εἶναι σύγχρονος. Ὁ Ζώσιμος ἦταν φανατικός ὀπαδός τῆς ἀρχαίας θρησκείας καί ἔγραψε τό ἔργο «Ἱστορία Νέα» πού ἀρχίζει ἀπό τόν Αὔγουστο καί τελειώνει τό 410, σέ ἕξι βιβλία. Οἱ πηγές του εἶναι παγανιστικές. Οἱ πληροφορίες τίς ὁποῖες δίδει δέν διασταυρώνονται. Ἀλλά ἐκεῖνοι πού θέλουν νά ἐκμεταλλευτοῦν τήν περίπτωση ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀντλοῦν συνεχῶς ἀπό ἀναπόδεικτα στοιχεῖα τά ὁποῖα παραδίδει ὁ Ζώσιμος. Βλέπετε πώς προσπαθῶ νά μείνω ἀντικειμενικός, δέν εἶναι ἄν ἐμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ Κωνσταντῖνος νά φανεῖ καλός ἤ κακός. Τό πρόβλημα στήν ἔρευνα εἶναι τί λέγουν οἱ πηγές. Ἑπομένως, καί ὁ Εὐσέβιος σέ πολλά σημεῖα πρέπει νά δεχθεῖ αὐτή τή διασταύρωση γιά τό ἔγκυρο τῶν πληροφοριῶν του, ἀλλά πολύ περισσότερο ὁ Ζώσιμος πού εἶναι καί μεταγενέστερος. Εἶναι ἀπορριπτικός ἔναντι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί εἶναι συγχρόνως λιβελογράφος. Ἡ ἐπιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ὅτι ὁ Ζώσιμος πραγματικά δέν ὑπῆρξε ἱστορικός ἐπιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, εἶναι ἠθικολόγος περισσότερο παρά ἐπιστήμων. Ὑπάρχει ἕνα καταπληκτικό ἄρθρο, τοῦ Ντίντλεϋ, σέ ἕνα περίφημο γερμανικό περιοδικό τοῦ 1972. Ὅπως ἐπίσης ἕνα σπουδαῖο ἄρθρο, πού ἔχει τόν Ντίντλεϋ ὑπόψιν, εἰς τό παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τοῦ κυρίου Τσακανίκα. Ὁ φανατισμός τοῦ Ζωσίμου καί ἡ λιβελογραφική ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίνου, φαίνεται στό ὅτι τοῦ ἀποδίδει τήν παρακμή τῆς ἀρχαίας θρησκείας καί τῆς αὐτοκρατορίας σέ στιγμή ὅπου στήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἡ αὐτοκρατορία, τῆς Ρώμης, ἀποκτᾶ τή μεγαλύτερη ἔκταση καί τή μεγαλύτερη ἑνότητα καί αἴγλη. Ἐντελῶς διαφορετικά δηλαδή εἶναι τά πράγματα ἀπ’ ὅ,τι τά παρουσιάζει ὁ Ζώσιμος.
Σημασία ἔχει ὅτι ἄκριτα ἀναπαράγονται ἀπό τούς μεταγενεστέρους, καί μάλιστα ἀπό τούς συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ἤ νεοειδωλολάτρες, οἱ ἀπόψεις τοῦ Ζωσίμου. Σκόπιμα γιά νά στιγματιστεῖ καί ἀπορριφθεῖ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καί τό ἔργο του. Νά σπιλωθεῖ καί νά ὑποτιμηθεῖ τό πρόσωπό του. Ἡ κορύφωση εἶναι ἡ ὕπουλη πραγματικά καί ἀδίωκτη, ἀκαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τί νά κάνεις, πού νά προσφύγεις σέ ποιά δικαιοσύνη σ’ αὐτό τό χῶρο, εἶναι τά ὅσα δημοσιεύονται, ἀνώνυμα τίς περισσότερες φορές. Πόσες φορές μοῦ στέλνουν κείμενα, ἀπό τό ἴντερνετ, ἄλλοι μέ ἐπαινοῦν ἀλλά οἱ περισσότεροι, κυρίως οἱ νεοειδωλολάτρες, μέ κατηγοροῦν καί μοῦ ἀποδίδουν ἀπόψεις πού ποτέ δέν τίς σκέφτηκα. Ἄλλοι τό κάνουν ἴσως γιά νά ἀποκτήσουν κύρος, νά μήν τούς ἀδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στήν ἔρευνα, σοῦ λέει τό λέει καί ὁ Μεταλληνός. Κι αὐτό εἶναι τιμή μου. Ἀλλά δέ μέ τιμᾶ τό ὅτι μοῦ ἀποδίδουν ἀπόψεις πού δέν τίς γνωρίζω ἐγώ ὁ ἴδιος. Δέ θέλω τώρα νά φέρω… ἔτσι δουλεύει καί ὁ… θά πῶ τό ὄνομα διότι εἶναι δημόσια πράγματα, ὁ κύριος Γεωργαλᾶς, ὁ παλαιός συνεργάτης τοῦ Παπαδοπούλου, εἶναι ἀνέντιμο διότι ἀποδίδει σέ κάποιο βιβλίο ἀνθελληνικές θέσεις τίς ὁποῖες ποτέ δέ σκέφτηκα. … (ἀπάντηση σέ ἀκροατή: Ὁ Γεωργαλᾶς… ζεῖ… καί νά ’ναι καλά ὁ ἄνθρωπος καί νά ζήσει καί νά μετανοήσει πρίν φύγει ἀπό τόν κόσμο γιά τά ψέματα τά ὁποῖα λέει.) Μένει ὅμως τό κείμενο καί τό παίρνουν φοιτητές. Αὐτό γίνεται γενικά καί μέ τόν Ζώσιμο. Ὁ Βολταῖρος ἐπί παραδείγματι, τοποθετεῖται ἀρνητικά ἀπέναντι στόν Κωνσταντῖνο. Ὁ Γίββων τοποθετεῖται ἀρνητικά καί θά τό δοῦμε αὐτό στή συνέχεια. Ἀμέσως τώρα, ποιοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαχρονικά καί συγχρονικά στήν ἐποχή μας, κατηγοροῦν καί ἀπορρίπτουν τόν Μέγα Κωνσταντῖνο.
Ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρηγόπουλος, τόν 19ο αἰώνα, ὁ πρῶτος μεγάλος ἱστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει νά ἀνανεωθοῦν σήμερα, ἀλλά βασικά τό ἔργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, τό λέγω γι’ αὐτούς πού ἴσως δέν τό γνωρίζουν, ὁ Παπαρηγόπουλος ἔχει ἕνα προσόν: δέ στοχάζεται κυρίως ἀλλά ἀκολουθεῖ τίς ἱστορικές πηγές. Τό ἔργο του εἶναι ἀνάπτυξη τῶν ἱστορικῶν πηγῶν. Ἄρα καί νά μή βρεῖ κανείς ὅλες τίς πηγές, μπορεῖ πιστότατα νά τίς μελετήσει ὅπως ἀποδίδονται ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν. Πρώτη ὁμάδα, πού ἐμίσησε τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὡς πρόμαχο τοῦ νέου θρησκεύματος, εἶναι οἱ τοῦ ἀρχαίου θρησκεύματος ὀπαδοί. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ζώσιμος. Ὁ Ζώσιμος τοῦ ἀποδίδει ὅλες τίς συμφορές, κατά τόν Ζώσιμο, συμφορές τοῦ κράτους. Καί σήμερα λοιπόν ἀποδίδονται στόν Κωνσταντῖνο, ἀναπόδεικτα, ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ Ζώσιμος καί οἱ νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον ἔχουν δίκιο, θά τό δοῦμε στή συνέχεια. Δεύτερο, ἐπιτίθενται στόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ἀπό τόν 18ο κυρίως αἰώνα, οἱ ὀπαδοί τοῦ Διαφωτισμοῦ. Μία γνώμη τοῦ Ζωσίμου, πού διέφυγε, τήν ὑπογραμμίζω: «ἐγκατέλειπε τό πάτριον δόγμα καί ἠσπάσθη τήν ἀσέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά εἶναι τά πράγματα. Ἀσέβεια εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καί ἡ πάτρια θρησκεία τιμᾶται! Βέβαια ἕνας ἐρευνητής τῆς ἱστορίας ὅπως ὁ ὁμιλῶν, δέν ἀσχολεῖται μέ συναισθηματικά πράγματα. Ἀλλά καταλαβαίνετε, πῶς ἀνατρέπεται ἡ προοπτική καί πῶς περιμένεις νά ἐπαινέσει κάποιος τόν Κωνσταντῖνο ὅταν ἔχει αὐτή τή βασική προοπτική στήν προσέγγισή του. Παρόλα αὐτά, σπεύδω νά πῶ ὅτι πολλές φορές ὁ Ζώσιμος ἤ ἀποσιωπᾶ σημαντικά ἔργα τοῦ Κωνσταντίνου ἤ τόν ἐπαινεῖ γιά τίς ἀρετές τίς ὁποῖες διέθετε. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μιλώντας γιά τόν Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεῖ τήν ἑξῆς παροιμία πού ἴσως εἶναι δική του: «θαυμάζει ἀνδρός ἀρετήν καί πολέμιος». Τή λεβεντιά ἑνός ἀνθρώπου τή θαυμάζει καί ὁ ἀντίπαλός του. Ὅταν σέ ἐπαινεῖ ὁ ἀντίπαλός σου σημαίνει ὅτι κάτι ἀξίζεις. Καί δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἀναγκάζεται ὁ Ζώσιμος νά ἐπαινέσει τόν Κωνσταντῖνο.
Διαφωτιστές
Οἱ Διαφωτιστές λοιπόν, ὁ Γίββων, ὁ Βολταῖρος. Ὁ Βολταῖρος συνεχῶς ἀπορρίπτει τό Βυζάντιο ὁ δέ Γίββων ἀκόμη καί στόν τίτλο τοῦ βιβλίου του, ναί μέν δέν ἀρνεῖται ὅτι τό ὄνομα τῆς αὐτοκρατορίας δέν εἶναι Βυζάντιο ἀλλά εἶναι Νέα Ρώμη, εἶναι συνέχεια ἀπό πλευρᾶς πολιτικῆς καί ἐδαφικῆς ἀλλά ὄχι καί πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς, τῆς παλαιᾶς Ρώμης, μιλεῖ γιά τήν Decline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδή εἶναι τό κατρακύλισμα καί ἡ πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Κι αὐτό ὀφείλεται κατ’ αὐτόν, κατά τόν Γίββωνα, στόν Χριστιανισμό. Τό ἔργο του εἶναι σπουδαῖο, ἀλλά ὅταν ἔχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε τό βασικό μειονέκτημά του. Στή διαστροφή τῶν πνευμάτων κατά τόν Παπαρηγόπουλο, οὐκ ὀλίγον συνετέλεσε καί ἡ παπική ἀρχή. Μπορεῖ νά εἶναι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀναγεγραμμένος εἰς τό ἁγιολόγιο τοῦ παπισμοῦ, ἀλλά δέν παύει νά μισεῖται ἤ νά τόν ἀποστρέφονται οἱ ρωμαιοκαθολικοί ἐπειδή μετέφερε τήν πρωτεύουσα στή Νέα Ρώμη καί ὁδήγησε στήν ἀφάνεια τήν Παλαιά Ρώμη. Ἄν γινότανε κάτι τώρα σέ μᾶς, λέγω τώρα μία σκέψη, ἡ πρωτεύουσα νά μεταφερθεῖ στή Θεσσαλονίκη, τί θά κάναμε κύριε δήμαρχε ἐμεῖς, οἱ χαμουτζῆδες, ὅπως μᾶς λένε οἱ βόρειοι, σ’ αὐτή τή μεταβολή; Σημασία τώρα οὐσιαστικότερη ἔχει τό ἑξῆς: τό ὄνομα Κωνσταντῖνος μολονότι ἐννοιολογικά προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική γλώσσα. Κώνστας εἶναι ἡ constantia εἶναι ἡ σταθερότης, ἡ δύναμη τοῦ χαρακτῆρος, καί τά δύο ἀπό τό ρῆμα ἵσταμαι καί ἵστημι, ἑπομένως ἡ προέλευση ἐννοιολογικά εἶναι ἀρχαιοελληνική, ἑλληνική, ἀλλά τό ὄνομα Κωνσταντῖνος ἐπεκράτησε στή Δύση. Ἀπό τό σχίσμα καί μετά, οὐδείς πάπας καί οὐδείς ἡγεμόνας τῆς Δύσεως, ἔλαβε τό ὄνομα Κωνσταντῖνος. Ἔγινε τό μισητότερο ὄνομα εἰς τήν Δύση ἐν ἀντιθέσει μέ τήν Ἀνατολή πού φθάσαμε πρίν ἀπό κάποια χρόνια ἀπό τόν ἀνώτατο ἄρχοντα καί ὄχι μόνο τόν πρώην, τόν τέως βασιλέα, ἀλλά καί πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τούς ἀρχηγούς τῶν κομμάτων, νά ἔχουν ὅλοι τό ὄνομα Κωνσταντῖνος. Καί ἡ μακαρίτισσα ἡ Μαλβίνα ἡ Κάραλη, εἶπε κάποτε μέ κάποια ἀγανάκτηση, καλά βρέ παιδιά, δέν ὑπάρχει κανένας Βρασίδας, Ἐπαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντῖνοι ὑπάρχουν. Ἔγινε τό ἀγαπητότερο ὄνομα, κι ἐπειδή ἔχω καί τόν γαμπρό μου Κωνσταντῖνο, συγνώμη γι’ αὐτό πού λέγω, τό ἔζησα καί προχτές, οἱ Κωνσταντῖνοι ἔγιναν, δόξα τῷ Θεῷ, περισσότεροι ἀπό τούς Γιώργηδες καί τούς Γιάννηδες. Αὐτό σημαίνει πόσο ἀγαπήθηκε, λαογραφικά μιλῶ αὐτή τή στιγμή, πόσο ἀγαπήθηκε αὐτό τό ὄνομα.
Καί τέταρτη ὁμάδα πού στρέφεται ἐναντίον του εἶναι οἱ δυτικόφρονες οἱ ὁποῖοι, ἀκρίτως, ἀκολουθοῦν πάντοτε κάποιαν Εὐρώπη, κάποια Δύση, χωρίς νά ἐνδιαφέρονται ἄν αὐτά πού λέγονται εἶναι ὀρθά ἤ ὄχι.
Βιογραφικά στοιχεῖα
Δύο τρία βιογραφικά στοιχεῖα πρίν προχωρήσω σέ κάποιες ἀπολογητικές θέσεις. Τό ὄνομα του ἦταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – τό πλῆρες ὄνομα ὅταν ἀπό τό 324 ἔγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στίς 22 Φεβρουαρίου περί τό 280. Κατ’ ἄλλους λίγο ἐνωρίτερα, κατ’ ἄλλους λίγο ἀργότερα. Στή Ναϊσό, εἰς τήν Νίσσα τῆς Σερβίας. Τά νεανικά του χρόνια τά πέρασε ὡς ὅμηρος εἰς τήν αὐλή τοῦ αὐτοκράτωρος Διοκλητιανοῦ ἤ στήν αὐλή τοῦ συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Ὅμηρος ὥστε νά ἐμποδιστεῖ ὁ πατέρας του πού ἦταν Καίσαρ, ὁ Κωνστάντιος ὁ Χλωρός, νά ἐπαναστατήσει ἐναντίον τοῦ αὐτοκράτορος. Ἴσως γνώρισε τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου καί τά θαύματά του στήν Ἀνατολή, γιατί ἡ ἀγάπη του πρός τούς μάρτυρες πρέπει νά ἔχει κάποιο οὐσιαστικό ἔρεισμα. Ὑπῆρξε γενναῖος πολεμιστής μέ πολλά προσόντα, μέ ἡρωικό φρόνημα. Στήν ἀρχή ἐνυμφεύφθη τή σεμνή Νινευίνα καί ἀπέκτησε τόν Κρῖσπο, τό πρῶτο παιδί του. Γιά πολιτικούς λόγους, ὅπως καί ὁ πατέρας του, ἀναγκάστηκε νά χωρίσει τή Νινευίνα καί νά νυμφευθεῖ τήν κόρη τοῦ συναυτοκράτωρος Μαξιμιανοῦ, τήν Φαύστα. Ἡ Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα καί πραγματικά ἦταν ἡ Φάουστα τῆς οἰκογενείας. Ὁ Βοσταντζόγλου ἔχει γράψει ὁ μακαρίτης σχετικά μέ τήν Φαύστα. Ἀπέκτησε ἀπό τήν Φαύστα τρεῖς γιούς. Τόν Κωνσταντῖνο, τόν Κωνστάντιο καί τόν Κώνσταντα πού βασίλευσαν καί οἱ τρεῖς. Βλέπετε, ὅλα τά ὀνόματα στρέφονται γύρω ἀπό τήν ἴδια ρίζα. Ὁ Διοκλητιανός ἐφήρμοσε ἕνα νέο σύστημα διοικήσεως, τήν Renovatio Imperius, τήν ἀνανέωση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπό τό 285, τήν τετραρχία.
Ὁ Διοκλητιανός ἦταν ὁ πρῶτος Αὔγουστος καί Καίσαρ, δεύτερος Αὔγουστος θά λέγαμε, ὁ Γαλέριος. Βοηθός του στήν Ἀνατολή. Ὁ Μαξιμιανός ἐπίσης συναύγουστος, εἶχε καίσαρα τόν Κωνστάντιο Χλωρό, τόν πατέρα τοῦ Κωνσταντίνου στή Νίσσα. Τό 305, τήν 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ὁ Διοκλητιανός καί ὁ Μαξιμιανός καί ὁ Χλωρός ἀνακυρήχθηκε Αὔγουστος στήν Δύση καί ὁ Γαλέριος στήν Ἀνατολή. Ὁ Κωνσταντῖνος τότε ἐκλήθη στή Δύση, κοντά στόν πατέρα του. Τό 306 ἐπέρχεται ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίου Χλωροῦ καί στίς 25 Ἰουλίου τοῦ 306, ὁ στρατός ἀνεκύρηξε τόν Κωνσταντῖνο αὐτοκράτορα.
Πρέπει νά λάβουμε ὑπ’ ὄψη κάτι ἐδῶ. Δέν ὑπῆρχε κληρονομικότητα τῆς βασιλείας, ὅπως ὅλη τήν περίοδο τοῦ Βυζαντίου, τῆς Νέας Ρώμης δηλαδή, τῆς Ρωμανίας, ὅπως δέν ὑπῆρχε καί στήν ἀρχαία Ἑλλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δέν ὑπῆρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Ἁπλούστατα, ὁ στρατός ἡ σύγκλητος καί ὁ λαός μποροῦσαν νά δεχθοῦν τό γιό κάποιου νά τούς διαδεχθεῖ, ἀλλά ὄχι κληρονομικῷ δικαιώματι. Αὐτή εἶναι ἡ δημοκρατία τοῦ ἑλληνισμοῦ καί ὄχι τό ὄνομα βασιλεύς. Ἔχω πεῖ καί ἄλλες φορές σ’ αὐτή τήν αἴθουσα, ἄς λέγεται ὅπως θέλει νά λέγεται, ἀρκεῖ νά ἐκλέγεται. Αὐτή εἶναι ἡ δημοκρατία.
Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπόν ἀνακηρύχθηκε ἀπό τόν στρατό καί τήν σύγκλητο αὐτοκράτωρ. Ἀλλά καί ὁ Μαξέντιος, ὁ γιός τοῦ Μαξιμιανοῦ, τό ἴδιο ἔτος στίς 28 Ὀκτωβρίου, ἀνακηρύχθηκε καί αὐτός αὐτοκράτορας. Τό 311 ἀποθνήσκει ὁ Γαλέριος καί τόν διαδέχεται ὁ Λικίνιος πού ἔλαβε ὡς σύζυγο τήν Κωνσταντία – Κωνσταντία καί αὐτή – θετή ἀδερφή τοῦ Κωνσταντίνου. 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 312 ὁ Κωνσταντῖνος ἐνίκησε τόν Μαξέντιο – θά τό δοῦμε γιατί – στή Μιλβία, κατ’ ἄλλους Μουλβία, γέφυρα. Ἡ σύγκλητος ἀνακήρυξε τότε πρῶτον Αὔγουστο τόν Κωνσταντῖνο. Τό 313 ὁ Λικίνιος ἐνίκησε τόν Μαξιμῖνο. Καί μένουν τώρα δύο Αὔγουστοι. Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ πρῶτος Αὔγουστος καί ὁ Λικίνιος δεύτερος Αὔγουστος. Ἔτσι τό 313 ἐκδίδεται τό περιβόητο διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, πού θά δοῦμε πιά εἶναι ἡ σημασία του. Τό 321 ὁ Λικίνιος ἐπαναφέρει τούς διωγμούς μέ νέο διάταγμα ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἐνῶ τό 313 εἶχε ἀποφασιστεῖ, μέ πρῶτον τόν Κωνσταντῖνο, νά πάψουν οἱ διωγμοί. Ἐπέρχεται ἡ σύγκρουση μεταξύ τῶν δύο καί ἡ ἥττα τοῦ Λικινίου.
Τό 324 ὁ Κωνσταντῖνος γίνεται μονοκράτορας, ἡ αὐτοκρατορία ἀποκτᾶ ἑνότητα σέ μία ἀχανῆ ἔκταση. Ἀπό τήν Θούλην, πού μπορεῖ νά ἦταν ἡ σημερινή Ἰσλανδία, ἤ τουλάχιστον ἡ Ἰρλανδία, μέχρι τήν Περσία καί τήν Ἰνδία. Ἑπομένως γίνεται ἕνα ἑνιαῖο κράτος, μέ μία κεντρική ἐξουσία, ἕναν κεντρικό αὐτοκράτορα.
Τό 325 συγκαλεῖ τήν Ἅ’ Οἰκουμενική Σύνοδο καί τό 330 ἐγκαινιάζει τή νέα πρωτεύουσα, τή Νέα Ρώμη. Στίς 22 Μαΐου τοῦ 337 πεθαίνει στό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας – Μικρασία – πού ἦταν ἡ πόλις καταγωγῆς τῆς Ἁγίας Ἑλένης καί γι’ αὐτό ὀνόμασε τήν πόλην αὐτήν Ἑλενούπολη. Βαπτίστηκε ἀπό τόν φίλο του, Εὐσέβιο Νικομηδείας, μέ λευκή ἐσθήτα, ὡς κατηχούμενος καί μετά ἀπό λίγο ἀρρώστησε καί πέθανε σέ ἡλικία περίπου ἑξήντα ἐτῶν. Ἡ σωρός του μεταφέρθηκε καί ἐτάφη στή νέα πρωτεύουσα, τή Νέα Ρώμη.
Κατηγορίες ἀπό τόν Ζώσιμο
Αὐτά εἶναι τά τυπικά ἱστορικά. Ὁ Κωνσταντῖνος κατηγορήθηκε ἀπό τόν Ζώσιμο γιά τή δολοφονία καί ἐξόντωση τῶν ἀντιπάλων του.
Τί μαρτυροῦν οἱ πηγές; Κάποια πράγματα τά ὁποῖα λέγονται ἀπό τούς ἀντιπάλους του, καί μάλιστα τό Ζώσιμο πού εἶναι ἡ πηγή τῶν συκοφαντιῶν κατά τοῦ Κωνσταντίνου, μένουν στό χῶρο τοῦ θρύλου. Ὅταν εἶναι κάτι ἀναπόδεικτο τό ἀναφέρει μέν ὁ ἱστορικός ὅπως κάνω καί ’γω τώρα, χωρίς ὅμως νά μπορεῖ νά στηρίξει ὁποιαδήποτε συμπεράσματα σέ ἀμέριστες ὑποθέσεις ἤ σκέψεις.
Ἡ περίπτωση τοῦ Μαξιμιανοῦ
Ἡ περίπτωση τοῦ Μαξιμιανοῦ, γιά νά μείνω σέ μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ὁ Μαξιμιανός ἤθελε νά γίνει αὔγουστος, αὐτοκράτορας καί διώχθηκε ἀπό τόν γιό του Μαξέντιο. Ἔτσι κατέφυγε στήν κόρη του, ἦταν πεθερός τοῦ Κωνσταντίνου, στήν κόρη τοῦ Φαύστα καί ζήτησε προστασία ἀπό τόν Κωνσταντῖνο. Τό 310 ὅμως ὀργάνωσε συνωμοσία καί κίνημα γιά ἀνατροπή τοῦ Κωνσταντίνου. Αὐτή ἦταν ἡ κατάσταση τῆς ἐποχῆς.
Ξέρετε, κανείς, ὅσο μεγάλος κι ἄν εἶναι, δέ μπορεῖ νά πάψει νά εἶναι τέκνο τῆς ἐποχῆς του. Γι’ αὐτό σᾶς εἶπα ὅτι ὅταν ἐφαρμόζεται ὁ λεγόμενος ἱστορικός ἀναχρονισμός, εἶναι ἀποτυχία τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας. Ἐμεῖς θά ἑρμηνεύσουμε τά πράγματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μεθιστάμενοι σ’ αὐτή τήν ἐποχή κι ὄχι μεταφέροντας τήν ἐποχή στίς δικές μας συνθῆκες σήμερα. Ὁ Μαξιμιανός διέδωσε ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος φονεύθηκε στόν πόλεμο κατά τῶν Φραγκογερμανῶν στά βόρεια σύνορα, καί πῆρε ἕνα μέρος τοῦ στρατοῦ μέ τό μέρος του καί αὐτοανακηρύχθηκε αὐτοκράτορας. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέστρεψε καί ὁ Μαξιμιανός κλείστηκε στό φρούριο τῆς Μασσαλίας. Ὁ Κωνσταντῖνος τόν αἰχμαλωτίζει, τόν συγχωρεῖ ὅμως, μέ τή μεσολάβηση καί τῆς γυναίκας του τῆς Φαύστας.
Νέα συνωμοσία τοῦ Μαξιμιανοῦ καί τῆς Φαύστας τώρα, γιά νά δολοφονηθεῖ ὁ Κωνσταντῖνος. Ἀποτυγχάνει ἡ προσπάθεια. Ἡ Φαύστα τότε, ἡ Φάουστα ὅπως εἶπα τῆς οἰκογένειας, ἐνοχοποιεῖ τόν πατέρα της. Ὁ Μαξιμιανός ἀναγκάστηκε νά αὐτοαπαγχονιστεῖ, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ὅτι τά πράγματα ἔγιναν σκληρότερα γι’ αὐτόν. Κατηγοροῦν γι’ αὐτό τόν Κωνσταντῖνο. Κοιτάξτε, ὅταν κάποιος εἶναι ἀνώτατος ἄρχων, καί δέν εἶναι ἁπλῶς πολιτικά καί διοικητικά ἀνώτατος ἄρχων, ἀλλά συγκεντρώνει ὅλες τίς ἐξουσίες ὀνομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδή ὁ κυβερνήτης, ὁ διοικητής ὁλοκλήρου του κόσμου. Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπόν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ Ἀνώτατος Δικαστής. Ἦταν Pontifex maximus, ὁ ἀνώτατος ἀρχιερεύς. Αὐτά δέν τά μετέφερε ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του, τά βρῆκε στή Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Ἑπομένως, πάσα πράξις ἔπρεπε νά δικαστεῖ ἀπό τόν ἀνώτατο δικαστή. Ὁ ὁποῖος βέβαια περιεστοιχίζετο ἀπό τόν στρατό ἀλλά στά πολιτικά πράγματα ἀπό τήν σύγκλητο. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν νά ἀποδίδουμε μονομερῶς τήν εὐθύνη, ὅπως ὅταν κανείς εἶναι πρόεδρος τῆς δημοκρατίας καί ὑπογράψει θανατική ποινή ἡ ὁποία ὁρίζεται ἀπό τό δικαστήριο, εἶναι ὑποχρεωμένος νά τό πράξει. Ἄν ἀρνηθεῖ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, νά δεχθεῖ αὐτό πού προτείνει ἡ δικαστική ἐξουσία καταλαβαίνετε ποιές ἐπιπτώσεις θά γίνουν.
Ἡ περίπτωση τοῦ Βασσιανοῦ
Δεύτερο, ἡ περίπτωση τοῦ Βασσιανοῦ. Θ’ ἀποφύγω τίς λεπτομέρειες, διότι, εἰς τήν στάση τοῦ Βασσιανοῦ, κι ἐδῶ ὁ Κωνσταντῖνος ἔδειξε μεγαθυμία κι ὅταν ἀποκαλύφθηκε ἡ συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – ἐναντίον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὁ Βασσιανός ἐξετελέσθη μέ τήν ἐφαρμογή τῶν νόμων τοῦ κράτους. Εἶναι δυνατόν λοιπόν, ἐν ψυχρῷ, νά ἀποδοθεῖ ἡ κατηγορία στόν Κωνσταντῖνο καί νά θεωρηθεῖ δολοφόνος; Κάθε ἀνώτατος ἄρχων τότε θά ἔπρεπε νά ὀνομάζεται δολοφόνος, ἐκτός καί ἄν ὁ ἀνώτατος ἄρχων χρησιμοποιεῖ τούς νόμους. Ἀλλά ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία γι’ αὐτό κατόρθωσε τόσα χρόνια νά ἐπιβιώσει· δέν ἐνεργοῦσε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο.
«Τούτῳ Νίκα» Περίπτωση τοῦ Μαξεντίου
Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Μαξεντίου, τοῦ κουνιάδου τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Μαξέντιος ἐπεθύμησε νά γίνει ὁ μόνος αὐτοκράτορας καί ἐστράφη κατά τοῦ Κωνσταντίνου ἐπικαλούμενος τόν θάνατο – τήν δολοφονία κατ’ αὐτόν – τοῦ πατέρα του, τοῦ Μαξιμιανοῦ. Διατάζει τήν καταστροφή τῶν ἀγαλμάτων τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Κωνσταντῖνος μέσω τῶν Ἄλπεων ἔρχεται στήν Ἰταλία καί συναντῶνται οἱ δύο στρατοί στήν ἴδια γέφυρα τοῦ Τίβερη, δύο χιλιόμετρα ἔξω ἀπό τή Ρώμη. Ἐδῶ ἐμφανίζεται ἡ γνωστή θεοσημία, ὅπως τό περιγράφει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, κατά τό ἀπομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στόν οὐρανό τόν Σταυρό καί τά γράμματα πού ἔλεγαν «Τούτῳ Νίκα», ὄχι δηλαδή «Ἐν Τούτῳ Νίκα». Μέ αὐτό τό σύμβολο θά μπορεῖς νά νικᾶς, ἄς νικᾶς. Ὁ Λακτάντιος παραθέτει τό κείμενο εἰς τά Λατινικά. Καί λέει πάλι ὅτι ἦταν Σταυρός, ὅτι τό εἶδε σέ ἐνύπνιον ὁ Κωνσταντῖνος, βλέπετε ὑπάρχουν διάφορες ἐκδοχές, καί εἶπε ὅτι τά γράμματα ἦσαν In Hoc Vincas, Ἐν τούτῳ, ἐδῶ, δηλαδή, ὑπάρχει τό In. Ἐν αὐτῷ, δηλαδή, νά νικᾶς. Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος καί ὁ στρατός, ὑπάρχουν σχετικές πηγές, ἐβεβαίωσαν πώς τό εἶδαν καί αὐτοί τό σύμβολο, ἄρα τό εἶδε ὁλόκληρος ὁ στρατός καί ὄχι μόνον ὁ Κωνσταντῖνος. Γεγονός εἶναι ἕνα. Εἴτε ὡς ἐνύπνιον τό εἶδε, εἴτε μέρα μεσημέρι στόν οὐρανό, σημασία ἔχει ὅτι ἀπό τότε ὁ Κωνσταντῖνος κατασκευάζει τό λάβαρο τοῦ Σταυροῦ μέ τό μονόγραμμα, τό Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σέ ἕνα στεφάνι. Καί εἰς τίς ἀσπίδες τῶν στρατιωτῶν ἐμφανίζεται τό μονόγραμμα.
Ὁ Ζώσιμος ἀποσιωπᾶ τό γεγονός, ἐνῶ θά μποροῦσε νά τό διαψεύσει, ἀλλά δέ μπορεῖ. Ἀποσιωπᾶ τό γεγονός ὅπως καί ἄλλοι παγανιστές συγγραφεῖς. Τό ἐπιβεβαιώνουν ὅμως μεταγενέστεροι ἱστορικοί, ὁ Φιλοστόργιος, ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ὁ ἡσυχαστής τοῦ 14ου αἰῶνος. Ὁ δέ Σωζομενός, ἱστορικός τοῦ 5ου αἰῶνος, ἕναν αἰώνα μετά τόν Κωνσταντῖνο μαζί μέ τόν Σωκράτη τόν σχολαστικό, λέγει ὅτι οἱ λέξεις «Τούτῳ Νίκα» ἦσαν ἄγγελοι. Ὅπως τό ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, ἦταν ὑπερφυές θαῦμα, δηλαδή ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τό ἴδιο καί ὁ Σωζομενός, τό ἑρμηνεύει μέ τό δικό του τρόπο. Στίς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 312 γίνεται ἡ μάχη. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε 25.000 στρατό, ὁ Μαξέντιος 100.000 καί κυριολεκτικά συνετρίβη ὁ στρατός τοῦ Μαξεντίου. Σπάζει μία γέφυρα τοῦ Τιβέριου ποταμοῦ καί πολλοί στρατιῶτες πέφτουν στό ποτάμι καί πνίγονται καί μαζί τους καί ὁ Μαξέντιος. Πάλι κατηγοροῦν τόν Κωνσταντῖνο. Ἐμένα μέ ἐνδιαφέρει στήν ἔρευνά μου ὁ ὅρος πού χρησιμοποιεῖται: «δολοφόνος ὁ Κωνσταντῖνος». Ξέρετε τί σημαίνει δολοφόνος. Νά πεῖτε ὅτι μέ τόν τρόπο πού ἐπετέθη κατόρθωσε κλπ νά πέσει ὁ Μαξέντιος στό ποτάμι καί νά πνιγεῖ, ἐντάξει τό δέχομαι. Ἀλλά δολοφόνος ἀπό ποῦ ὡς ποῦ; Ὅταν εἶναι μία μάχη κατά τήν ὁποία ἀντιμετωπίζεται στάσις, ἐπανάσταση ἐναντίον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Τρία χρόνια μετά ὁ Κωνσταντῖνος ἔχτισε τή Θριαμβική Ἁψίδα ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι σήμερα στή Ρώμη. Τώρα μία ἀντίφαση, στούς ἀντιπάλους του Κωνσταντίνου εἶναι ὅτι δέν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη τοῦ ἀντιπάλου στρατεύματος. Δέν ἐφήρμοσε κανένα μέτρο ἐναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιές ἀντιφάσεις ὑπάρχουν εἰς τήν κρίση τοῦ Κωνσταντίνου.
Κρίσπος – Φαύστα
Χαρακτηριστικότερες ἀπό αὐτές – νά ὁλοκληρώσω αὐτές τίς ἀναφορές – εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ γιοῦ του τοῦ Κρίσπου καί ἡ περίπτωση τῆς Φαύστας, τῆς δεύτερης συζύγου του. Τό 316 γιόρταζε τά δέκα χρόνια τῆς ἀνόδου του εἰς τόν θρόνο, στά ἀνάκτορα. Καί ἐξαπλώνεται αὐτόματα ἡ εἴδηση ὅτι συνελήφθη ὁ Κρίσπος καί ἐφυλακίσθη εἰς τήν φυλακήν τῆς Πόλας εἰς τήν Ἴστρια – ἀπό ἐκεῖ κατήγετο ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας καί ἡ οἰκογένειά του, τήν Ἴστρια. Ὁ Κρίσπος ἦταν ἕνας σοβαρός καί ἀξιοπρεπής νέος μέ πολλά ἡγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, εἶχε περιβληθεῖ ἀνώτατα στρατιωτικά ἀξιώματα καί ἦταν μάλιστα καί ἀρχηγός τοῦ στόλου τῆς αὐτοκρατορίας.
Μή σᾶς φαίνεται περίεργο. Ὁ Γκουαρνέ τῆς Ἰωσηφίνας, ὁ θετός γιός τοῦ Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονῶν πῆγε νά καταλάβει τά Ἑπτάνησα μέ τούς δημοκρατικούς Γάλλους. Ἐδῶ φαίνεται τό μίσος τῆς Φαύστας. Ὁ Κρίσπος ὑπερτεροῦσε ἔναντι τῶν τριῶν δικῶν της γιῶν. Ἐτίθετο θέμα διαδοχῆς. Ἐπίσης ἡ ἁγία Ἑλένη, ἀγαποῦσε τόν Κρίσπο γιά τά προσόντα, τῆς θύμιζε τόν γιό της στά νεανικά του χρόνια. Γίνεται μία σατανική ἐνέργεια. Ἕνα μήνα πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ Κρίσπου ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἶχε ἐκδώσει ἕνα νόμο ἐναντίον τῆς μοιχείας. Μοιχεία μέ ἔγγαμη γυναίκα, ὄχι ἁπλῶς πορνεία. Ἡ τιμωρία ἦταν ὁ θάνατος. Μέ ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε ἀπό τήν Φαύστα ὁ Κρίσπος, πρῶτον γιά συνωμοσία ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίνου καί δεύτερον ὅτι τῆς ἐπετέθη, στή μητριά του δηλαδή, μέ ἀνήθικους σκοπούς. Ὁ Ζώσιμος, προσέξτε, ὁ εἰδωλολάτρης ἱστορικός, καί ὁ Ἰωάννης Ζωναρᾶς τόν δωδέκατο αἰώνα δέχονται ὡς ἀβάσιμες τίς πληροφορίες καί ὅλοι οἱ σοβαροί ἐρευνητές δέχονται ὅτι αὐτά μένουν στό χῶρο τοῦ θρύλου. Δέν μπορεῖ νά συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα. Τό δίλημμα πού εἶχε ὁ Κωνσταντῖνος σέ αὐτή τήν περίπτωση ἦταν ἀνάλογο ἐκείνου ἑνός μεγάλου νομοθέτη τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τόν ἕβδομο αἰώνα ὁ Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, ὅμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλῶ ὅσους δέν τό ξέρουν νά μή λένε ζάμπλουτος – ζά σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος καί ζάλευκος). Ὁ Ζάλευκος εἶναι σύγχρονος τοῦ Χαμουραμπί, ἤ Χαμουράμπι καί ἐκδίδει τήν πρώτη ἑλληνική νομοθεσία – εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ Σόλωνος. Εἶχε λοιπόν ἕνα νόμο πού ἔλεγε: ὁ κατηγορούμενος καί συλλαμβανόμενος γιά μοιχεία καταδικάζεται μέ τήν ἐξόρυξη τῶν δύο ὀφθαλμῶν. Ὁ πρῶτος πού συνελήφθη γιά μοιχεία ἦταν ὁ γιός τοῦ Ζάλευκου.
Ἔρχεται λοιπόν ὁ βασιλεύς, ὅπως ὁ Κωνσταντῖνος ἀνώτατος δικαστής, νά δικάσει. Τί νά κάνει; Νά τυφλώσει τό γιό του πού ὁ στρατός τόν ἤθελε ὡς διάδοχό του καί ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ὁ Ζάλευκος τήν σύναξη: πόσα μάτια ἀπαιτεῖ ὁ νόμος στήν περίπτωση αὐτή ὡς τιμωρία; Καί τοῦ εἶπαν δύο. Ε, λέει, ἕνα μάτι τοῦ γιοῦ μου καί ἕνα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε καί αὐτός κατά τό ἕνα μάτι γιά νά μήν καταδικάσει μέ τήν ἐξόρυξη τῶν δύο ὀφθαλμῶν τό γιό του.
Αὐτό τό ἐπικαλούμεθα συνήθως, ὁ Δημινιάτης καί ὁ Κωνσταντῖνος Καλλίνικος γιά νά δικαιώσουν τήν περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – ἀλλά αὐτό εἶναι ἄλλου παπᾶ εὐαγγέλιο καί ἄλλο θέμα.
Δέν ἐκτελεῖ τόν Κρίσπο, ἁπλῶς τόν φυλακίζει ὁ Κωνσταντῖνος. Ὁ νέος ἐκτελέστηκε μέ ἄγνωστο τρόπο καί δέν βρέθηκε διάταγμα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου πού νά καταδικάζει τόν Κρίσπο σέ θάνατο, ὅπως ἔπρεπε νά ὑπάρχει. Οἱ ἱστορικοί μᾶς λέγουν ὅτι ἡ μόνη πού μποροῦσε νά χρησιμοποιήσει τήν σφραγίδα τοῦ αὐτοκράτορος ἦταν ἡ γυναίκα του ἡ Φαύστα καί σ’ αὐτήν ἀποδίδεται ἡ δολοφονία. Ἡ ἀπάντηση λοιπόν εἶναι ἀδύνατη καί ἀνεύθυνη καί πρός πάσα κατεύθυνση. Ἡ Ἑλένη ἐπέστρεψε ἀπό τή Ρώμη καί πληροφορήθηκε τή συνωμοσία τῆς Φαύστας καί ἀπεκάλυψε τά πράγματα στόν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος τότε διέταξε τήν σύλληψη τῆς Φαύστας. Ὁ Ζώσιμος αὐθαίρετα λέει ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος διέταξε νά πνιγεῖ ἡ Φαύστα στό λουτρό μέ καυτό νερό. Προχθές μοῦ ἔστειλαν ἕνα ἄρθρο – θά τό ἐπικαλεστῶ γιά ὀλίγο στή συνέχεια – πού ἐπαναλαμβάνει ἕνας ἐχθρός του Χριστιανισμοῦ, τά ὅσα γράφει ὁ Ζώσιμος. Χωρίς καμία ἄλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση τῆς πληροφορίας. Ἀναπαράγεται λοιπόν αὐτή ἡ κρίση ἀναπόδεικτα. Ἀλλά τό μύθο τοῦ Ζωσίμου καταρρίπτει ὁ Ἱερώνυμος. Ἐκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ). Ἄριστος ἑλληνιστής, εἶχε ζήσει κοντά σέ πατέρες στήν ἀνατολή καί μάλιστα κοντά στόν Ἰωάννη τό Χρυσόστομο – ἀνατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἀνήκουν στήν ἴδια ὁμάδα ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας – ἔζησε ὁ Ἱερώνυμος τά γεγονότα, καί αὐτός παρέχει τήν πληροφορία ὅτι ὁ θάνατος τῆς Φαύστας ἐπῆλθε τρία ἤ τέσσερα ἔτη μετά τό θάνατο τοῦ Κρίσπου. Πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν νά συνδέονται, καί μάλιστα ἄμεσα, τά δύο γεγονότα; Ἀκόμη καί ὁ ἱστορικός Γίββων εἰς τήν ἱστορία του καταθέτει τήν ἀμφισβήτησή του γιά ἕνα τέτοιο θάνατο τῆς Φαύστας. Καί ὁ Παπαρηγόπουλος ἐπίσης ἀπορρίπτει μία τέτοια θεωρία. Τίς περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, τοῦ Κρίσπου καί τῆς Φαύστας, καλύπτει θρύλος.
Ἡ στάση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἔναντί της εἰδωλολατρείας
Ποιά ἦταν ἡ στάση τώρα τοῦ Κωνσταντίνου ἔναντι τῆς εἰδωλολατρείας. Ἕνα χρόνο μετά τή Σύνοδο τῆς Νικαίας τό 326, ὁ Κωνσταντῖνος ἔρχεται στή Ρώμη γιά νά γιορτάσει τά εἰκοσάχρονά της Βασιλείας του, τά δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στό Καπιτώλιο νά συμμετάσχει σέ μία στρατιωτική, εἰδωλολατρική γιορτή καί νά προσφέρει τίς νενομισμένες θυσίες. Ἀρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, ἔπεσε ὡς κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ ἡ ἄρνηση τοῦ αὐτοκράτορος νά τελέσει τά καθήκοντά του ὡς ἐθνικός, ὡς εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει νά ξέρουμε, θά τό πῶ παρενθετικά, γιατί ἐδιώκετο ὁ Χριστιανισμός, κυρίως τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες; Ἀλλά δέν σταμάτησαν ποτέ οἱ διωγμοί αὐτοί, μέχρι σήμερα. Ἐδιώκετο διότι δέν ἀπεδέχετο ἄλλες θεότητες. Ἡ φράσις τῆς λειτουργίας: «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός», κατά τούς μεγάλους λειτουργιολόγους, εἰσῆλθε εἰς τήν θεία λειτουργία ἤδη ἀπό τόν πρῶτο αἰώνα. «Εἷς Ἅγιος», ἦταν ἀπάντηση στούς Ἑβραίους· ἕνας εἶναι ὁ Ἅγιος πού ἁγιάζει, ὁ Τριαδικός Θεός. «Εἷς Κύριος», ἕνας βασιλιάς, ἕνας αὐτοκράτορας, ἀπευθύνεται στούς Ρωμαίους. Ἕνας εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ βασιλιάς ὁ δικός μας. Κι αὐτό τό ἐπαναλαμβάνει τό 160 περίπου στή δίκη του, ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, ἐπίσκοπος Σμύρνης. Τί τοῦ εἶπε ὁ Στάτιος ὁ Κονδράτιος, ὁ διοικητής τῆς Σμύρνης; «Ὧμοσον τοῦ Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στό ἄγαλμα τοῦ Καίσαρα. Διότι ὁ Καίσαρ ἦταν Θεός ἐπί τῆς γῆς.
Τιμοῦσαν τό πνεῦμα τοῦ Καίσαρος καί τό πνεῦμα τῆς Ρώμης, μέ ἀγάλματα μέ θυσίες, ἐτιμῶντο ὡς θεότητα. Ἄρα δέν θά εἶχε ἀντίρρηση ἡ Ρώμη οἱ Χριστιανοί νά εἰσαγάγουν μία νέα θεότητα εἰς τήν πανσπερμία τῶν θεοτήτων – ὁ Ὁράτιος ἔλεγε τήν ἐποχή αὐτή «ὑπάρχουν περισσότεροι θεοί ἀπ’ ὅσον ἄνθρωποι» – ὁπότε δέ θά ἠρνεῖτο ἡ Ρώμη ἐάν πρῶτα ἐδέχοντο τή θεότητα τοῦ Καίσαρος καί τῆς Ρώμης. Γι’ αὐτό ἐδιώκοντο οἱ Χριστιανοί. Ἦταν ἀπηγορευμένη ἑταιρεία – ὁμάδα διότι δέν ἐδέχετο «οὗς ἡ πόλις», γιά νά ἐπαναλάβω τό Σωκράτη, «οὗς ἡ πόλις ἐνόμιζε θεούς», κατά νόμον ἐδέχετο ὡς θεότητες. Αὐτό λοιπόν λειτουργεῖ μ’ ἕναν τρόπο περίεργο στή συνείδηση τῶν εἰδωλολατρῶν ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ πού ἐτιμᾶτο ὡς θεός – καί ὁ Κωνσταντῖνος μέχρι τότε ἐτιμᾶτο – ἀρνεῖται νά προσφέρει τά νενομισμένα ὅπως ἐπέβαλε ἡ θρησκεία τῆς Ρώμης. Ὕστερα ἀπ’ ὅσα εἶχε βιώσει εἰς τήν Σύνοδο τῆς Νικαίας, δέν μποροῦσε νά δεχθεῖ ὅλα αὐτά.
Ἐπίσης κατά τόν Ζώσιμο, προκάλεσε τό μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι γιά νά τόν ἐκδικηθοῦν καί νά τόν προσβάλουν, ἐβεβήλωσαν τά ἀγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά τοῦ προσώπου στά ἀγάλματα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀλλά ἐκεῖνος, εἰρηνικότατα, ὅταν τοῦ εἶπαν τί εἶχε γίνει, ἔπιασε τό πρόσωπό του καί εἶπε «εὐτυχῶς ἐγώ δέ βλέπω κανένα τραῦμα στό πρόσωπό μου». Δέν καταδίωξε τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά οὔτε καί τήρησε ἰδιαίτερα φιλική στάση ἀπέναντί τους. Μέ ἐπιστολές του συμβούλευε τούς κατοίκους τῆς χώρας καί τῶν περιοχῶν πού ὑπῆρχαν εἰδωλολάτρες νά στραφοῦν πρός τή χριστιανική πίστη. Πῶς εἶναι δυνατόν νά τόν ἀγαπήσουν οἱ ἐθνικοί; Αὐστηρότητα ἔδειξε μόνον πρός τούς αἱρετικούς. Γι’ αὐτό πότε ἐξόριζε τό Μέγα Ἀθανάσιο, πότε ἐξόριζε τόν Ἄρειο. Διότι ἕνας ἄρχοντας, γιά νά καταλαβαίνουν οἱ διοικοῦντες, ἐνδιαφέρεται σέ κάθε ἐποχή γι’ αὐτό πού λέει ἡ λαϊκή φράση: ἡσυχία, τάξη καί ἀσφάλεια. Ἤθελε δηλαδή νά ἀποφύγει τίς ἄκαιρες διενέξεις καί τίς συγκρούσεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, γιά νά προφυλαχθεῖ κατά πολλούς ἱστορικούς, ἐπειδή τόν ἀπειλοῦσαν μέ δολοφονία οἱ Ἀρειανοί, ἐστάλη εἰς τήν Δύση. Ἐξόριστος στή Ρώμη, 335-36, καί στά Ρέμιδα τό σημερινό Πρίρ, τή γενέτειρα τοῦ Μάρξ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐστάλη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί μετέφερε τό μοναχισμό τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου καί τοῦ ἁγίου Παχωμίου, τό κοινοβιακό μοναστήρι. Δέν ἀδίκησε τήν ἐθνική θρησκεία. Κατά τόν Ζώσιμο ἐπέβλεψε τήν ἀνοικοδόμηση ἐθνικῶν ναῶν.
Ἡ συνάδελφος στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν στή Φιλοσοφική, ἡ κυρία Πολυμνια Ἀθανασιάδη, ἔχει μία σπουδαία ἐργασία εἰς τήν ὁποία λέει ὅτι ἀμέσως μετά τή Νίκαια ὁ Κωνσταντῖνος χρηματοδότησε, ὡς ἀρχηγός τοῦ κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο εἰδωλολατρικούς καί δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθοῦσε νά τηρήσει τήν ἰσορροπία καί νά ἐξασφαλίσει τήν ἰσότητα καί ἑνότητα τῶν πολιτῶν. Ἐπίσης χρηματοδότησε τούς ναούς τῆς ἁγίας Ἑλένης, τήν Ἑκατονταπυλιανή τῆς Πάρου, τούς ναούς ἐκεῖ πού βρίσκονται καί σήμερα στά Ἱεροσόλυμα, στή Βηθλεέμ, στό Σταυροβούνι, στή σκήτη πού μετέφερε ἡ ἁγία Ἑλένη μεγάλο τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί οὕτω καθεξῆς. Συγχωρῆστε με, βλέπω σ’ αὐτό τό ἄρθρο, καί δέ θά τό διαβάσω ὁλόκληρο, καί πολλοί νεοπαγανιστές μᾶς κατηγοροῦν λέγοντας «δέν εἶναι Τίμιος Σταυρός αὐτό, ἀλλά δάσος ὁλόκληρο». Μή νομίσητε ὅτι ὅποιος ἔχει Τίμιο Ξύλο εἶναι ἀπευθείας ἀπό τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τά λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, μέ τό ἄγγιγμα τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων καί μέ τό ἄγγιγμα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, τό ξύλο ἁγιάζεται καί λέγεται καί αὐτό Τίμιο Ξύλο ἀλλά δέν ἀνήκει στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε τώρα. Ἄλλο στή Μονή Ξηροποτάμου καί στή Μονή Σταυροβουνίου στήν Κύπρο πού ὑπάρχει μεγάλο τμῆμα τοῦ Σταυροῦ. Δέν εἶναι λοιπόν πολλοί σταυροί πού κόπτονται, ἀλλά μέ αὐτόν τόν τρόπο παράγονται φυλαχτά πού ἔχουν ἄμεση σχέση ἐξ ἐπαφῆς μέ τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί ὁ πατέρας τοῦ Κωνσταντίνου εἶχε εὐνοήσει τούς Χριστιανούς μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἐφήρμοζε τά διωκτικά διατάγματα τοῦ Διοκλητιανοῦ ἀπέναντί τους. Τήν ἴδια πολιτική ἀκολούθησε καί ὁ Κωνσταντῖνος.
Ὁ Κωνσταντῖνος συνέβαλε στή νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἕνα τεράστιο ἐγκληματικό λάθος – μακάρι νά ὀφείλεται σέ ἄγνοια – εἶναι τό διαθρυλούμενο καί ἐπαναλαμβανόμενο πολλάκις ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀνεκήρυξε ἐπίσημη θρησκεία τό Χριστιανισμό – ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Αὐτό θά γίνει στίς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 380 ἀπό τόν Ἱσπανικῆς προελεύσεως καί θερμόαιμο αὐτοκράτορα τόν Θεοδόσιο τόν Α’, ἀλλά ὄχι ἀπό τόν Κωνσταντῖνο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐξησφάλισε ἐλευθερία σέ κάθε θρήσκευμα, ὁπότε καί οἱ Χριστιανοί ἀπέκτησαν τό δικαίωμα νά λατρεύουν ἐλεύθερα τό Θεό τους. Ὄχι ὅτι ὁ Χριστιανισμός ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Κράτους. Αὐτό εἶναι τεράστιο ἱστορικό λάθος καί ψέμα συγχρόνως. Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παπαρηγόπουλος λέγει ὅτι «πρός τόν Χριστιανισμό ὁ Κωνσταντῖνος ἠδύνατο νά πολιτευτεῖ καί ἄλλως ἤ ὅπως ἐπολιτεύθη, ἠδύνατο νά μήν προστατεύσει καί νά τόν καταδιώξει». Ἄρα μόνο σέ μεταφυσικές, κυρίως ὑπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στήν καρδιά τοῦ Κωνσταντίνου βλέπει ὁ Παπαρηγόπουλος τήν στάση του ἔναντι τῶν Χριστιανῶν. Καί κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δέν στηρίζεται ποτέ εἰς τήν μειοψηφία ἀλλά πάντα στήν πλειοψηφία. Εἴτε γιά νά ἐπιτύχει στίς ἐκλογές εἴτε γιά νά ἐπιτύχει τούς δικούς του στόχους. Καί ἡ ἐποχή ποὺ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μέχρι τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο ποὺ δείχνει τό ἐνδιαφέρον του γιά τόν Χριστιανισμό, ποιός ἦταν ὁ ἀριθμός τῶν Χριστιανῶν στήν Αὐτοκρατορία; Ὀκτώ μέ δέκα τοῖς ἑκατό. Αὐτό τό μαρτυρεῖ σέ μία σπουδαιότατη ἐργασία τοῦ ὁ Ἄντολφ φόν Χάρμερ, ἕνας μεγάλος ἱστορικός φιλευθέρας ἰδεολογίας εἰς τήν Εὐρώπη, εἰς τήν Γερμανία «Ἡ ἐξάπλωσις τοῦ Χριστιανισμοῦ κατά τούς πρώτους αἰῶνες». Ὀκτώ μέ δέκα τοῖς ἑκατό. Μειοψηφία ἦσαν αὐτή τήν ἐποχή οἱ Χριστιανοί.
Ἐπίσης ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, γιά μένα, καί μόνο γι’ αὐτό εἶναι Μέγας καί ἅγιος της ἐκκλησίας. Ἅγιος σημαίνει ὅτι ἔχει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του, αὐτό σημαίνει· ὄχι ἀλάθητος. Ἔχει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ζωντανή καί αἰσθητή. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος αὐτοκαταργήθηκε σέ κάποια στιγμή ὡς αὐτοκράτωρ, δεχόμενος τόν δημοκρατικότερο θεσμό τῆς Ἱστορίας πού εἶναι ἡ Σύνοδος, τό Συνοδικό σύστημα. Τό 311 καί ἐν συνέχειᾳ 313 – 14 ξέσπασε μία μεγάλη διένεξις, γιά τό σχίσμα τῶν Δονατιστῶν. Μάλωναν μεταξύ τους οἱ Χριστιανοί πού ἀνῆκαν στόν Δονάτο καί οἱ ἄλλοι στόν νόμιμο ἐπίσκοπο σέ ποιόν ἀνήκουν οἱ ναοί καί οἱ περί τούς ναούς τίτλοι καί τά ἀγροτεμάχια. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος πού ἔπρεπε νά δικάσει τήν ὑπόθεση, αὐτοκαταργεῖται ἀπό «Ὕψιστος Δικαστής» καί λέγει εἰς τόν Μιλτιάδη – Ἕλληνα – ἐπίσκοπο Ρώμης, τῆς Παλαιᾶς Ρώμης : «ἔχετε σύλλογο, δικᾶστε μέ τόν συνοδικό σύλλογο». Ἔτσι φθάσαμε στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ὅταν λέμε δέ ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἦταν πρόεδρος τῆς Συνόδου – μέ συγχωρεῖτε ἀλλά δέν ξέρω γράμματα, νά διαβάσω τά κείμενα – ὁ καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς, συνάδελφός μας ἔχει δημοσιεύσει ἕνα βιβλίο γιά τήν προεδρία τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ πηγές μᾶς λένε, ἀναλυόμενες κριτικά ἀπό τόν κύριο Φειδά καί ἀπό ἄλλους ἐπιστήμονες, τελευταῖος εἶναι αὐτός πού γράφει ὁ κύριος Φειδᾶς, ὅτι πρόεδρος ὑπῆρξε ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος.
Ἄλλο ὁ πρόεδρος πού συντονίζει τίς συζητήσεις καί ἄλλο ὁ συγκαλέσας τή Σύνοδο. Μόνο ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε δικαίωμα νά δώσει ἄδεια στούς ἐπισκόπους ἀπό ὅλο τό μῆκος καί πλάτος τῆς αὐτοκρατορίας νά κινηθοῦν πρός τήν πρωτεύουσα καί μάλιστα ἐδῶ πρός τή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ξέρετε αὐτό καί ἐπί Ἰουστινιανοῦ ἰσχύει καί ἐπί Παλαιᾶς Ρώμης ἴσχυε καί ἐπί Κατοχῆς. Μποροῦσε νά κυκλοφορήσει κανείς ἄν δέν εἶχε ἄδεια τῆς γερμανικῆς διοικήσεως καί στή Σοβιετική Ἕνωση μποροῦσε νά πεῖ κανείς «πετάγομαι μέχρι τή Ρώμη γιά ψώνια» ἄν δέν εἶχε ἄδεια τῆς ἀστυνομίας; Διότι ἐφοβοῦντο στάση, ἐξεγέρσεις. Αὐτό ἴσχυε πολύ περισσότερο στήν ἀχανῆ Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία.
Ὁ Κωνσταντῖνος ὅμως καί οἱ μετέπειτα αὐτοκράτορες δίνει τήν ἄδεια νά συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος. Προσφωνεῖ τούς Πατέρες τῆς Συνόδου σέ ἄπταιστα ἑλληνικά, ἦταν ἐγκρατέστατος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, καί ἐν συνέχειᾳ ἀποσύρεται καί τό ἔργο τῆς Συνόδου διεξάγεται ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὁ Ἀλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ὁ Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδρείας, διάκονος ἀκόμη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος – καταλαβαίνετε γιά ποιά πρόσωπα μιλοῦμε. Ἀλλά δέν ὑπῆρξε πρόεδρος τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὅπως θά συμβεῖ καί στή μετέπειτα ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Θά μοῦ πεῖ κανείς, συζητήσεις, ἐπηρεασμοί εἰς τά μετόπισθεν μποροῦσαν νά ὑπάρχουν πάντοτε. Ἀλλά ὅταν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους μποροῦσαν νά ὑπάρχουν ἅγιοι, ἕτοιμοι νά θυσιαστοῦν γιά τήν πίστη τοῦ Θεοῦ, οὐδεμία ἐπιρροή εἶναι δυνατή. Αὐτό εἶναι τό πρόβλημα σήμερα. Μπορεῖ νά συγκληθεῖ Οἰκουμενική Σύνοδος; Ἄν δέν ἔχουμε θεουμένους, δέ μποροῦμε νά ἔχουμε Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἤ, ἄν δέν ἔχουμε ἐπισκόπους πού ἀγωνίζονται γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἀκολουθοῦν τούς ἁγίους τοὺς θεουμένους, διαφορετικά ὅποια Σύνοδος πού θά γίνει στό μέλλον πού θά διεκδικήσει τόν τίτλο Πανορθοδόξου καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί θά ἐναντιώνεται εἰς τόν λόγο καί τήν πολιτεία καί τήν πράξη τῶν θεουμένων, δηλαδή τῶν ἁγίων, θά ἀποδειχθεῖ καί εὔχομαι νά μή γίνει αὐτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Ἐπίσης, ἀπό ἑλληνολάτρης ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινε πραγματικά πιστός εἰς τόν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔγινε ὑπέρμαχος τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ὅπως ἀποδεικνύει ἤδη τό 313 μέ τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, χωρίς, ὅπως εἶπα, νά διακηρύξει ἐπίσημη καί μοναδική θρησκεία τόν Χριστιανισμό.
Τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων
Τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, ὁ Λακτάντιος τό περιέχει στό ἔργο του καί ὁ Εὐσέβιος εἰς τήν Ἱστορία του. Τί περιεῖχε τό διάταγμα. Παρεῖχε ἐλευθερία λατρείας. Γενικά, σέ κάθε θρησκεία. Κατήργησε τούς νόμους οἱ ὁποῖοι ἴσχυαν ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν καί οἱ τόποι λατρείας – πού τούς εἶχαν ἁρπάξει οἱ εἰδωλολάτρες – ἐπεστράφησαν στούς Χριστιανούς. Ἤ, ὅπου δέν ἦταν δυνατό αὐτό, οἱ Χριστιανοί ἔπαιρναν ἀποζημίωση γιά τούς τόπους λατρείας πού εἶχαν ἁρπαγεῖ. Εἴπαμε γιά τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἀνύψωσε συγχρόνως τόν ἑλληνισμό σέ πολιτική καί ἐκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ὁ Κωνσταντῖνος χρησιμοποιεῖ τή γλώσσα τῆς Ρωμανίας, τῆς αὐτοκρατορίας, τῆς Ἑλληνικῆς δηλαδή αὐτοκρατορίας ἡ ὁποία ἐκτεινόταν ἀπ’ τή Δύση μέχρι τό βάθος τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ γλῶσσες ἦταν δύο, λατινικά καί ἑλληνικά. Ὁ Κωνσταντῖνος μιλεῖ ἑλληνικά στή Σύνοδο ὅπως καί στή Σύνοδο τό 324, στήν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ὁλοκληρώνει τήν αὐτοταπείνωσή του καί τήν ἀποδοχή τῆς Συνόδου, τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, ὅταν λέγει στούς ἐπισκόπους τό περίφημο ἐκεῖνο: «Ἐσεῖς εἶστε ἐπίσκοποι τῶν ἐντός, μέσα δηλαδή στά πνευματικά, στά sacra interna τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγώ, ὁ αὐτοκράτωρ, ὑπό τοῦ Θεοῦ καθιστάμενος ἐπίσκοπος τῶν ἐκτός ἄν εἴη». Ὅσοι εἶστε φιλόλογοι ξέρετε τί σημαίνει αὐτό τό «ἄν εἴη». Θά μποροῦσα νά εἶμαι ἐφόσον μοῦ τό ἀναγνωρίζετε, ἐπίσκοπος, πού θά ἐπιβλέπω δηλαδή τά ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, τά ἐκτός τοῦ ἁγίου βήματος. Μποροῦμε νά συναγάγουμε τά συμπεράσματα ἀπό τίς μετέπειτα ἐπιδρομές κυριολεκτικά ὄχι μόνο στήν Ἑλλάδα, εἰς τά sacra interna τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα τῶν σχέσεων ἐκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεῖ τήν στάση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί πολλῶν ἄλλων αὐτοκρατόρων μας στήν αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια γιά νά κλείσω.
Ἔργα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου
Ἀνέτρεψε τήν πορεία τῆς ἱστορίας, μέ τίς θρησκευτικές καί ἀστικές ἀλλαγές τίς ὁποῖες ἐπέφερε. Μία ἀπ’ αὐτές ἦταν ἡ ἀπελευθέρωση, ἡ δυνατότητα στούς δούλους νά γίνουν ἀπελεύθεροι. Δέν καταργεῖ τή δουλεία, δηλαδή δέν ἦταν δυνατόν νά καταργηθεῖ, ἀλλά ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέ τήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή, ἀλλάζει τό περιεχόμενο τῆς δουλείας. Γίνεται ἀδελφός ὁ δοῦλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι ὅπως ἐμεῖς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δέν εἴμαστε δοῦλοι κανενός – ὅποια στιγμή θέλουμε λέμε τά βροντάω καί φεύγω – κατά τόν ἴδιο τρόπο, ὅταν ὁ δοῦλος ἀνεγνωρίζετο ὡς ἄνθρωπος, ὡς ἀνθρώπινον πρόσωπον, δέν ἦταν πλέον δοῦλος ἀλλά συνεργάτης πρός τούς πρώην κυρίους του. Εἶναι ὁ πρῶτος ἔπειτα Ρωμιός αὐτοκράτορας, δηλαδή ὀρθόδοξος αὐτοκράτορας στήν Ἱστορία, μέ ποιάν ἔννοια: εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος χτίζει τή Νέα Ρώμη, τή νέα πρωτεύουσα. Ἀπό τό 326 ἀρχίζει ἡ ἀναζήτηση πόλεως – δέν ἰκανοποιεῖτο μέ τό λατινόφωνο περιβάλλον τῆς Δύσεως καί κατάλαβε ὅτι ἡ τύχη τῆς αὐτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στήν ἀνατολή. Ἐκεῖ θά ἔτρεχε τό μεγάλο παιχνίδι πού τό ἔπαιξε γιά χίλια ἑκατό χρόνια καί περισσότερο – μέχρι σήμερα τό παίζει, οἰκουμενικά. Ὁ Ἑλληνισμός διατηρεῖ τήν οἰκουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά μέ τή Νέα Ρώμη, μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε ἐπιλέξει, τόσο ἀνθέλληνας ἦταν, εἶχε ἐπιλέξει στήν ἀρχή τήν Τροία. Ἐκεῖ ἤθελε νά χτίσει τήν πρωτεύουσα. Τά λέει ὁ ἱστορικός Σωζομενός. Ἐν συνέχειᾳ ὅμως κατάλαβε τή σημασία τῆς περιοχῆς τοῦ παλαιοῦ Βυζαντίου, πού ἦταν ἐρείπια τώρα, πού ἔλεγχε τό πέρασμα πρός τή Μαύρη θάλασσα, τά στενά δηλαδή τοῦ Βοσπόρου. Ὁ Παπαρηγόπουλος τό εἶχε ἐπιχειρήσει, ὁ Γίββων τό εἶχε ἐπιχειρήσει καί πολλοί ἄλλοι ἱστορικοί, μέτρησαν τήν ἀπόσταση ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέχρι τή Θούλη τῆς Ἰσλανδίας καί ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέχρι τήν Κίνα. Εἶναι περίπου τά ἴδια χιλιόμετρα. Ἀντελήφθη ὁ Κωνσταντῖνος ὅτι τό κέντρο τοῦ κόσμου ἦταν αὐτή ἡ νέα πόλη. Μάλιστα ὅταν ἐχάρασε τήν πόλη, τόν ρωτοῦσαν οἱ ἀξιωματικοί: «πού μᾶς πᾶς, πολύ μακριά χαράσσεις τά ὅρια τῆς πόλης». Ἔχουμε δεύτερη χάραξη μέ τόν Θεοδόσιο καί τρίτη χάραξη μέ τόν Ἰουστινιανό καί μετέπειτα. Ὁ Κωνσταντῖνος εἶπε : «δέν μπορῶ νά σταματήσω γιατί μέ ὁδηγεῖ αὐτός μπροστά». Δηλαδή ἐπεκαλέσθη ὑπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος ἄγγελος, πού ὁδηγοῦσε τόν Μέγα Κωνσταντῖνο. Αὐτό ἤ εἶναι ἀλήθεια ἤ εἶναι ψέμα δέν εἶναι τό πρόβλημά μας. Τό πρόβλημα εἶναι ἡ διορατικότητα καί ἡ ὀξυδέρκεια αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ νά ἀναγνωρίσει τόν ρόλο πού ἐπρόκειτο νά παίξει ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Νέα Ρώμη δηλαδή, στήν περιοχή αὐτή.
Ἔγινε ὁ αὐτοκράτωρ ὁ ὁποῖος δέν ἔχασε κανένα πόλεμο. Δέ νικήθηκε ποτέ οὔτε ἐσωτερικά, οὔτε ἐξωτερικά. Κατήργησε τό σῶμα τῶν πραιτοριανῶν, πού εἶχαν φτάσει στό σημεῖο νά θεωροῦνται οἱ κύριοι τῶν αὐτοκρατόρων, κατήργησε τήν ποινή τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, ἀνανέωσε τό οἰκογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τή μοιχεία ὅπως εἴδαμε, μέ νόμους ἀνύψωσε τή θέση τῆς μητέρας, προστάτεψε τήν οἰκογένεια καί τά παιδιά ἀπ’ τήν κατάχρηση τῆς πατρικῆς ἐξουσίας καί τά κορίτσια ἀπ’ τήν ἀπαγωγή. Ρύθμισε τά ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κ.ο.κ.. Ὅλη ἡ πολιτεία του δείχνει ὅτι ἐνεργοῦσε ὡς χριστιανός. Μέ νόμο τιμωροῦσε ἐκείνους πού προξενοῦσαν τόν θάνατο τῶν σκλάβων καί περιόρισε τή βία καί τή σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο γιά τόν 4ο αἰώνα: ἀπαγορεύει τόν στιγματισμό στά πρόσωπα τῶν σκλάβων. Εἶχαν τή συνήθεια δηλαδή νά στιγματίζουν μέ σπαθί, καμένο σπαθί, τά πρόσωπα τῶν σκλάβων. Καί ἔλεγε ὅτι τό πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς φέρει εἰς τόν Θεόν. Τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, ἀφοῦ πλαστήκαμε ἔτσι. Πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν νά ἀχρειώνεται ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στούς σκλάβους; Δέν ξέρω πόσοι χριστιανοί ἐνεργοῦν κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Ἐπέφερε τήν εἰρήνευση.
Καί τό τελευταῖο ἐρώτημα:
Ποιά ἡ σχέση του μέ τόν Χριστιανισμό
Ποιά ἡ σχέση του μέ τόν Χριστιανισμό. Ἔχουν γραφεῖ πολλά. Ἑκατοντάδες, γιά νά μήν πῶ χιλιάδες βιβλία καί ἄρθρα. Μιλοῦν γιά σκοπιμότητα, καί σᾶς μίλησα ἤδη γιά τόν Χριστιανισμό ὡς μειοψηφία. Ὁ δάσκαλός μας, ὁ μακαρίτης Ἀνδρέας Φυτράκης, τό 1945 κατέθεσε τή διδακτορική του διατριβή μέ τόν τίτλο «Ἡ πίστις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τά τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του» Μελετώντας ὅλες τίς ἀρχαῖες καί τίς νεότερες πηγές, ὑπογραμμίζει τήν τιμή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου πρός τούς μάρτυρες. Ἀπεδέχετο πληρέστατα τήν περί μαρτυρίου καί μαρτύρων θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στούς μάρτυρες, κατεσκεύασε δέ μαρτύριον, τόπον συναγωγῆς λειψάνων – ἤθελε νά συναγάγει, νά συγκεντρώσει τά λείψανα τῶν ἀποστόλων – σ’ αὐτό θά προχωρήσει ὁ Κωνστάντιος ὁ γιός του, δέν ἐτελεσφόρησε: ἕξι ἀποστόλων βρῆκαν τά λείψανα – δέν εἶναι ἀνάγκη νά σᾶς ἀπασχολήσω τώρα μέ αὐτό, γιά νά ταφεῖ μεταξύ τῶν μαρτύρων. Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά βαπτισθεῖ στόν Ἰορδάνη διότι ἔμαθε ὅτι ὁ Ἰορδάνης ἔχει ἁγιαστικά ὕδατα λόγω τῆς ἐκεῖ Βαπτίσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Προσέξτε: κι ἄν βαπτίστηκε περί τό τέλος τῆς ζωῆς του, πού δέν ἤξερε ὁ Κωνσταντῖνος πότε θά ἔρθει – ὅπως κανείς μας δέν ξέρει, ἐγώ δέν ξέρω ἄν θά βγῶ ἔξω ἀπό τή θύρα ζωντανός, ὄρθιος καί ἄν δέν πάω γιά νά κηδευθῶ στήν Ἀθήνα. Κανείς δέν ξέρει τήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς του.
Ὁ Κωνσταντῖνος ἐφήρμοζε τήν πρακτική τῶν Χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι παιδί τῆς ἐποχῆς του. Θέτω ἐρώτημα σεβαστοί πατέρες καί θεολόγοι, θέτω ἐρώτημα πολλές φορές στή σχολή, χάριν λογοπαιγνίου. Πού κοινωνοῦσαν στήν Ἀθήνα ὁ Βασίλειος καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος; Πουθενά δέν κοινωνοῦσαν. Ἐκκλησιάζοντο εἰς τούς ἁγίους Ἰσιδώρους πού λέμε σήμερα, στό ἐκκλησάκι ἐκεῖ στό Λυκαβηττό, ἀλλά ἐβαπτίστηκαν γύρω στά τριανταδύο τους χρόνια. Ἐάν δέν γύριζαν ἀπό ὅλους τοὺς πνευματικούς νά αἰσθανθοῦν ὅτι προχωροῦν στήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, δέν ἐβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ὅτι ἦταν κοινή συνήθεια. Ποιός ἦταν ὁ πνευματικός τοῦ Κωνσταντίνου. Δέν ἦταν ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας. Ἦσαν φίλοι, γνωρίζωντο ἀπό τήν εἰδωλολατρική του περίοδο. Γι’ αὐτό τό λόγο ζήτησε στίς τελευταῖες στιγμές ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νικομηδείας – πού ἦταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης – νά βαπτιστεῖ. Καί λένε, μά πῆρε βάπτισμα εἰδωλολάτρη. Ἀφῆστε τόν Θεόν νά κάνει αὐτό πού θέλει. Καί θά σᾶς πῶ γιατί ὁ Θεός κάνει αὐτό πού θέλει. Ὅταν ὁ ἕνας δέν ἔχει συνείδηση ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι εἰδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δέ μπορεῖ νά γίνει γι’ αὐτό τό θέμα. Ἁπλούστατα, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος πνευματικό σύμβουλο εἶχε μία μεγάλη ἀσκητική μορφή τῆς ἐποχῆς, τόν ὅσιο Κορδούη. Μέ αὐτόν συνελέγετο, μέ ἕναν μεγάλο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Κόρδοβας τῆς Ἱσπανίας, ὅσιος Κορδούης. Ἡ Ἐκκλησία τόν τιμᾶ ὄχι γι’ αὐτά τά ὁποῖα λέγουν συνήθως, ὄχι γιατί προσέφερε εὐεργεσίες καί λοιπά.
Γιά νά καταλάβετε γιατί τόν τιμᾶμε ὡς ὀρθόδοξο, ἀνοῖξτε τό μηναῖο τῆς 21ης Μαΐου γιά νά δεῖτε τίς ἀκολουθίες, τά τροπάρια πού ἀναφέρονται στόν ἅγιο Κωνσταντῖνο καί στήν ἁγία Ἑλένη. Πρῶτος λόγος: «ὡς ὁ Παῦλος οὐρανόθεν τήν κλήσην ἐδέξατο.» Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐπήγενε εἰς τόν Κορνήλιον, ἔλεγεν εἰς τόν Χριστόν :«μά ποῦ νά πάω;» ποῦ τοῦ ἐμφανίσθη σέ ὅραμα. Καί τοῦ ἔλεγε « ἅ ὁ Θεός ἐκαθάρισε, σύ μή κοίνου » – μή μολύνεις τά πράγματα πού ὁ Θεός ἐκαθάρισε. Καί ὅταν πῆγε στόν Κορνήλιο τόν ἑκατόνταρχο τόν Ρωμαῖο, τόν βρῆκε νά ἔχει θεοπτικές ἐμπειρίες. Ὁπότε, τά εἶχε ἑτοιμάσει ὅλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Καί τότε ὁ Πέτρος ὑποχώρησε καί ἔκανε αὐτό πού ἔπρεπε νά κάνει, νά βαπτίσει τόν Κορνήλιο, πού εἶχε χρόνο μπροστά του ζωῆς γιά νά βαπτιστεῖ. Ἑπομένως, καί στήν περίπτωση αὐτή, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, «οὐρανόθεν τήν κλήσην ἐδέξατο», ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτό εἶναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μοῦ ἔλεγε, μά εἶναι βέβαιο; Ἀφοῦ φτάνει στά ὅρια τοῦ θρύλου, κι αὐτό μολονότι ἔχουμε ἀρχαῖες πηγές πού μαρτυροῦν τό ὅραμα ἤ τό θεοπτικό βίωμα πού ἔζησε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Ἐμένα μέ ἐνδιαφέρουν τά ἁγιολογικά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ποῦ στηριζόμαστε. Ὄχι βοήθησε, ἔδωσε, ἔχτισε καμπαναριά καί ναούς καί ἄλλα. Ξέρετε, ἡ Ὀρθοδοξία σέ ἀντίθεση μέ τόν παπισμό, τό λέγω γι’ αὐτούς πού δέν τό ξέρουν, δέν ἁγιοποιεῖ κανέναν. Ἁγιοποίηση, παρακαλῶ νά ξεχαστεῖ ὁ ὅρος. Εἶναι βλασφημία. Δέν ὑπάρχει ἅγιο-ποίηση στήν Ὀρθόδοξη, στούς ἁγίου Πατέρες. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τί ὑπάρχει: ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος. Ὁ Θεός μέ ἔκτατες ἐπεμβάσεις, μέ λείψανα πού εὐωδιάζουν, πού θαυματουργοῦν, μέ τά λείψανα καί μέ τίς θεοσημεῖες αὐτές ἀποδεικνύει τήν ἐπέμβασή του στή συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμᾶμε τόν ὑπό τοῦ Θεοῦ διατηρηθέντα καί ἀναγνωρισθέντα ἅγιο.
Τό δεύτερο εἶναι, στήν Κωνσταντινούπολη, οἱ ντόπιοι ἐκεῖ, ἔλεγαν καί ἔψαλαν ὅτι ἡ λάρνακα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ἰάματα. Ἐάν πάει κανείς στήν Κέρκυρα, συγχωρῆστε μου αὐτή τήν ἀναφορά, καί πεῖ ὅτι ἡ λάρναξ τοῦ Μεταλληνοῦ βρύει ἰάματα θά γελάσει ὁ κάθε ἕνας. Διότι ὄχι δέν πέθανα ἀκόμη ἀλλά διότι δέν εἶμαι ἄξιος νά θεραπεύει τό ἁγίασμα πού βγαίνει ἀπό τόν τάφο. Γιά νά τό λένε γιά τόν Κωνσταντῖνο δέν ξεγελιῶνται οἱ ντόπιοι τουλάχιστον. Ὁ ἱστορικός Σωζομενός λέγει πάλι γιά τόν ἅγιο Σπυρίδωνα «τά δέ θαυμάσια αὐτοῦ ἴσασι… τά θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνα. Καί τό τρίτον εἶναι ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος «ἐκράτυνε τήν πίστην της Νικαίας» Μέ τό νά ἐπιτρέψει νά συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος καί νά ἀποφασίζει ἡ Σύνοδος, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνεδείχθη ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκράτυνε, ἰσχυροποίησε πραγματικά τήν πίστην τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν ἅγιο Σπυρίδωνα ἐνθυμεῖσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, καί τό σύμβολον ἐπήρωσε. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων ἐπικυρώνει μέ τό θαῦμα τῆς κεράμου τό σύμβολο. Ὁ Κωνσταντῖνος ἁπλῶς κρατύνει τήν ὀρθόδοξον πίστιν, ἐπειδή εἶχε τήν ἔμπνευσιν νά αὐτοκαταργηθεῖ ἀπό κύριος του κόσμου καί νά δεχθεῖ τόν Συνοδικόν θεσμόν.
Μία τελική κρίση, δύο λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Ἔχω κάνει μία σχετική μελέτη στόν Παπαρηγόπουλο καί γι’ αὐτό τό λόγο ἀναφέρομαι συχνά σ’ αὐτόν. Λέει ὁ Παπαρηγόπουλος: «καί ἄν ἀκόμα διέπραξε καί κάποια ἀνομήματα ὁ Κωνσταντῖνος, αὐτό δέν ὀφείλεται – ἁπλουστεύω τή γλώσσα – σέ ἀγριότητα τῆς ψυχῆς, ἀλλά γιατί ὁ ἴδιος γεννήθηκε καί ἔζησε μέσα σέ καθιερωμένες ἀπό αἰῶνες ὀλέθριες ἕξεις καί παραδόσεις. Οἱ προκάτοχοι καί οἱ συνάρχοντές του, κανένα δέ σεβάσθησαν θεῖο ἤ ἀνθρώπινο νόμο. Εἶναι ἀπορίας ἄξιο ὅμως καί θαυμασμοῦ, ὅτι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε νά κατανοήσει καί νά ὁμολογήσει τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου.»
Αὐτά λέει ὁ Κωνσταντῖνος Παπαρηγόπουλος.
Εὐχαριστῶ.
Πηγή: Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία: Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καί ἡ ἱστορική ἀλήθεια, π. Γεώργιος Μεταλληνός

Ερμηνευτικά περί της Αναλήψεως του Κυρίου και της εικόνος αυτής (Κωνσταντίνος Κόττης, Θεολόγος)

 

Εικόνα εξωφύλλου: Η Ανάληψη του Κυρίου,  Ψαλτήρας Chludov, Ψαλμός 46:6 «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ», ~850-875 μ.Χ.,State Historical Museum, Μόσχα.

 

1 ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

  • Εισαγωγικά

Το γεγονός της Αναλήψεως του Κυρίου, συνιστά την τελευταία πράξη της εν σαρκώσει παρουσίας του, ύστερα από μία τεσσαρακονθήμερη περίοδο εμφανίσεών του μετά την Ανάσταση. Εκ πρώτης όψεως μπορούμε να πούμε πως,το γεγονός αυτό διαλέγεται με τρεις πανάρχαιους τύπους και αντιλήψεις. Ο πρώτος είναι η παραμονή ενός συγκεκριμένου χρόνου των ψυχών στην γη μετά τον θάνατό τους, κάτι το οποίο εμπερικλείεται σε αρχαίες επιμνημόσυνες τελετές, πρόδρομες μορφές των σημερινών μνημοσύνων. Τέτοιες ήταν στην ελληνική παράδοση τα «Τρίτα», τα «Ένατα» και τα Τριακόστια (ή όπως θα λέγαμε σήμερα, τα «Τριήμερα», «Εννιάμερα» και τα «Τριάντα» αντί για τα γνωστά «Σαράντα», τα οποία τελούνται χριστιανικά)[1]. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η παράδοση πως η ψυχή δεν μεταβαίνει αν δεν δεχτεί την πρέπουσα νεκρική τιμή και γνωρίζουμε πως και ο Χριστός δεν πρόλαβε να δεχτεί τις πρέπουσες τιμές, αν και είχε μυρωθεί εν ζωή[2]. Βέβαια η περίπτωση του Χριστού είναι διαφορετική γενικότερα και πρώτιστα γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κοινό θνητό, αφού τελούσε, ήδη, σε αναστάσιμο σώμα.Ένας δεύτερος είναι η ανάληψη του εκθεομένου και ειδικά του ενδόξου βασιλέα σε θεία – ουράνια κοινωνία. Μου έρχονται στο νου δύο παραδείγματα αναφοράς, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η περί της αναληφθείσης ψυχής του Ιουλίου Καίσαρος ερμηνεία,όταν εμφανίσθηκε κομήτης στον ουρανό της Ρώμης το 42 π.Χ.[3] Ο τρίτος τύπος είναι η εσχατολογία, η οποία βέβαια ήταν σε διαφορετικό βαθμό ανεπτυγμένη στην βιβλική θεολογία, σε σχέση με τους αρχαίους πολιτισμούς.

  • Πηγές της Αναλήψεως του Κυρίου και η εμφάνιση της εορτής:

Η Ανάληψη του Κυρίου μαρτυρείται σε 3 περικοπές της Καινής Διαθήκης. Στο Μάρκο απαντά σε τμήμα το οποίο σε άλλους κώδικες υπάρχει και σε άλλους όχι[4]. Επίσης την περιγράφει ο Λουκάς, τόσο στο Ευαγγέλιο του[5], όσο και στις, πιθανότατα, προγενέστερες Πράξεις των Αποστόλων[6]. Στις παραπάνω πηγές διακρίνονται, δύο μέρη: το ένα αφορά τον τελευταίο λόγο του Χριστού προς τους μαθητές του. Το άλλο, αναπτύσσει το ίδιο το γεγονός της Αναλήψεως.Το θέμα διασώζεται και στην απόκρυφη γραμματεία και συγκεκριμένα στον Ψευδο-Νικόδημο. Εκεί αναφέρονται μάρτυρες του γεγονότος, αλλά και χρηματισμός, ώστε να επέλθει μια τρόπον τινά damnatiomemoriae[7].

Εορτολογικά γνωρίζουμε πως ο Κωνσταντίνος μερίμνησε για την οικοδόμηση ναού στον ιερό τόπο της Αναλήψεως. Ωστόσο κατά την αρχαία παράδοση των Ιεροσολύμων, διαπιστώνεται η εξής ιδιορρυθμία: κατά την 40η ημέρα μετά το Πάσχα τελούνταν παννυχίδα στον Ναό του Σπηλαίου της Βηθλεὲμ. Όμως καθαυτού η Ανάληψη και μάλιστα στον ιερό της τόπο, τελούνταν την Πεντηκοστή κατά την 6η πρωινή ώρα (12:00 π.μ.). Λίγες ώρες πριν είχε γίνει παννυχίδα στο Ναό της Αναστάσεως για την ημέρα της Κυριακής και δεύτερη θεία λειτουργία στη Σιών για την εορτή της Πεντηκοστής κατά την 3η πρωινή (09:00 π.μ.)[8].

Εικόνα 1 Η Ανάληψη του Κυρίου, ψηφιδωτό στον τρούλο της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης, 885 μ.Χ.

 

2. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

  1. Προσεγγίζοντας φιλολογικά τον όρο «Ανάληψη»:

Το είδος του χρόνου και η φωνή του ρήματος σε παθητικό τύπο, «ἀνελήφθη» («ἀνεφέρετο» στο Λουκά), δίνει, σαφώς, μια εικόνα του Κυρίου ο οποίος δεν υψώνονταν αυτόνομα, αλλά αιρόμενος υπό Αγγέλων ή επί νεφέλης. Αυτό επιβεβαιώνεται στις Πράξεις των Αποστόλων[9]. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε πως αυτό το αρχαιοελληνικό ρήμα, έχει και μια άλλη ενδιαφέρουσα έννοια. Μια χρήση, η οποία εναρμονισμένη στο θέμα μας μπορεί να αποδοθεί ως επαναφορά στα αΐδια ή αποκατάσταση στην πρότερη δόξα ύστερα από την κατ΄οικονομία σάρκωση[10]. Αυτό βέβαια ως σχήμα λόγου[11]. Κάτι το οποίο, δύναται να συνδεθεί άμεσα με το «ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ»[12]. Η πληροφορία αυτή, μπορεί να πρόκειται για μεταγενέστερη αποκαλυπτική για το που πήγε ο Χριστός. Ωστόσο μπορεί να δηλώνει, πως οι παρευρισκόμενοι είδαν μέσα από ανεωγμένους ουρανούς. Γνωρίζουμε πως ορισμένες αγιολογικές διηγήσεις αναφέρουν, ότι Άγιοι, όπως ο Μάρκος ο Αθηναίος, αξιώθηκαν να δουν ανεωγμένους Ουρανούς ή σε άλλες περιπτώσεις επέκεινα καταστάσεις, όπως οι μονές των Αγίων[13].

  • Τόπος και χρόνος της Αναλήψεως:

Ο τόπος του γεγονότος στην απόκρυφη γραμματεία, καλείται «Όρος Μαμίλχ»[14] ή «Όρος των Ελαιών»[15]. Μάλιστα στο επόμενο κεφάλαιο αυτής της διήγησης, ο Νικόδημος στο Sanhedrin – סַנְהֶדְרִין / Μέγα Συνέδριο, ερμήνευσε την Ανάληψη ως προτυπωθείσα στον προφήτη Ηλία[16], ενώ ο ραβίνος Βουθέμ στον Ενώχ[17]. Πρέπει να αναφερθεί, πως το «Όρος του Ελαιώνος», όπως αποκαλείται στις Πράξεις των Αποστόλων, απείχε από τα τότε Ιεροσόλυμα μικρή απόσταση, όσο δηλ. επιτρέπονταν, νομικά, να βαδίσει Ισραηλίτης σε αργία του Σαββάτου[18]. Στον Λουκά, η Ανάληψη έλαβε χώρα έξω από τα Ιεροσόλυμα στην κοντινή Βηθανία και πραγματοποιήθηκε σε ώρα όπου δια των χειρών του ευλογούσε[19]. Στις Πράξεις των Αποστόλων (μια επιστολή την οποία ο Λουκάς έγραψε, επίσης, για τον ελληνόφωνο ιουδαΐζοντα Θεόφιλο), η Ανάληψη έγινε σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση. Τόσο διάστημα κράτησαν και οι εμφανίσεις του Κυρίου ως αναστημένου. Έτσι η αντίληψη της μετά θάνατον παραμονής των ψυχών στη Γη, ερμηνεύει, έμμεσα και ετεροχρονισμένα, το γιατί οι Ιουδαίοι πένθησαν τον Μωυσή για τριάντα ημέρες  ή ότι το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελεί σκιώδες των σχετικών θείων εμφανίσεων[20]. Ήδη κάναμε αναφορά στις μνημόσυνες τελετές των Αρχαίων Ελλήνων.

  • Ουσιαστικά ερμηνευτικά σημεία στις κανονικές πηγές:

Στον Μάρκο ο τελευταίος λόγος του Χριστού απευθύνθηκε προς τους 11 μαθητές[21]. Πρώτιστα στηλιτεύθηκε η απιστία των μαθητών, ενώ τονίσθηκαν σωτηριολογικές προϋποθέσεις[22]. Δεν αρκεί, μόνο, η αποδοχή της υπό του Πατρός κλήσης στην πίστη, αλλά είναι αναγκαία η μυστηριακή αναγέννηση με αρχή το Βάπτισμα[23]. Βέβαια οι μαθητές του δεν είχαν εφαρμόσει, ακόμα, το καινό Βάπτισμα, αφού δεν είχε συντελεσθεί η έλευση του Παρακλήτου. Ενδιαφέρον, εδώ, έχει, το ότι κατ΄εξαίρεση στο Τετραευάγγελο του χειρόγραφου κώδικα W του 5ου αιώνα, υπάρχει εκτενέστατη απάντηση των Αποστόλων αναφορικά με την απιστία τους.

Στον Λουκά, η τελευταία ομιλία του Κυρίου άρχεται με την πληροφορία, ότι στο πρόσωπό του εκπληρώνονται οι Γραφές. Μάλιστα θέτει και μια ενδιαφέρουσα διάκριση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης: βιβλία Μωυσέως, τα οποία είναι αναμφίβολα η Torah / Πεντάτευχος, τα προφητικά βιβλία και οι ψαλμοί[24]. Με το τελευταίο δεν είναι βέβαιο αν εννοείται μόνο το ομώνυμο βιβλίο, αλλά ενδεχομένως και άλλα βιβλία με χρήση στην ιουδαϊκή λειτουργική και υμνολογία.

Στον ίδιο στίχο, ο Ιησούς παρέχει το χάρισμα της γνώσης των Γραφών[25]. Κάτι το οποίο μας διδάσκει, πως η βιβλική ερμηνεία δεν είναι μόνο τυπικά γνωστικό αντικείμενο αλλά και χαρισματικό. Μπορεί, βέβαια, να υπονοείται, πως κάθε λόγος προς τους Μαθητές ήταν Γραφή, αλλά τότε, μόνο, μπόρεσαν να αντιληφθούν πολλά, τα οποία ο Χριστός είχε αποκαλύψει πριν και ειδικά την καινή μυστηριακή ζωή.

 

  • Η Ονοματολογία Στην Ανάληψη:

Η ονοματολογία έχει την αξία της στις σχετικές περικοπές και καλό είναι να σταθούμε για λίγο. Ο Χριστός στον τελευταίο του λόγο, δίνει εντολή στους Μαθητές να μείνουν στα Ιεροσόλυμα έως την Ανάληψη[26]. Τους ονομάζει, κατ΄ουσίαν, μάρτυρες της αποστολής της επαγγελίας του Πατρός[27]. Οι Άγγελοι Κυρίου, όμως, αποκάλεσαν τους παρισταμένους στο γεγονός «Γαλιλαίους»[28]. Μια επωνυμία, η οποία υιοθετήθηκε αναφορικά με τους Χριστιανούς, κυρίως, υποτιμητικά από ενάντιους του Χριστιανισμού.

Εικόνα 2 Η Ανάληψη του Κυρίου ως κεντρικό θέμα σε δαχτυλίδι Γάμων, 6ος – 7ος αιώνα

 

3 Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΩΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ

    • Το ζήτημα της αποκατάστασης της «Βασιλείας Ισραήλ»:

Το θέμα του τι είναι η «γη της επαγγελίας» είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Συχνά και στην σύγχρονη ραββινική γραμματεία, το γεγονός πως έχει ιδρυθεί κράτος του Ισραήλ, αλλά δεν έχει έλθει κατ΄αυτούς ο Μεσσίας, είναι δηλωτικό του ότι δεν είναι γεωγραφικός προσδιορισμός αλλά εσχατολογικός. Έτσι ερμηνεύεται η κατά την τάξη / σέντερ του εβραϊκού πασχαλίου, προσφορά ποτηρίου οίνου ως «του προφήτη Ηλία»: ο Ηλίας συχνά συνδέεται στην ραββινική παράδοση ως προάγγελος του Μεσσία[29]. Στην συγκεκριμένη τάξη, η επαγγελία του Θεού, σχετίζεται με συγκεκριμένους στίχους από το βιβλίο της Εξόδου[30]. Άλλο, όμως, η επαγγελία και άλλο η γή αυτής. Αφού δεν είναι η Χαναάν, τίθεται το ερώτημα ποια είναι η γή;[31]

Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν συνδυάσουμε την αναφορά του Λουκά για επαγγελία του Πατρός[32] και την αντίστοιχη των Πράξεων για διάκριση του βαπτίσματος Ιωάννου από το χριστιανικό Βάπτισμα[33], τότε η κοινή συνισταμένη τους είναι η άνω γέννηση εξ ύδατος και πνεύματος και σίγουρα η έλευση του Παρακλήτου[34]. Κατά συνέπεια ως «γη της επαγγελίας», μπορεί να νοηθεί η Εκκλησία, αλλά και κάθε άνθρωπος – μέλος αυτής, ο οποίος δέχεται ως Ναός του Αγίου Πνεύματος τον Θεό[35] και αναγεννάται εν τοις μυστηρίοις, πρόγευση ούσα και εικόνα της αλήθειας των Εσχάτων[36].

 

  • Ο εσχατολογικός χαρακτήρας και στοιχεία της εικόνας της Αναλήψεως:

Η Ανάληψη έχει, αναμφίβολα, περισσότερο εσχατολογικό παρά ιστορικό χαρακτήρα: μετά από αυτήν, δύο Άγγελοι, όπως και στην Ανάσταση[37], φέροντας λευκή ζώνη, αποκάλυψαν πως η Ανάληψη αποτελεί και εικόνα του τρόπου με τον οποίο θα επανέλθει ο Κύριος κατά την ημέρα της Κρίσεως[38]. Στην δια χειρός αγίου Ανδρέου Ρουμπλιώφ φορητή εικόνα, οι Άγγελοι αναπαρίστανται σχετικά δυσανάλογα υπερμεγέθεις, επιτείνοντας την μαρτυρία τους για την Δευτέρα Παρουσία (Εικ. 3).  Το επίμαχο χωρίο, Πρ 1:11, αποτελεί και το εφαλτήριο της αντίστοιχης εικόνας, επίσης εσχατολογικής ταυτότητας. Ούτως ή άλλως, η ανάληψη του Χριστού, σηματοδοτεί τον προάγγελο της έλευσης του Παρακλήτου[39].

Εικόνα 3 Η Ανάληψη του Κυρίου, φορητή εικόνα αγίου Ανδρέου Ρουμπλιώφ (1360-1428), διακρίνονται οι δύο εσχατολογικοί Άγγελοι Κυρίου κατά την περιγραφή των Πράξεων των Αποστόλων, 1410 μ.Χ.

Ενδιαφέρουσα και μάλλον, δεδομένη, θα πρέπει να θεωρείται η σύνδεση με σημεία της Ευχαριστίας και εδώ υπεισέρχεται, κομβικά, ο παράγων εικονογραφία. Κατά την παλαιοχριστιανική εποχή, έως και τα όρια της αποκατάστασης των εικόνων, η ιστορική αυτή παράσταση, συναγωνίζονταν ή υπερτερούσε τύπων απόλυτα  εσχατολογικών, οι οποίοι σήμερα έχουν κυριαρχήσει με τη μορφή του Παντοκράτορος. Έτσι η φιλοτέχνηση της Ανάληψης ως σημαινόμενη δια των Πράξεων 1:11, εκτελούνταν, συχνά, στις επιφάνειες των πλέον προβεβλημένων σημείων, ανάλογα τον αρχιτεκτονικό τύπο του ιστορηθέντος ναού: στον τρούλο στα τρουλαία μνημεία (όπως λ.χ. σε επιβίωση της πρακτικής αυτής στο καθολικό της Μονής Μεταμορφώσεως του Pskov το 1156), αλλά και στην ανατολική θριαμβική κόγχη. Ειδικά στην Θεσσαλονίκη, το θέμα ψηφοθετήθηκε στον τρούλο της Αγίας Σοφίας κατά τον 9ο αιώνα (Εικ. 1), τοιχογραφήθηκε στην αψίδα της Ροτόντας, αλλά και το τρούλο (1350-1370), του κοιμητηριακού μικρού ναού και σήμερα αφιερωμένου εκ νέου (κατά την Οθωμανοκρατία) στον Σωτήρα Χριστό (Εικ 4).

Εικόνα 4 Η Ανάληψη του Κυρίου, τοιχογραφία τρούλου, Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Θεσσαλονίκης, 1350-1370 μ.Χ.

Τα παραπάνω τοποθετούν την Ανάληψη, όπως και τον εικονογραφικό τύπο του  Παντοκράτορος, σε άμεση συνάφεια με σημεία της Θ. Λειτουργίας, όπως ο χερουβικός ύμνος και η αγία αναφορά. Να σημειώσουμε πως ανάμεσα στα δύο αυτά λειτουργικά σημεία έχουμε σήμερα την προσκομιδή. Η ιεροπραξία αυτή μέχρι τον 5ο αιώνα, τελούνταν λιτά με διακόνους. Από τον 6ο αιώνα η όλη πομπή αναβαθμίσθηκε σε θριαμβική, με την συμμετοχή του ανώτερου και κατώτερου κλήρου, καθώς και εκπροσώπων της πολιτείας. Ίσως δεν είναι τυχαίο, το ότι το 573-74, εισήχθη ο χερουβικός ύμνος. Εδώ διαβλέπουμε, πιθανότατα, μια διαλεκτική ανάμεσα στη δοσμένη από το Θεό εξουσία[40] και ειδικά της Κωνσταντινούπολης, της οποίας η συμμετοχή εικονίζει το εσχατολογικό πολίτευμα της Εκκλησίας[41]. Ωστόσο στη συνέχεια, τονίζεται, νοητά, το «πᾶσαν νῦν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν», αφού στο εισαγωγικό τμήμα της αναφοράς, ο ιερέας ζητάει την «ανάληψη» των μελών της τοπικής Εκκλησίας. Έτσι ατενίζουν την παράσταση του αναληφθέντα και ερχόμενου Χριστού. Ζητείται μια αφοσίωση μακριά από την πολιτική εξουσία, παρά τις ελληνιστικές και ρωμαϊκές επιβιώσεις[42]. Έτσι τονίζεται και πάλι το Πράξεις 1:11, καθώς και το ότι η τοπική Εκκλησία αποτελεί παροικία της ουράνιας εσχατολογικής πολιτείας, της οποίας ο πάλαι ποτέ μοναδικός ναός των Ιεροσολύμων υπήρξε η παλαιοδιαθηκική σκιά[43].

Ο Απόστολος Παύλος, αν και δεν ήταν παρών στο γεγονός, ιστορείται αναπόσπαστα (Εικ. 5). Συγκεφαλαιώνει τόσο τον μεταμελημένο Φαρισαίο, όσο και τον διδάσκαλο των Εθνών. Κυρίως, όμως, υφίσταται λόγω της μαρτυρίας του. Είναι ο κατεξοχήν Απόστολος της ακολουθίας του Χριστού στον θάνατο και στην έσχατη ανάσταση[44], ενώ μαρτύρησε και την Ανάληψη[45]. Ο P. Eudokimovσημείωσε, μάλλον, εύστοχα, και την ρήση του Παύλου στην Εφεσίους 4:10, όπου τονίσθηκε, ταυτόχρονα, η Κάθοδος και η Άνοδος Του[46]. Στη μαρτυρία του για την Δευτέρα Παρουσία[47], μπορεί να ερμηνευθεί η ένταξη στην εικόνα σαλπιστών, πέρα από την σχετική αναφορά του ψαλμωδού ή του Ματθαίου[48]. Η Ανάληψη απηχεί την Κρίση και οι σχετικές εικονογραφικές αλληγορίες αντλούν από τον Λουκά, με τους Πέτρο και Παύλο πάντα παρόντες υπερβαίνοντας την ιστορικότητα[49]

Εικόνα 5 Απόστολος Παύλος και Αρχάγγελος Μιχαήλ (λεπτ. από την Ανάληψη του Σωτήρος, τοιχογραφία Αγίων Αποστόλων Pec, 1335-1350 μ.Χ.

Στην εικόνα εγγράφεται κεντρικά και η Θεοτόκος, ήδη από τις πρώιμες απεικονίσεις, όπως στο Ευαγγέλιο του Rabbula του 586 (Εικ. 6, η χρονολόγησή του είναι ελάχιστα μετά την εισαγωγή του χερουβικού ύμνου το 573-574). Η παρουσία της δεν υπάρχει στις κανονικές πηγές, αλλά εντοπίζεται στην υμνολογία[50]. Στα απόκρυφα κείμενα και  τουλάχιστον στον Ψευδο-Νικόδημο, ο οποίος μνημονεύει, όπως είδαμε, το γεγονός, η Θεοτόκος δεν καταγράφεται. Ο ρόλος της είναι δογματικός και εσχατολογικός. Η ορθή μαρτυρία των δογμάτων, η αποστολική παράδοση, είναι εικόνα της αληθούς μαρτυρίας και προϋπόθεση για την Ευχαριστία[51]. Πρόκειται για την Χώρα του Αχωρήτου, την γεφυροποιό ανάμεσα σε ανθρώπους και Αγία Τριάδα, πιθανότατα μια αλληγορία της Εκκλησίας, η οποία ιδρύθηκε στην θεία ομολογία του Χριστού, με την έλευση του Παρακλήτου. Συνιστά την πλησιέστερη απτή εικόνα, ως προς την ένωση του κτιστού στο άκτιστο. Συχνά παρακολουθεί έκθαμβη, ιστάμενη σε υποπόδιο ή βάθρο. Πρόκειται για σαφή αναφορά στους Ψαλμούς, την ετοιμασία του θρόνου και την τελική νίκη[52]: η Δευτέρα Παρουσία θα βρει τους εχθρούς του Θεού ταπεινωμένους ολοκληρωτικά[53].

Εικόνα 6 Η Ανάληψη του Κυρίου, Ευαγγέλιο του Rabbula, fol. 13b, 586 μ.Χ.

Παραπομπές:

[1]«ἀλλὰἤδη ὑπὸ λιμοῦ τριῶν ἑξῆς ἡμερῶν ἀπηυδηκότας», Λουκιανός, Περ Πένθους, 24. Βλ. και «καὶ ὡς ἔθαψά τ᾽ ἐγὼ αὐτὸν καὶ τὰ τρίτα καὶ τὰ ἔνατα ἐποίησα καὶ τἆλλα τὰ περὶ τὴν ταφήν»,Ἰσαῖος, Περὶ Τοῦ Μενεκλέους Κλήρου, 37.Βλ. και«ἐπὶτῶιθανόντιτριηκόσ[τιαμὲ] [π]οιε͂ν»,IGXII,5 593, 20-21.Πρβλ. καιR. Garland, The Greek Way Of Death (New York: Cornell University Press, 1985), 38-41.

[2]S. I. Johnston, «OομηρικόςΚάτω Κόσμος» στο Ν. Χ. Σταμπολίδης και Σ. Οικονόμου (επιμ.),Επέκεινα. Ο Θάνατος Και Η Μεταθανάτια Ζωή Στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2014), 28-29.

[3]«Ὀλυμπιάς ἡ Ἀλεξάνδρου πυθομένη ὅτι πολύν χρόνονὁ παῖς αὐτῆς ἄταφος μένει, βαρὺἀναστένουσα καὶθρηνοῦσα εὖμάλαλιγέως῾ὦτέκνον᾽εἶπεν, ῾λλσμνορανομετασχενβουλόμενοςκατοτο σπεύδων, νῦνοὐδὲτῶνκοινῶνδήπουκαὶἴσωνπᾶσινἀνθρώποιςμετασχεῖνἔχεις, γῆςτεἅμακαὶταφῆς·καὶτὰςἑαυτῆςτύχαςοἰκτείρασακαὶτὸτοῦπαιδὸςτετυφωμένονἐλέγξασα», ΚλαύδιοςΑἰλιανός, Ποικίληστορία, ΙΓ΄, 30, 7.Βλ. και«Periit sexto et quinquagensimo aetatis anno atque in deorum numerum relatus est, non ore modo decernentium sed et persuasione volgi. Siquidem ludis, quos primos consecrato ei heres Augustus edebat, stella crinita per septem continuos dies fulsit exoriens circa undecimam horam, creditumque est animam esse Caesaris in caelum recepti; et hac de causa simulacro eius in vertice additur stella»,Suetonius,Suetonius Gaius Tranquillus, De Vita Caesarum,«Julius Caesar», LXXXVIII.

[4]Μρ 16:14-20.

[5]Λκ24:44-53.

[6]Πρ1:4-11.

[7] «ταῦταλέγων, ἀνέβαινεεἰςτόνοὐρανόκαὶἐθεωρούμενκαὶημεῖςκαὶἄλλοιπολλοὶ, τῶνπεντακοσίωνἐπέκεινα …καὶἐξόρκισεαὐτούςκαὶδοὺςαὐτοῖςκαὶἀργύρια, ἀπέστειλεαὐτούςεἰςτόπονἕτερον, ἵναμὴτὴνἈνάστασιντοῦΧριστοῦ, ἐνἹεροσολύμοιςκηρύξωσιν», Ψευδο-Νικόδημος, ΔιήγησιςπερτοπάθουςτοΚυρίουμνησοΧριστοκατςγίαςαυτοῦἀναστάσεως (ΚώδικαςPars Ι–Β), 14, 1-2.

[8]Ε. Δ. Θεοδώρου, «Τὸὀδοιπορικὸν τῆς Αἰθερίας ἐξ ἐπόψεως Λειτουργικῆς», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 61 (1990), 139-140.

[9] «καὶνεφέληὑπέλαβεναὐτὸνἀπὸτῶνὀφθαλμῶναὐτῶν», Πρ 1:9.

[10] «νῦνοὖν, ἔφη, τίἂνποιοῦντεςἀναλάβοιεντὴνἀρχαίανἀρετήν», Ξενοφῶν, πομνημονεύματα, Γ, 5-14.

[11]Πάντα ισχύει ο εύστοχος στίχος από τον Οίκο του Ακαθίστου Ύμνου «Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος».

[12]«ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ», Μρ16:19.

[13]«Ὡς ἄγγελος ἔζησας, ἐν τῇἐρήμῳ σοφέ, καὶὤφθης ἀνάπλεως, τῶν ἐκ Θεοῦ δωρεῶν, ὦ Μᾶρκε Πατὴρ ἡμῶν», Απολυτίκιο Οσίου Μάρκου του Αθηναίου. Τιμάταικατάτην 5ηΜαρτίου.

[14]Ψευδο-Νικόδημος, ὙπομνήματατοῦΚυρίουἡμῶνἸησοῦΧριστοῦπραχθένταἐπὶΠοντίουΠιλάτου, Πρόλογος (ΚώδικαςParsΙ–Α), 14,1.

[15]Ψευδο-Νικόδημος, ΔιήγησιςπερτοπάθουςτοΚυρίουμνησοΧριστοκατςγίαςαυτοῦἀναστάσεως (ΚώδικαςParsΙ–Β), 14, 1.

[16] «καὶἰδοὺἅρμαπυρὸςκαὶἵπποιπυρὸςκαὶδιέστειλανἀνὰμέσονἀμφοτέρων, καὶἀνελήφθηἨλιοὺἐνσυσσεισμῷὡςεἰςτὸνοὐρανό», Δ΄Βασιλειών, 2:11.

[17] «καὶεὐηρέστησενἘνὼχτῷΘεῷκαὶοὐχεὑρίσκετο, ὅτιμετέθηκεναὐτὸνὁΘεός», Γεν 5:24.

[18]Πρ 1:12. Για την απόσταση αυτή βλ. Ι. Καραβιδόπουλος,«Μέτρα, Σταθμά Και Νομίσματα Στην Καινή Διαθήκη», στο https://auth.academia.edu/JohnKaravidopoulos(Ημ. ανάκτησης Τετάρτη 10 Μαΐου-2017), 6.

[19]Λκ 24:50.

[20]«καὶ ἔκλαυσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ Μωυσῆν ἐν Ἀραβὼθ Μωὰβ ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχὼ τριάκοντα ἡμέρας· καὶ συνετελέσθησαν αἱ ἡμέραι πένθους κλαυθμοῦ Μωυσῆ», Δτ 34:8.

[21]«Ὕστερον ἀνακειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη», Μρ 16:14.

[22]«καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν», Μρ 16:14.

[23]«ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται», Μκ 16:16.

[24]«τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ», Λκ 24:44.

[25]«τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς», Λκ 24:45.

[26]Λκ 24:47.

[27] «ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. καὶἰδοὺἐγὼἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ὑμᾶς»,Λκ 24:48-49. Βλ. και Πρ 1:9.

[28]Πρ 1:11.

[29]C. Pearl, και R. BrookesS,Βασικές Αρχές Του Ιουδαϊσμού. Μεταφρ. Κρίσπη, Μάνθου. Συμπληρ. Κοέν, Μενασσέ. (Αθήνα: Κ.Ι.Σ., 1997), 35.Πρβλ. και Αποκ. 11:2-12

[30]«καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ ὑμᾶς λαὸν ἐμοὶ καὶ ἔσομαι ὑμῶν Θεός, καὶ γνώσεσθε ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ ἐξαγαγὼν ὑμᾶς ἐκ τῆς καταδυναστείας τῶν Αἰγυπτίων, καὶ εἰσάξω ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν, εἰς ἣν ἐξέτεινα τὴν χεῖρά μου, δοῦναι αὐτὴν τῷ Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, καὶ δώσω ὑμῖν αὐτὴν ἐν κλήρῳ· ἐγὼ Κύριος», Έξ 6:6-7.

[31]«οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς», Πρ 1:6-8. Βλ. και Λκ 24:49.

[32]Λκ 24:49.

[33]Πρ 1:5.

[34] «ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι»,Ιω 3:5-6.

[35]«οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν», Α΄ Κορ 6:19.

[36] «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· τουτέστι, τό Πνεῦμα τό ἅγιον», Μάξιμος ὁμολογητής, Eς Τν Προσευχν Το Πάτερμν, Πρς να Φιλόχριστον ρμηνεία Σύντομος, PG 90, 885Β.

[37]«ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ», Ιω 20:12.

[38]«οὗτος ὁἸησοῦς ὁἀναληφθεὶς ἀφ᾿ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν»,Πρ 1:11.

[39]«ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς·», Ιω 16:7.

[40]Πρβλ. «ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ᾿ἐμοῦ, εἰ μὴἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν», Ιω 19:11.

[41]«ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν», Φιλ 3:20.

[42]«Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», απόσπασμα από τις αντιφωνήσεις της Αγίας Αναφοράς σε βυζαντινούς τύπους της Θείας Λειτουργίας.

[43]«οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν», Εβρ 13:14. Βλ. και«Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· …πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη. …Ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται.», Ἄνωνύμου,Πρς Διόγνητον,PG 2 1173B-C.Πρβλ. και Ης 62:1-12.

[44]«συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα», Ρωμ 6:4-5.

[45]«καὶὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ», Α΄ Τιμ 3:16.

[46]«ὁ καταβὰς αὐτός ἐστιν καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα», Εφ 4:10. Βλ. καιP. Eudokimov, «Η εικόνα της Αναλήψεως», στο Η Τέχνη Της Εικόνας Θεολογία Της Ωραιότητος (Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρά, 1993), 244.

[47]«ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇἀρχαγγέλου καὶἐν σάλπιγγι Θεο καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶἐν Χριστῷἀναστήσονται πρῶτον ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳἐσόμεθα», Α΄ Θες 4:16-17.

[48]«ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος», Ψλ 46:6.Βλ. και «Καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶὄψονται τὸν υἱὸν τοῦἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς. Καὶἀποστελε τος γγλους ατο μετ σλπιγγος φωνς μεγλης, καὶἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων ἀπ᾿ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν», Μτ 24:30-31.

[49]«κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν, ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθήσεσθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦἸσραήλ», Λκ 22:29-30. Βλ. και το ψηφιδωτό της αψίδας της S. Pudentianaστη Ρώμη.

[50]«Ὁ τοὺς μαθητὰς καὶ τὴν τεκοῦσάν σε Θεοτόκον, χαρᾶς ἀπείρου πλήσας ἐν τῇ σῇἈναλήψει», Δοξαστικό Στιχηρών Εσπερινού Ακολουθίας της Αναλήψεως.

[51]Κύριλλος Ιεροσολύμων,Κατήχησις,Δ΄,PG 33, 456.

[52]Ψλ 92:2 και 102:19.

[53]«Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου», Ψλ 109:1.

ΠΗΓΗ.ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ