~ Το κρίμα του παπά…

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα
 
Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα
Ήτανε παραμονή του Σταυρού, όταν ο Νικολής ο Κουτσουδάκης, ο έμπορας  από το Μελί της Ερυθραίας ήρθε να αγοράσει σταφίδα από το Μποϊνάκι. Καβάλα στο άλογο, ηλιοψημένος κι αγέρωχος μπήκε στο χωριό και κατευθύνθηκε στο σπίτι του Τζανή του Χατζηπαυλή. Δεν πρόλαβε να ξεκαβαλικέψει, όταν άνοιξε η αυλόπορτα και φάνηκε ο νοικοκύρης.
          Χός γκελντίν[1] Νικολή! Έτοιμος είμαι, πάμε.
          Γιαβάς γιαβάς[2]. Δε βιάζομαι Τζανή.
Εκείνη την ώρα επρόβαλε από το παραθύρι του πάνω ορόφου ένα μελαχρινό κοριτσίστικο προσωπάκι, με ξέπλεκα μακριά μαλλιά, μα κοιτώντας τον ξένο, βιάστηκε να κρυφτεί πίσω από τις δαντελένιες κουρτίνες.
          Ωραίο σπίτι έχεις Τζανή, είπε αμήχανα ο Νικολής.
          Πάμε, μη χάνουμε χρόνο, απάντησε εκείνος.
Πήγαν στο χωράφι, είδε ο Νικολής τη σταφίδα, κανονίσανε την τιμή και τη μέρα της παραλαβής και πήραν το δρόμο του γυρισμού. Γύρισε στο σπίτι του ο Τζανής, βγήκε από το χωριό ο Νικολής, μα ύστερα από μερικά μέτρα άλλαξε πορεία και έφτασε στην πίσω μεριά του αρχοντικού του Τζανή. Περίμενε κάμποση ώρα με τα μάτια κολλημένα στα σφαλιστά παραθύρια. Μια όμορφη κελαριστή φωνή τον έκανε να τεντώσει τα αυτιά. «Μπεγκλεντίμ ντε γκελμεντίν …»[3]. Έμεινε εκεί ούτε ξέρει πόση ώρα για να ακούσει αυτή την αγγελική φωνή και να δει πίσω από το φράχτη το μελαχρινό προσωπάκι με τα σγουρά μαύρα μαλλιά και την ελιά στο μάγουλο.  
Ξημέρωσε η άλλη μέρα, του Σταυρού. Κανείς δεν πήγαινε στα χωράφια τούτη τη μέρα ούτε στα ζώα. Μόνο στην εκκλησιά το πρωί πήγαιναν για να λειτουργηθούνε και να πάρουν βασιλικό για να πιάσουν προζύμι οι κυράδες. Κατά το μεσημέρι ο Νικολής φάνηκε  ξανά στο Μποϊνάκι. Πήγε κατευθείαν στο σπίτι του Χατζηπαυλή και χτύπησε την πόρτα.
Δεν περίμενε τέτοια τύχη. Του άνοιξε το αγγελικό προσωπάκι και του είπε χαμογελώντας «Τον πατέρα θέτε; Μια στιγμούλα να τον φωνάξω». Παραξενεύτηκε ο Τζανής  σαν τον είδε, μα δεν έβαλε κακό με το νου του όταν του ’πε ο Νικολής πως μπέρδεψε τη μέρα. «Μερσίνα, άμε[4] τράταρε[5] τον ξένο». Έφυγε το Μερσινιώ και γύρισε με ένα πιατελάκι με γλυκό τζάνερο[6] κι ένα ποτήρι κρυστάλλινο με νερό πάνω στον ασημένιο δίσκο. Της χαμογέλασε αμήχανα κι εκείνη του γέλασε αθώα πριν γυρίσει στον οντά[7] της.
          Πόσα παιδιά έχεις Τζανή;
          Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Το Μερσινιώ είναι η μεγαλύτερη, έκλεισε τα δώδεκα. Από κοντά πάνε και τ’ άλλα.
          Να σου ζήσουν, είπε με κρυφή χαρά ο Τζανής, αφού ο Νικολής του ’δωκε άθελά του όσες πληροφορίες ήθελε να μάθει.
Την άλλη μέρα, τη συμφωνημένη ώρα ξανάρθε στο Μποϊνάκι ο Νικολής με το κάρο για να παραλάβει τη σταφίδα. Δεν ήρθε όμως μόνος του. Μαζί του ήταν όλη η παρέα του με άλογα. Την ώρα που οι δυο άντρες έκαναν την αγοραπωλησία, δυο γεροδεμένα παλικάρια από την παρέα του Νικολή πήδηξαν το μαντρότοιχο του σπιτιού. Χωρίς να το καταλάβει η Μερσινιώ, βρέθηκε μακριά από τους δικούς της, παρέα με τον άγνωστο ξένο που είχε δει χθες και δυο φίλους του με τις μπιστόλες στα χέρια καβάλα στα άλογα.
Τα πράγματα όμως, δεν γίνηκαν όπως τα υπολόγιζε ο Νικολής. Τα νέα διαδόθηκαν αμέσως στα γύρω χωριά. Γίνηκε μεγάλο σούσουρο. Δεν έφτανε που ο Νικολής ήτανε δεκαεπτά χρόνια μεγαλύτερος από το Μερσινιώ, ήτανε και αρραβωνιασμένος με τη συγχωριανή του τη Στάσα, μια πλούσια μεγαλοκοπέλα που του ’καμε προξενιό ο θειος του ο Δημητρός. Όχι μόνο το χωριό του, αλλά όλα τα γύρω χωριά, του μήνυσαν[8] πως δεν ήθελαν να στεφανωθεί στον τόπο τους. Κι ας είχαν την ανάγκη του. Κι ας έμεναν οι σταφίδες απούλητες στα αλώνια.
Ύστερα από δυο μερών περιπλάνηση, έφτασε στη Σκάλα, το παραθαλάσσιο χωριό της μάνας του. Πήγαν σ’ ένα παλιό έρημο σπίτι στην άκρη του χωριού, που ’ταν προίκα της θειας του της Αγλαΐας. Έμειναν εκεί μερικές μέρες. Έπρεπε όμως, κάποια στιγμή να φύγει, να μπαρκάρει για την Πόλη, να πουλήσει τη σταφίδα που ’χε μαζέψει. Απόμεινε μόνη η Μερσινιώ στο έρημο σπίτι. Στη βδομάδα γύρισε ο Νικολής, μα έπρεπε να ξαναφύγει. Τον κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα μάτια της και δεν είχε κουράγιο πια ούτε να του μιλήσει. Έτσι πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες, ο Νικολής πηγαινοερχόταν στην Πόλη και το Μερσινιώ μαράζωνε μόνο στο έρημο σπίτι.
Εφημέριος στη Σκάλα ήταν ένας αγαθός ιερέας, ο παπα Σταύρος. Έμαθε για το κλέψιμο της Μερσινιώς και μέρες τον τυραννούσε η σκέψη τι θα απογίνει με το ζευγάρι. Ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του Νικολή και της Μερσίνας. «Είναι κακό τούτο που ’καμες Νικολή, μα τώρα πια, ούτε μπορείς να γυρίσεις πίσω ούτε και να ζείτε έτσι» είπε. Και χωρίς περιστροφές και μισόλογα τους πρότεινε να τους παντρέψει.
          Παπά μου, θα ’χεις κόντρα όλο το χωριό, είπε ο Νικολής.
          Να μην έχω κόντρα το Θεό γιέ μου, μόνο αυτό φοβούμαι, οι άνθρωποι γρήγορα ξεχνούνε, είπε ο παπάς.
Μια βδομάδα μετά στο σπίτι του παπα Σταύρου έγινε το μυστήριο. Πέντε άνθρωποι όλοι κι όλοι ήταν εκεί. Ο παπα Σταύρος, ο Νικολής με τη Μερσινιώ, η παπαδιά η Καλουδιώ, που ήταν η κουμπάρα και η θυγατέρα της η Πινέλα που όλο τούτο τον καιρό πήγαινε να κάνει παρέα στη Μερσινιώ και όλο δώρα της έφερνε από την παπαδιά.
Η Μερσινιώ, όμορφη και μελαγχολική, φορούσε ένα δαντελένιο φουστανάκι και ένα γιορντάνι για το λαιμό. Όλα δώρα της παπαδιάς. «Πρέπει να είσαι έμμορφη στο γάμο σου» της είπε στολίζοντάς την.
Έπειτα έκατσαν για να φάνε και να πιούνε στην υγειά των νεόνυμφων. Σύμφωνα με το έθιμο, έπρεπε ένα φαγητό να το έχει φτιάξει η νύφη με τα χεράκια της, για να δείξει τη νοικοκυροσύνη της. Μα εκείνη ως τα χθες πήγαινε σχολείο και από δουλειές δεν ήξερε πολλές. Στο πατρικό της είχαν δυο θειάδες ανύπαντρες που έκαναν όλη τη λάτρα[9]. Ντρεπόταν να ρωτήσει την παπαδιά για το φαγητό και ζήτησε τη γνώμη της Πινέλας. «Ου, πανεύκολο» είπε εκείνη, χωρίς να το σκεφτεί πολύ. «Να κάνουμε ντολμάδες γιαλαντζί».
Την παραμονή του γάμου ρίχτηκαν κι οι δυο στη δουλειά. Ζεμάτισαν τα κληματόφυλλα, έφτιαξαν τη γέμιση και ξεκίνησαν να τα τυλίγουν. Μα τούτη η συνταγή ήθελε έμπειρα χέρια κι όχι τα λεπτοκαμωμένα και άπειρα χεράκια της Μερσινιώς. Έτσι, όταν άνοιξε το χαρανί[10] για να καμαρώσει τους κόπους της, είδε με απογοήτευση όχι ντολμαδάκια, μα ένα πιλάφι ανακατεμένο με κληματόφυλλα.
          Πινέλα, φώναξε τρομαγμένη. Οι ντολμάδες άνοιξαν. Τι θα κάμωμε τώρα;
          Ου, την καθησύχασε η Πινέλα. Η γιαγιά μου η Δεποινιώ έλεγε πως άμα ανοίξεις το χαρανί, πρέπει να πεις το «Πιστεύω» τρεις φορές και τότε είναι ώρα να τους κατεβάσεις από τη φωτιά.
Τι να κάνει η Μερσινιώ; Είπε με ευλάβεια τρεις φορές το «Πιστεύω» και με αγωνία κοίταξε ξανά το χαρανί. Το πιλάφι είχε πλέον απλώσει για τα καλά. «Μάλλον, πρέπει να ξαναπούμε το Πιστεύω» πρότεινε η Πινέλα. Το ’καναν κι αυτό, αλλά το ρύζι με τα μυρωδικά κόντευε να γίνει λαπάς.
Είχε βραδιάσει. Άλλα υλικά δεν είχαν κι έτσι, θέλοντας και μη, έβαλαν το χαρανί στο φανάρι που διατηρούσαν τα φαγητά. Την άλλη μέρα όταν ήρθε η ώρα να στρώσουν το γαμήλιο τραπέζι, η Μερσινιώ με καρδιοχτύπι παρακολουθούσε την Πινέλα να σερβίρει στην πορσελάνινη πιατέλα το νυφιάτικο φαγητό.
Ω! φώναξε ενθουσιασμένος ο παπα Σταύρος. «Το φαγητό της νύφης! Δώσε μου κόρη να δοκιμάσω». Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων γέμισε το πιάτο του και με την πρώτη μπουκιά είπε γελαστός «Μπράβο κόρη μου, για τη νοστιμιά του». Τα δυο κορίτσια κοιτάχτηκαν, αλλά δεν τόλμησε καμιά να δοκιμάσει. Αρκέστηκαν στις άλλες λιχουδιές που η αγάπη της παπαδιάς είχε ετοιμάσει: πιλάφι με κουραντί, ρόστο, σουρά και μπουρέκι. Ήρθε η ώρα του γλυκού. «Παπά, βάλε στο πιάτο σου κανταΐφι» είπε η παπαδιά. «Σε λίγο» απάντησε τάχα ανόρεχτα εκείνος. «Μόνο λίγους ντολμάδες ακόμα θα ήθελα». Και δεν δοκίμασε κανένα άλλο φαγητό ή γλυκό εκείνη τη μέρα, για να γλυκάνει την καρδιά του νιόπαντρου κοριτσιού.
 Στο χρόνο πάνω ήρθε το μωρό. Σαν εμαθεύτηκε πως θα το βγάζανε Τζανή, λύγισε ο πεθερός και τους μήνυσε να έρθουν να μείνουν στο Μποϊνάκι. Σβηστήκανε με μιας οι έχθρες, ξεχάστηκαν τα πικρά λόγια που ’χανε ειπωθεί.
Τώρα έμεναν στο πατρικό της και τίποτα πια δεν έλειπε από τη Μερσίνα. Τίποτα, μέχρι εκείνο το ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου. Ήταν μόνη στο σπίτι με το μικρό, όταν μπήκαν αλαφιασμένοι οι γονείς της με το Νικολή και τα παιδιά. «Οι Τσέτες, έρχονται οι Τσέτες». Ο τελώνης ο Αχμέτ, ο μοναδικός Τούρκος που ζούσε στη Σκάλα, μόλις είχε γυρίσει από τη Σμύρνη και είδε με τα μάτια του το μεγάλο κακό. «Φύγετε να γλιτώσετε. Οι Τσέτες έκαψαν τη Σμύρνη. Πάει η γκιουζέλ Ιζμίρ[11]. Δε θ’ αργήσουν να φτάσουν κι εδώ» τους είπε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια του.
Ο Αχμέτ δεν ξεχώριζε από τους Ρωμιούς. Ούτε στα φερσίματα ούτε σε τίποτα. Ήταν Τούρκος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε κάθε χρόνο του Αη Γιωργιού να έρχεται στο εκκλησάκι και να ανάβει μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι του.
Ούτε που κατάλαβε η Μερσινιώ πότε ετοίμασαν τους μπόγους με τα εικονίσματα, τα ασημικά, τα ρούχα.
Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.
Εικονίσματα και κειμήλια στην παραλία
Κατέβηκαν στη Σκάλα και μπήκαν όλοι μαζί στη μπλατσέρα[12] του Νικολή. Σε μια ώρα βγήκαν στην Χίο. Ο Νικολής γύρισε αμέσως πίσω. Στην προκυμαία εκατοντάδες άνθρωποι είχαν φτάσει από τα πιο μακρινά χωριά και με τον τρόμο στα μάτια περίμεναν τη σωτηρία από τη θάλασσα. Μπροστά μπροστά ο παπα Σταύρος !
– Γιε μου !
– Παπά μου!
– Πού είναι η παπαδιά με την Πινέλα; Μπείτε γρήγορα μέσα, να βγούμε απέναντι.
– Όχι γιε μου, ας μπούνε οι άλλοι. Εγώ θα κάτσω εδωδά, μέχρι να φύγει κι ο τελευταίος Χριστιανός και μετά θα φύγω.
– Μα παπά μου, όλοι αυτοί δεν είναι από την ενορία σου.
– Είναι από τη μεγάλη ενορία του Χριστού παιδί μου, μην επιμένεις, θα μείνω.
Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και υπαίθριες δραστηριότητες
Τρία μερόνυχτα ο Νικολής με τη μπλατσέρα πήγαινε κι έφερνε κόσμο. Κι όλο έφταναν Χριστιανοί τρομαγμένοι σαν τα κυνηγημένα πουλάκια. Ο παπα Σταύρος εκεί, βράχος. Στήριζε, προσευχόταν, καθοδηγούσε. Την τρίτη μέρα το απόγευμα δεν υπήρχε πια κανείς Χριστιανός στην προκυμαία.
Ήταν έτοιμος να μπει ο παπα Σταύρος στη μπλατσέρα. Στην προκυμαία είχαν μείνει μόνο ο Αχμέτ, η Αϊσέ, η γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Έκλαιγαν. «Θα μας σκοτώσουν οι Τσέτες» έλεγε μέσα στα αναφιλητά της η Αϊσέ. «Ξέρουν πως συμπαθάμε τους Ρωμιούς». «Παπα Σταύρο, πάρε μας μαζί σου, να γλιτώσουμε» είπε ικετευτικά ο Αχμέτ. «Πάρε μας» είπαν τα δυο μικρά.  «Τι θα απογίνουν τέσσερις Τούρκοι στην Ελλάδα;» συλλογίστηκε προς στιγμήν ο παπάς, αλλά δεν είχε καιρό για άλλες σκέψεις. «Αμέτε[13]» είπε αποφασιστικά και τους έγνεψε να πάνε στο πλοίο. Μπήκαν μέσα μόνο με τα ρούχα τους και την ελπίδα της σωτηρίας. Στη Χίο κόσμος πολύς από τη Σμύρνη και τα γύρω χωριά περίμενε στο λιμάνι. Άλλοι έκλαιγαν, άλλοι σταυροκοπιόντουσαν, άλλοι ήταν αμίλητοι. Μικρά παιδιά τρομαγμένα πιάνονταν σφιχτά από το φουστάνι της μάνας. Παντού πόνος και θλίψη.
«Ένας Τούρκος» φώναξε κάποιος δείχνοντας τον Αχμέτ. Μονομιάς το πονεμένο πλήθος γίνηκε αγριεμένος όχλος που ζητούσε εκδίκηση για τις απίστευτες φρικαλεότητες που είχε ζήσει. «Αδέρφια μου, για το Θεό» φώναξε τρομαγμένος ο παπα Σταύρος. Έκανε το σώμα του ασπίδα, για να προστατέψει τον έρημο τον Αχμέτ που νόμισε πως ήρθε το τέλος του.
Το βραδάκι, όταν ηρέμησαν τα πράγματα έσμιξαν στο σπίτι ενός εμπόρου, γνωστού του Νικολή η οικογένεια του Χατζηπαυλή, η Μερσινιώ με το Νικολή και το μωρό κι η οικογένεια του παπα Σταύρου. Εκεί βρήκε καταφύγιο και η οικογένεια του Αχμέτ.
«Παπά μου», είπε ο Αχμέτ κάποια στιγμή «ο πόλεμος κάνει θεριά τους ανθρώπους. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. Εκεί που ήμασταν, κινδύνευα από τους Τσέτες. Μα κι εδώ φοβούμαι. Θα γυρίσω πίσω κι ο Αη Γιώργης θα μας φυλάξει».
Δύσκολες ώρες για όλους. Άλλα προστάζει ο νους κι άλλα θέλει η καρδιά. Μίλησαν όλοι, τελευταίος ο παπα Σταύρος. Συμφώνησαν να τους φυγαδεύσουν τα ξημερώματα. Αποχαιρετίστηκαν με δάκρυα και πριν ανατείλει ο ήλιος, ο Νικολής με τη μπλατσέρα τούς πήγε στα νότια παράλια της Ιωνίας, μακριά από τη Σμύρνη και τους άφησε σε μια έρημη ακτή.
***
Σαράντα χρόνια μετά, ένα Κυριακάτικο πρωινό ένα παλικάρι φτάνει βιαστικά στα σκαλιά του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Μηνά στη Χώρα. Κάνει το σταυρό του και χωρίς να ανάψει κερί, πάει κατευθείαν στη βορεινή πόρτα του ιερού και ανοίγει διστακτικά. Ο παπα Αγαπητός του κάνει νεύμα να μπει.
          Πού είναι ο Δεσπότης; ρωτά με αγωνία.
          Σε λίγο έρχεται, απαντά ο παπάς.
     Πείτε του, τον ζητά ο παππούς μου, ο παπα Σταύρος. Είναι ανήσυχος από χθες βράδυ.
Όταν τέλειωσε η Λειτουργία δεν έκατσε ο Δεσπότης για καφέ όπως συνήθιζε. Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήγε κατευθείαν στο σπίτι του παπα Σταύρου. Τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι. «Δέσποτα, συγχώρεσέ με που σε ενοχλώ και πάλι. Μα να, τις προάλλες που εξομολογήθηκα, ξέχασα τούτο να σε ρωτήσω: είναι αμαρτία που μνημονεύω Τούρκους;» Απόρησε ο Δεσπότης, αλλά δεν μίλησε.
«… Στην αρχή τους έβαζα στους ζωντανούς, μα δεν ήξερα αν ζήσανε … Και τους είχα και στα δυο χαρτιά … Μετά των τέκνων … Ούτε που θυμούμαι πώς τα λέγανε τα μικράκια … Ο Αη Γιώργης να τους έχει κοντά Του …».
Ούτε τώρα μίλησε ο Δεσπότης. Μόνο πήρε αργά αργά τα λιπόσαρκα χέρια του παπα Σταύρου και τα φίλησε με περισσή συγκίνηση και αγάπη.
Κρ. Π.


[1] Καλώς ήρθες (στα τουρκικά).
[2] Σιγά σιγά (στα τουρκικά).
[3] «Σε περίμενα, δεν ήρθες … », αγαπημένο τραγούδι των Ελλήνων της Πόλης και της Μικρασίας.
[4] άμε: πήγαινε
[5] τράταρε: κέρασε
[6] τζάνερο: ποικιλία κορόμηλου
[7] οντάς:  δωμάτιο
[8] του μήνυσαν: τον έστειλαν μήνυμα
[9] λάτρα: η φροντίδα και η περιποίηση για την καθαριότητα του σπιτιού.
[10] χαρανί: ρηχό και πλατύ καζάνι.
[11] γκιουζέλ Ιζμίρ: όμορφη Σμύρνη (στα τουρκικά)
[12] μπλατσέρα ή μπρατσέρα: είδος ιστιοφόρου πλοίου
[13] Αμέτε: Πηγαίνετε
Advertisements

Έφυγες χθες π. Κωνσταντίνε -και αναρωτιόμουν όλη μέρα πώς γίνεται και συνεχίζει η γη να γυρίζει.

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ ΦΑΝΑΚΙΔΟΥ

Έφυγες χθες (σημείωση. Δευτέρα 10/9) π. Κωνσταντίνε -και αναρωτιόμουν όλη μέρα πώς γίνεται και συνεχίζει η γη να γυρίζει.
Μετά τη Θ. Λειτουργία -όπου πήγαινες μέχρι και το τέλος. Ακόμη και καθηλωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι.

«Αυτός ο λαός είναι βαπτισμένος -δε μπορεί να χαθεί έτσι» είπες, λόγω της Κρίσης, και προσπάθησες να συνεχίσεις τις ομιλίες ακόμη και μετά το βαρύ εγκεφαλικό. Αγώνας μέχρι την τελευταία σου πνοή.

Τώρα άρχισε το ταξίδι σου προς το Φως που τόσο αγάπησες, τόσο διακόνησες, τόσο δίδαξες. Μόνο χαρά και ευγνωμοσύνη για σένα. Κι αυτό που πάντα σου έλεγα: πόσο τυχερή ήμουν που συμπέσαμε στο χωροχρόνο. Κι αυτό που έλεγε η Maria Papaioannou: ότι ο Θεός είχε κέφια όταν σε έφτιαχνε. Πολλά κέφια.

Κι αυτό που μου είχε πει ένας Σέρβος θεολόγος -αυστηρός αυστηρός. Ότι κυκλοφόρησε πολύ στον εκκλησιαστικό χώρο. Πουθενά δε βρήκε κανέναν που να προσφέρει τόσα πολλά σε τόσους πολλούς από την αυλή του. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε.

Θα μπορούσαν να γράψω τόμους ολόκληρους για όσα ζήσαμε κοντά σου. Αλλά θα το κάνουμε με όλους όσους είχαμε την τύχη να σε πετύχουμε μέσα στο χάος της Αθήνας, μέσα στο matrix των σκοτεινών καιρών. Που, για όποιον είχε μάτια και έβλεπε, ήταν το ίδιο σκοτεινοί και πριν την Κρίση. Απλώς τώρα έχουμε και το κερασάκι της εξαθλίωσης.

Δε θα ξεχάσω την ομιλία για τον Ελύτη που έκανες για να με καλωσορίσεις. Και τον «Επαναστάτη χωρίς αιτία» που ανέβασες για να με ξεκουνήσεις.

Τις ατέλειωτες ώρες που ανεχόσουν τις ερωτήσεις μου που είχες χιλιοαπαντήσει πριν από την αφεντιά μου σε τόσους άλλους. Τις αναρίθμητες ώρες που εξομολογούσες με ένα πόδι σάπιο, τα μηνύματα που απαντούσες μέχρι και τα ξημερώματα.

Οι γιατροί σου είχαν δώσει κάτι μήνες ζωής και σου ζήτησαν να μείνεις στο σπίτι με το πόδι ξαπλωμένο. Εσύ έβλεπες ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο για τα επόμενα 20 χρόνια με το πόδι να κρέμεται. Ο πόνος έγινε ο καλύτερος σύντροφός σου. Πονούσες ολόκληρος μέρα νύχτα. Και δεν έλεγες κουβέντα.

Το όνειρό μου δε δίστασες να το στηρίξεις. Όπως και τόσων άλλων ανθρώπων. Στην πράξη -όχι στα λόγια. Με ενθάρρυνση, με προτροπή, με προσευχή. Που, αν δεν ήταν αυτή, θα με είχαν φάει λάχανο τα ερπετά στις Σχολές και στα σχολεία με τις συγκρούσεις που έπρεπε να κάνω.

Στις ομιλίες σου ερχόταν παιδιά από τα Εξάρχεια, παλιοί αριστεροί (λίγοι, ομολογουμένως, γιατί η Αριστερά είναι η πιο καλή ντόπα), πρώην μέλη εκκλησιαστικών οργανώσεων που αποφάσισαν να κάνουν την επανάστασή τους, every day people που ως τότε δεν ήξεραν πού πέφτει η εκκλησία. Η πιο τρελή ενορία του κόσμου. Η πιο όμορφη ενορία του κόσμου. Αυστηρά αναρχοαριστεροαυτόνομη.

«Μου αρέσει που σπάει το ταξικό εδώ μέσα» μου έλεγες. Καθόμουν στον ίδιο χώρο με μανάδες και γιους εφοπλιστών. Ό,τι ακριβώς ίσχυε για μένα, ίσχυε και γι’ αυτούς.

Σε όποιον δεν άρεσε, μπορούσε να φύγει. Δεκάρα τσακιστή δεν έδινες για τις περιουσίες τους. Η ψυχή τους σε ένοιαζε. Ήξερες ότι μόνο έτσι αλλάζει ο κόσμος: αν αλλάξει κάθε άνθρωπος, αν σπάσει το μικροσυμφεροντολογικό του καθενός. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι μικροαστοί είναι η χαρά του Συστήματος.

Οι άνθρωποι αυτοί, με τον καιρό, έδωσαν πολλά από τις περιουσίες τους σε άλλους που τα είχαν απόλυτη ανάγκη. Και κάθε φορά που κατέβαινα για να σε δω, διαλυμένη από τη μελέτη και τα κυνηγητά και τα χημικά στο Κίνημα, γελούσες:
«Ήρθες στην καπιταλιστική Γλυφάδα».

Μόνο έδωσες, μόνο νοιάστηκες, μόνο φρόντισες. Σαν πατέρας. Με την πανέμορφη σύζυγό σου φτιάξατε έναν Παράδεισο.

«Ο Χριστός είναι τρέλα, ο Χριστός είναι τρέλα» επαναλάμβανες. Κι εγώ ήξερα πως δικαιούσουν να το λες αυτό. Γιατί οι συμφοιτητές σου από το Οικονομικό είχαν γίνει καθηγητές σε Παν/ια της Αμερικής ή υπουργοί κυβερνήσεων του Συστήματος.

Κι εσύ που ήσουν βοηθός καθηγητή στην ΑΣΟΕ και σε κάλεσαν να διδάσκεις στο Harvard και στο London School of Economics, τα παράτησες όλα για να ακούς τον πόνο το δικό μου, της νοικοκυράς, του εργάτη, του υπαλλήλου.

Εσύ, που σπούδασες ζώντας με τα χέρια σου τους γέροντες γονείς σου, γιατί ένα τσογλανάκι της πρωτεύουσας σου έκλεψε, με μέσον φυσικά, την υποτροφία που είχες λόγω πρωτιάς στις παντουρκικές, όταν σωθήκατε από θαύμα από το πογκρόμ των Τούρκων στους Έλληνες της Κων/πολης.

«Χάνονται ψυχές, χάνονται ψυχές» μου ξέκοβες την πάρλα, όταν πήγαινα να σου αρχίσω ανόητες συζητήσεις. Τόση ήταν η άσκησή σου, που και μια βόλτα παραπάνω να υπονοούσα να κάνουμε με την πρεσβυτέρα και τους άλλους το θεωρούσες χασούρα. Ένα σε έκαιγε: να γνωρίσουν όλοι το Χριστό.

Στην αυλή σου βρήκαν καταφύγιο και στήριξη μετανάστες πολύ πριν την Κρίση, άνεργοι, ναρκομανείς, πόρνες της παραλιακής, άνθρωποι με διαλυμένους γάμους, άνθρωποι που δε μπορούσαν πια να βρουν νόημα στη ζωή τους.

«Δέχομαι κάθε αποτυχία», έλεγες. «Ο Χριστός όλα τα αλλάζει».
Το εκκλησιαστικό Σύστημα σε χρησιμοποίησε συστηματικά ως δημοκρατικό άλλοθι. Μόλις παραέγινες ενοχλητικός, σε πέταξε στα αζήτητα. Εσύ έβαζες πάντα το κεφάλι κάτω, ανέχτηκες πράγματα που κανένας άλλος δε θα ανεχόταν, για να μπορώ εγώ και τόσοι άλλοι, να έχουμε τώρα μια ανάμνηση από τον καφέ που πρόσφεραν όλοι στο αρχονταρίκι μετά τη Θ. Λειτουργία.

Ήσουν ο μόνος -απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον, ίσως και να κάνω λάθος- που είπες δημόσια την αλήθεια για το σκάνδαλο στο Βατοπέδι. Ότι το Κανονικό Δίκαιο απαγορεύει σε οποιονδήποτε φέρει το ιερατικό σχήμα να έχει οικονομικές δοσοληψίες. Και ότι ορίζει ρητά πως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων τα μοναστήρια οφείλουν να δανείζουν την περιουσία τους στους λαϊκούς που υποφέρουν.

Την πρώτη επώνυμη πράξη αντίστασης στη Χούντα την έκανες εσύ μαζί με τον νυν Αλβανίας. Με κείμενο που εκδώσατε πριν τα γεγονότα της Νομικής και πριν το Πολυτεχνείο και όπου θεμελιώνατε θεολογικά γιατί η Χούντα είναι αίρεση και γιατί έχουν χρέος οι Χριστιανοί να την πολεμήσουν.

Στο βιβλίο σου, ήδη από το 2000 περιέγραφες την Κρίση. Και πάντα τόνιζες, σε πείσμα της προπαγάνδας των συστημικών ΜΜΕ που μας ενημέρωναν για τη Συντέλεια που θα έρθει αν δεν είμαστε φρόνιμα παιδιά, ότι πρέπει να φύγουμε και από το Ευρώ και από την ΕΕ και από το ΝΑΤΟ.

Μια ολόκληρη ζωή στο νοίκι -και χωρίς αμάξι. Μίλησε κανείς για ακτημοσύνη;
Μπορώ να γράφω ώρες για όσα ζήσαμε τόσοι άνθρωποι κοντά σου. Δεν έχω καν αρχίσει. Θα το αφήσω για αργότερα -για το βιβλίο που λέγαμε πιο πριν.

Απλώς, να σε αποχαιρετήσω με ό,τι σκεφτόμουν πάντα για σένα: ότι υπήρξες ο πιο αντισυμβατικός, χαρισματικός, έξυπνος, ασυμβίβαστος, επαναστάτης, ελεύθερος, σπάνιος, ολοκληρωμένος άνθρωπος που γνώρισα και θα γνωρίσω ποτέ.

Πηγή
ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ 

ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΥΛΟ ΣΤΗΝ ΥΒΡΗ- Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Μόρφου Νεόφυτος: «Οι άγιοί μας είναι η ομπρέλα προστασίας απέναντι στην πολυεπίπεδη επίθεση της νέας τάξης πραγμάτων…»

Συνέντευξη Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου στον Γιάννη Ζαννή  που  δημοσιεύτηκε στην εφ. «Ορθόδοξη Αλήθεια» (5.9.2018).  

Εορτή Αγίου Μάμαντος στην κατεχομένη Μόρφου (2018)Κύπρος, το Νησί των Αγίων, ένα πληγωμένο κομμάτι της ρωμιοσύνης που νιώθει πάνω του το χνώτο του Αττίλα, που το κρατά μοιρασμένο στα δυό. Από τότε που οι Ελληνοκύπριοι των κατεχόμενων περιοχών υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, οι εκκλησιές μένουν αλειτούργητες, κατεστραμμένες, άλλες μετατράπηκαν σε τζαμιά και άλλες σε στάβλους: ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου[1]… τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ρομφαίᾳ[2]

Εορτή Αγίου Μάμαντος στην κατεχομένη Μόρφου μετά από τριάντα χρόνια (2004)Εν έτει 2004,  ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, μετά από άοκνες και επίπονες προσπάθειες που ξεκίνησαν από τον Μάιο του 2003 , πέτυχε ένα πραγματικό άθλο, που φαινόταν, την εποχή εκείνη, ακατόρθωτος: Να αρχίσουν να επαναλειτουργούν οι εκκλησιές μας στην κατεχόμενη γη της μαρτυρικής Μεγαλονήσου. Ήταν ένα τόλμημα που αρχικά υπήρξε «σημείον αντιλεγόμενον», που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Εκείνος όμως, όντως θείω ζήλω κινούμενος, συνέχισε την προσπάθειά του και οι πρώτοι καρποί φάνηκαν το 2004, όταν, για πρώτη φορά μετά την τουρκική εισβολή,  ξαναλειτουργήθηκε ο Ιερός Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, στην κατεχόμενη Μόρφου, χοροστατούντος του Μητροπολίτη.

Η εξέλιξη των γεγονότων επρόκειτο να δικαιώσει απολύτως τον Πανιερώτατο, του οποίου, υπενθυμίζουμε, η μισή Μητρόπολη τελεί υπό κατοχήν και εκεί, στην κατεχόμενη γη, βρίσκεται και η κοινότητα της καταγωγής του, η  Πάνω Ζώδια.

Σήμερα, όπως θα μας πει και ο ίδιος,  όλοι σχεδόν οι Μητροπολίτες λειτουργούν τις κατεχόμενες Μητροπόλεις τους, και σε  κάθε κοινότητα της κατεχόμενης γης έχει επαναλειτουργήσει κάποιος ναός, ή  κάποιο ξωκκλήσι.

Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων του 2015, ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, Ιερουργώντας στην εκκλησιά  της Παναγίας της Χρυσελεούσης στην κατεχόμενη Κατωκοπιά, είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής στο κήρυγμά του:

Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος και ο Δήμαρχος Μόρφου κ. Βίκτωρας Χατζηαβραάμ, εορτή Αγίου Μάμαντος στην κατεχομένη Μόρφου (2018)Είναι πικρό να έρχεσαι πρόσφυγας στον τόπο σου να Λειτουργείς και πρόσφυγας να φεύγεις!  Όμως έχουμε βαθύτατη υποχρέωση απέναντι σε πολλούς  ανθρώπους  που ευρίσκονται στον ουρανό, αλλά και στη γη, να τελούμε αυτές τις θείες Λειτουργίες, να μνημονεύουμε όλα αυτά τα ονόματα που ακούσατε σήμερα, των παλαιών ιερέων, των κοινοταρχών, των ηρώων του γένους μας, των αγνοουμένων, των ανθρώπων που κοιμήθηκαν και τελειώθηκαν στην προσφυγιά. Όλοι αυτοί οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας μαζί με την Παναγία, τον τίμιο Πρόδρομο, τους αγίους,  τους αγγέλους κι εμάς τους ζωντανούς  θέλουν να μνημονευθούν, να  πανηγυρίσουν και να γευτούν το αναστημένο σώμα και αίμα του Σωτήρος  μας  Χριστού. 

Ο Πανιερώτατος μας έκανε την τιμή να μιλήσει στην Ορθόδοξη Αλήθεια για την επαναλειτουργία των εκκλησιών στα κατεχόμενα εδάφη, καθώς και για το πώς βλέπει το μέλλον της Κύπρου, αλλά και όλου του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, μπροστά στα γεγονότα που εξελίσσονται γύρω μας.

Πανιερώτατε, την ευχή σας. Τα τελευταία 14 χρόνια, με δική σας πρωτοβουλία, εξ όσων γνωρίζω, λειτουργείται ξανά ο ναός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος, στην κατεχόμενη Μόρφου. Να το δούμε άραγε ως ένα σημείο για το μέλλον;

Κάθε τι που συμβάλλει στην επαναλειτουργία της Ορθόδοξης Χριστιανωσύνης, ιδιαίτερα σε κατεχόμενες, αλειτούργητες δηλαδή, περιοχές, νομίζω ότι είναι σημείο. Και οφείλω να πω ότι ήταν πολύ σημαντική σε αυτό η συμβολή του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη. Το 2003 ήμουν στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν στην Αθήνα, για να κάνω μια ομιλία για την εκκλησιαστική ναοδομία, σε μια εκδήλωση που ήταν υπό την αιγίδα του Πατριάρχη.  Ήταν η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, πολύ νέος Επίσκοπος τότε εγώ, και εκείνος επίσης νέος. Στο τέλος μου είπε, μόνον τόσο λίγο θα σας δούμε, Άγιε Μόρφου; Του λέω, αν θέλετε, μπορούμε να ιδωθούμε αυτές τις μέρες, που θα είμαι στην Αθήνα. Μου είπε, έλα τότε αύριο, στον Αστέρα Βουλιαγμένης.

Πήγαμε. Και είχαμε  μια πολύ εποικοδομητική συνάντηση μιας ώρας. Του  έθεσα το επίκαιρο τότε ερώτημα, στο οποίο δεν μπορούσε κανένας Κύπριος να μου απαντήσει, ούτε θετικά, ούτε αρνητικά. «Ξέρετε», του λέω, «Παναγιώτατε, οι κατοχικές δυνάμεις και ο Ντενκτάς άνοιξαν τα οδοφράγματα και μπορούμε τώρα να τα διαβούμε επιδεικνύοντας μια ταυτότητα ή ένα διαβατήριο. Πολλοί έχουν «ενοχοποιήσει» αυτή τη διαδικασία, άλλοι, κινούμενοι από το συναίσθημα, θέλουν να δουν τους τόπους του. Εγώ ανήκω στους δεύτερους. Είμαι πρόσφυγας, και ως Επίσκοπος και ως πρόσωπο. Ποια είναι η γνώμη σας;»

Μου είπε «η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να πας. Όπου μπορείς, ό, τι μπορείς να κάνεις. Ένα τρισάγιο; Ένα τρισάγιο. Μια παράκληση; Μια παράκληση.  Αν εσείς υποχρεωθήκατε από τα κατοχικά στρατεύματα και πιο πριν από το πραξικόπημα-διότι το πραξικόπημα άνοιξε τις πύλες της εισβολής- τι φταίνε οι Άγιοι; Τι φταίνε οι Άγιοί σας, οι Εκκλησίες σας, να μένουν αλειτούργητες, χωρίς θυμίαμα, χωρίς ένα καντήλι, χωρίς μιαν ευχή, έστω ένα Κύριε ελέησον, ένα Αιωνία η μνήμη; Αυτό», μου είπε, «το οφείλουμε σε όλους τους τόπους, ελεύθερους και κατεχόμενους»

Πολλήν εντύπωση μου έκανε η απάντησή του, γιατί κανείς Κύπριος τόσα χρόνια δεν μου  είπε κάτι τέτοιο. Οπότε, αντιλαμβάνεστε ότι πήρα και  περισσότερα απ’ όσα ήθελα από αυτή την συνάντηση με τον Πατριάρχη.

Το εκπληκτικότερο είναι ότι, επιστρέφοντας την επόμενη μέρα στην Κύπρο και κάνοντας έναν σταθμό στο μοναστήρι της μετανοίας μου, την Μονή Μαυροβουνίου, του Αγίου Γεωργίου, όπου εγκαταβιώνει ο Γέροντάς μου Συμεών. Χωρίς να του πω κάτι, με ρώτησε «πού θα πας σήμερα»;  Του απάντησα, στη Μητρόπολή μου, εννοώντας εδώ, που είναι η προσφυγική έδρα.

«Όχι», μου απάντησε, «νομίζω ότι το σωστό είναι να πας από το οδόφραγμα στην κατεχόμενη έδρα. Θα σε συνοδεύσει και ο πάτερ Νεκτάριος», ένας από τους πατέρες της Μονής τότε, τώρα επίσκοπος Αρσινόης.

Έτσι έκανα την πρώτη μου είσοδο στην κατεχόμενη έδρα μου, μήνα Μάιο, θυμάμαι, το 2003. Ήταν συγκλονιστικό να βλέπεις τις εκκλησίες αλειτούργητες, την εκκλησία του χωριού μου να την έχουν κάνει τζαμί, να πρέπει να βγάλουμε τα παπούτσια μας για να μπούμε, εκκλησίες να έχουν γίνει στάβλοι…

Έφτασα στην κατεχόμενη περιοχή μου. Είχα μνήμες. Όταν έφυγα ήμουν 12 ετών, είχα αρκετές μνήμες, δόξα τω Θεώ, και μπόρεσα να αναγνωρίσω τον τόπο. Αυτό είναι μια επώδυνη διαδικασία. Πολλοί  πηγαίνουν, όπως οι Κερυνιώτες, για παράδειγμα, και δεν βρίσκουν τις μνήμες τους, λόγω της μεγάλης οικοδομικής αλλαγής που έχει συντελεστεί επί του εδάφους

Στη Μόρφου τότε δεν είχε γίνει τέτοια αλλαγή. Ήταν όλα στη θέση τους, μαραζωμένα, θλιμμένα, κατεχόμενα. Μπήκα, ξεκίνησα μια Παράκληση, αλλά οι Τούρκοι με εμπόδισαν, με έβγαλαν έξω. Αλλά εγώ προτίμησα να συγκρατηθώ και να σιωπήσω, μολονότι  υπήρχαν  και κανάλια και θα μπορούσα να τους εκθέσω και να διαμαρτυρηθώ. Σκέφτηκα όμως πιο βαθειά: ότι εδώ θα ξανάρθω, είναι ο τόπος μου, η Μητρόπολή μου. Καλύτερα να το υπομείνω σιωπηλά και να αρχίσω τις προσπάθειες για την επαναλειτουργία του Ναού.

Η προσπάθεια διήρκεσε περίπου ένα χρόνο. Και τον Σεπτέμβριο του 2004 μπορέσαμε να λειτουργήσουμε, εν μέσω κρίσεων και κατακρίσεων, εκκλησιαστικών και πολιτικών παραγόντων. Ο κόσμος όμως εν τέλει ανταποκρίθηκε πολύ στην πρώτη αυτή προσπάθεια που κάναμε, να ανοίξουμε τον Άγιο Μάμα να λειτουργήσει. Αυτό προκάλεσε αίσθηση σε πολλούς, Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, αλλά και σε ξένους. Οπότε, σιγά-σιγά, και αυτοί που αρχικά μας κατέκριναν, αντιλήφθηκαν πλέον ότι, ανοίγοντας και επαναλειτουργώντας μιαν εκκλησία, κατ’ ουσίαν επανασυνδέουμε το Χριστιανικό  παρελθόν και συνεχίζουμε στις μέρες μας, έστω και υπό συνθήκες κατοχής,  την πορεία που σταμάτησε το 1974.

Μια δεύτερη παράμετρος, είναι ότι επανασυνδέονται με τη γη τους, τη γη των πατέρων τους, οι νεώτεροι, που δεν γεννήθηκαν στα μέρη αυτά. Και τρίτον, αποδεικνύουμε στους κατακτητές ότι τα προσκυνήματα αυτά, τη γη αυτή, την έχουμε, την αισθανόμαστε πάντα δική μας . και οι ίδιοι, είναι αλήθεια, αισθάνονται ξένοι στον τόπο που κατοικούν τώρα.

Άρα φάνηκε ότι είναι πολλαπλές οι ωφέλειες από την επαναλειτουργία αυτή. Όμως εγώ επιμένω πάντοτε στο πνευματικό κομμάτι: ότι επανασυνδέουμε τον Χριστιανισμό με τόπους Χριστιανικούς και Ελληνικούς. Και αυτή τη Θεία Λειτουργία, τη χρωστάμε στους Αγίους μας, παρά τα φρικτά μας λάθη.

Χάριτι Θεού, τώρα λειτουργούν τις κατεχόμενες Μητροπόλεις τους όλοι οι Μητροπολίτες, πλην ενός.  Σχεδόν όλες οι κοινότητες έχουν επαναλειτουργήσει κάποιο ναό, ή έστω κάποιο ξωκκλήσι ή παρεκκλήσι και τελούνται αρκετές Λειτουργίες στην κατεχόμενη γη.

Πώς διαβλέπετε το μέλλον της Κύπρου, αλλά και της Ελλάδος, ίσως και όλης της Ορθόδοξης Μέσης Ανατολής υπό τις τρέχουσες συνθήκες;  Εκτιμάτε ότι θα ματαιωθούν τα σχέδια της Νέας Εποχής;  

Νομίζω ότι πλέον έχω ταυτίσει τον λόγο μου με τον προφητικό λόγο των Αγίων, τον οποίον επαναλαμβάνω πάλιν και πολλάκις, χωρίς να λέω τίποτα δικό μου. Λέω αυτά που πιστεύω από τους Αγίους, παλαιούς τε και νέους. Λέω ότι η νέα τάξη πραγμάτων κάνει την τελευταία της επίθεση σε όλα τα επίπεδα: σε επίπεδο ηθικό, σε επίπεδο οικονομικό,  σε επίπεδο πολιτικό. Έχει πετύχει πολλές νίκες, ιδιαιτέρως σε ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας μας, ως προς την ανηθικότητα . Και επίσης σε ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτικών μας, ως προς τον ενδοτισμό. Και τώρα εναπομένει, νομίζω, να ρίξουν τα προπύργια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτοι τους Επισκόπους, τους ηγουμένους και τους ανθρώπους οι οποίοι έχουν υπεύθυνες θέσεις στην Ορθοδοξία. Αυτός είναι ένας στόχος τους, όπου βλέπω ότι σιγά-σιγά   αποκτούν κάποιες νίκες. Αλλά θα είναι τόσο ξαφνικά τα γεγονότα που έρχονται, εξαιτίας αφ’  ενός της συνεχόμενης πολεμικής έντασης στη Συρία και εν συνεχεία εξαιτίας της αντιπαλότητας που ήδη ξεκίνησε μεταξύ Ισραήλ και Περσίας. Αυτό, μαζί με την ερχόμενη πτώση του Ερντογάν, θα αποτελέσει το έναυσμα ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου. Προχθές άκουγα τον Σάββα Καλεντερίδη, ο οποίος δεν απηχεί προφητικό λόγο, αλλά γεωστρατηγικό, ο οποίος έλεγε τα ίδια πράγματα. Έλεγε τα ίδια πράγματα που έλεγε πριν μερικές δεκαετίες ο Άγιος Παΐσιος, πού είπε πριν εκατονταετίες ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Το τραγικό είναι ότι δεν τα λένε οι επίσκοποι της Ελλάδος αυτά. Δεν τα επισημαίνουν. Αυτό είναι μια σύγχρονη τραγωδία. Η έλλειψη τέτοιου λόγου και τέτοιων επισημάνσεων, είτε από την προφητική είτε από το γεωστρατηγική πλευρά , δίδει νίκες στη νέα τάξη πραγμάτων. Πρέπει να το αναληφθούμε αυτό το πράγμα.

Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να σταθούν οι πιστοί μπροστά στα γεγονότα αυτά, που εξελίσσονται και γίνονται όλο και πιο δύσκολα;

Εξαρτάται τι καθοδήγηση θα έχουν οι πιστοί. Το καλό είναι ότι υπάρχει διαδίκτυο. Και πολλοί πιστοί πλέον, μπορεί να μην ανήκουν στην τοπική ενορία ή στη τοπική επισκοπή, μπορούν όμως να παρακολουθούν μέσω διαδικτύου κάποιους ανθρώπους και να εμπνέονται και να καθοδηγούνται από αυτούς. Εννοώ, βέβαια, τους συγχρόνους Αγίους. Οι οποίοι σύγχρονοι Άγιοι, είναι φώτα σωστικά για τους σημερινούς πιστούς. Διότι δεν είναι μόνον ο πολιτικός βίος. Είναι και ο καθημερινός, ο οικογενειακός, ο ηθικός, ο εσωτερικός βίος του Χριστιανού πιστού. Ανάλογα, λοιπόν, με τι εσωτερική, ηθική και πνευματική στάση έχομε απέναντι στην καθημερινότητά μας, απέναντι στον συνάνθρωπό μας, απέναντι στην Εκκλησία μας, απέναντι στον εχθρό μας ακόμα, πώς προσευχόμαστε, πώς συγχωρούμε, πως κοινωνούμε, πώς επικοινωνούμε, όλα αυτά θα καθορίσουν τη στάση των κατά τόπους πιστών στα γεγονότα που έρχονται.

Οι άνθρωποι της μετανοίας, όλοι οι σύγχρονοι άγιοι που γνωρίζομε, μας λένε ότι θα έχουμε ομπρέλα προστασίας. Διότι θα τους «χρειαστεί» ο Ίδιος ο Χριστός στο μέλλον. Θα διδάξουν μετάνοια όταν θα ειρηνεύσει πλέον ο κόσμος. Δεν θα είναι μια εποχή αιώνιων πολέμων. Θα έλθει περίοδος ειρήνης και αναλαμπής της Ορθοδοξίας. Οπότε οι άνθρωποι της μετανοίας και του γνησίου Ορθοδόξου φρονήματος θα είναι απαραίτητοι για όλο τον κόσμο, για όλες τις φυλές, για όλους τους λαούς. Άρα, το ζήτημα είναι: εμείς που ανήκουμε; Σε ποιους είμαστε; Και αυτό το «εμείς» δεν είναι φυλετικό, ούτε ακόμη και θρησκευτικό. Αυτό το «εμείς» έχει προσωπικό χαρακτήρα . Η στάση μας , λοιπόν, θα είναι ανάλογη με το πώς ζούμε την Ορθοδοξία μας, την ελληνικότητά μας και τη ζωή μας στα γεγονότα  και με τη φώτιση που θα έχουμε. Πιστεύω ότι δεν θα είμαστε μόνοι μας. Θα υπάρχει έντονη φώτιση του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους.

Σκέπτομαι ότι εσείς ασφαλώς  θα ξέρετε και από την πείρα σας ως πνευματικός, ότι έχουμε και στις μέρες μας κρυφούς Αγίους, που οι προσευχές τους εισακούονται, δεν είναι έτσι;

Βέβαια. Πάντοτε.

Πανιερώτε, την ευχή σας, ευχαριστώ πολύ.

Εορτή Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στον καθεδρικό ναό Αγίου Μάμαντος στην κατεχόμενη Μόρφου (6.8.2018)Φέτος, για μιαν ακόμα φορά, ο Άγιος Μάμας λειτουργήθηκε. Λειτουργήθηκε  στις 6 Αυγούστου, στην μεγάλη δεσποτική εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κατά την διάρκεια του κηρύγματός του, ο Πανιερώτατος  μίλησε πάλι για την μετάνοια, που, όπως ανέφερε, «αν την δίδασκαν οι παλαιότεροι αρχιερείς, δεν θα ήμασταν τώρα με την ιδιότητα του πρόσφυγα. Αλλά τότε άλλα διδάσκαμε και επέτρεψε ο Χριστός να περάσουμε αυτόν τον μεγάλο κανόνα 44 χρόνια τώρα». Για να καταλήξει με το αισιόδοξο μήνυμα: «Αλλά τώρα τελειώνει πλέον ο Κανόνας μας. Μας το λένε όλοι οι Άγιοι του Θεού. Οι υπομονές των πατέρων και των μητέρων μας, που δεν αξιώθηκαν της επιστροφής, εύχονται γι’  αυτά τα παιδιά να μη ζήσουν παρατεταμένη προσφυγιά και  Εορτή Αγίου Μάμαντος στην κατεχομένη Μόρφου (2018)ανασφάλεια. Και θα τα αξιώσει ο Θεός, όπως και την δική μας τη γενιά, να ζήσουμε αυτό το δώρο. Έχει ο Θεός το σχέδιό Του και το επιτελεί» .

Ο Άγιος Μάμας λειτουργήθηκε και στην γιορτή του, στις 2 Σεπτεμβρίου.   Όπως λειτουργείται συνεχώς (με μόνη θλιβερή εξαίρεση το περασμένο έτος). Και όπως λειτουργούνται οι εκκλησιές και τα ξωκκλήσια στη σκλαβωμένη γη. Και, όπως γράφει ὁ Άγιος Νικόδημος στο προοίμιο του Νέου Μαρτυρολογίου του, «Κατ’ ἀλήθειαν  τοῦτο εἶναι ἕνα θαῦμα παρόμοιον ὡσὰν νὰ βλέπη τινὰς μέσα εἰς τὴν καρδίαν τοῦ χειμῶνος ἐαρινὰ ἄνθη καὶ τριαντάφυλλα. Μέσα εἰς τὴν βαθυτάτην νύκτα ἡμέρα καὶ ἥλιον. Μέσα εἰς τὸ ψηλαφητὸν σκότος φῶτα λαμπρότατα. Ἐν τῷ καιρῶ τῆς αἰχμαλωσίας νὰ βλέπη ἐλευθερίαν».

Ή,  όπως είχε πει σε κάποια παλαιότερη συνέντευξή του ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου,

«Η μεγαλύτερη πράξη ελευθερίας που έγινε όλα αυτά τα χρόνια της κατοχής, ήταν όταν τελέσαμε τη Θεία Λειτουργία στον Άγιο Μάμα και κάθε φορά που τελείται Θεία Λειτουργία στα κατεχόμενα τα πάντα ελευθερώνονται, γιατί η Θεία Λειτουργία είναι το αιώνιο μέλλον που ήδη γνωρίζουμε οι χριστιανοί, αυτό της Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος που δεν υπόκειται σε καμιά σκλαβιά και δεν δεσμεύεται από καμιά ανθρώπινη κρίση».

(Απόσπασμα από συνέντευξη Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου στους Πέτρο Μελαΐση και Νικολέτα Βούτουνου, περιοδικό « Η φωνή της Μόρφου» Μάρτιος 2017) .


[1] Ψαλμ. 78, 1

[2] Γ ΄Βασιλ. ΄, 19, 10.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΡΩΕΣ ΕΧΥΣΑΝ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΥΝ ΔΩΡΟ ΣΤΟΥΣ ΣΦΕΤΕΡΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ!!! 

 

Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός

(18-6-2018)

 

Μαθητής μικρός τήν δεκαετία τοῦ 30 στό Κιλκίς, ὁ Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικός γιατρός, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του, μέ τίτλο «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σέ κείμενο μέ τίτλο «οἱ Μαχητές τοῦ Κιλκίς», γράφει τά ἑξῆς συγκινητικά: «Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικό Νεκροταφεῖο», πού κρύβει στά σπλάχνα τοῦ τά κορμιά χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καί πάνω στά κορμιά αὐτά στήθηκαν τά θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καί τό σιτάρι πού φτιάχνει τό ψωμί μας, θεριεύει καί μεστώνει ρουφώντας ἀπό τή γῆ αἷμα ἀντί για νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρός αἵματος» για νά χρησιμοποιήσω τοῦ χαρακτηρισμούς τοῦ Εὐαγγελίου πού τόσο ταιριάζουν στήν περίπτωση». Τά πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια πού ὄργωναν τή γῆ, ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια λευκά κόκκαλα «κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μέ σκουριασμένες ξιφολόγχες καί δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σέ ζωστῆρες πού ἔζωναν, κάποτε λυγερά σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νά θυμόμαστε πώς κάποτε, σκάβοντας τίς αὐλές τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Θυμᾶμαι τούς πρώτους περιπάτους πού κάναμε με το σχολείο, ἐκεῖ κοντά στούς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στόν τόπο μας, εἶναι πιό κόκκινες ἀπό ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τό χρῶμα τους ἀπό τό αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νά τίς κόψουμε, ἀπό φόβο, μήπως καί ματώσουμε τά χέρια μας…» (σελ. 179). Μεταξύ τῶν δέκα ἡρώων διοικητῶν συνταγμάτων πού ἔπεσαν στήν μάχη τοῦ Κιλκίς, εἶναι καί ὁ Ἀντώνιος Καμπάνης, διοικητής τοῦ 8ου Συντάγματος τῆς 4ης Μεραρχίας. Τόν ἴδιο καιρό ὁ γιός τοῦ Δημήτριος, ὑπηρετεῖ καί αὐτός ὡς στρατιώτης. Στό βιβλίο τοῦ «Ἀναμνήσεις τοῦ Πολέμου καί τῆς Εἰρήνης» περιγράφει τήν σκηνή πού σπεύδει γιά τόν «τελευταίο ἀσπασμόν» τοῦ ἠρωϊκοῦ σκηνώματος τοῦ γονιοῦ του. Φτάνει στή μεγάλη σκηνή πού ἦταν τό χειρουργεῖο τῆς IV Μεραρχίας: «Μπῆκα στή σκηνή καί πάνω σ’ ἕνα φορεῖο είδα τόν πατέρα. Εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά. Τό πρόσωπο γελαστό καί εὐχαριστημένο. Μόνο τό στῆθος του ἦταν γεμάτο τρύπες. Στά χέρια του φοροῦσε γάντια καλοκαιρινά χακί, ἀλλά ὅπως ἦταν σκισμένα καί κρεμασμένα, κατάλαβα ὅτι εἶχαν κοπεῖ τά δάχτυλά του. Ἀργότερα, ὅταν εἶδα τά κιάλια του, πού ἦταν καί αὐτά γεμάτα βλήματα, ἀντελήφθηκα πώς ἡ ὀβίδα εἶχε σκάσει τήν ὥρα πού τά σήκωνε, γιά νά παρατηρήσει τίς ἐχθρικές θέσεις. Τό θέαμα γιά μένα ἦταν τραγικό, ἀλλά μεγαλύτερη ἀκόμη συγκίνηση μοῦ προξένησαν οἱ ἑκατοντάδες τραυματίες τοῦ Συντάγματός του, πού περνοῦσαν καί τόν ἀσπάζονταν κλαίγοντας. Ἄκουσα μερικούς νά λένε: Ἦταν αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος καί ἀγαποῦσε τούς ἄνδρες του». Νομίζω πώς ὁ ἐπικήδειος αὐτός, ἄν μποροῦσε νά τόν ἀκούσει, θά τόν εἶχε ἀπολύτως ἱκανοποιήσει. Γιατί πραγματικά πρόσεχε ξεχωριστά τους ἄνδρες του, καί γιά νά προστατεύσει τή ζωή τούς εἶχε σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος» (σελ. 123). Μέ τέτοιους ἄξιους ἡγήτορες φθάσαμε στή νίκη. Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» πῶς νά μήν ἀνέλθει στήν κορυφή τῆς δόξης καί τῆς ἀθανασίας. Τό 1964 ἐκδίδεται τό «Ἀναμνηστικό Λεύκωμα» ἐπί τή 50/ἐτηρίδι ἀπό τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Στήν σελίδα 44 διαβάζουμε: «Ἦταν δύο σύγγαμβροι ἀπό τήν Κύμη τῆς Εὐβοίας, ὁ συνταγματάρχης Ἰωάννης Παπακυριαζής καί ὁ ταγματάρχης Ἰωάννης Βελισσαρίου. Καί οἱ δύο λεβέντες. Τά ἀνδραγαθήματα τους ὑπῆρξαν ἀπό τά φωτεινότερα δείγματα ἀτομικῆς γενναιότητος. Οἱ δύο αὐτοί συγγενεῖς εἶχαν τσακωθῆ… σάν σύγγαμβροι πού ἤσαν. Στήν μάχη τοῦ Κιλκίς βρέθηκαν οἱ μονάδες τους νά πολεμοῦν πλάι- πλάι καί ὁ συναγωνισμός τῶν δύο τσακωμένων ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα.» Στήν τελευταία μάχη, ὅπως ἀναφέρει ὁ στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στά ἡμιτελῆ ἀπομνημονεύματά του, ἐπῆλθε τό δράμα «…Ἤρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου οἱ 6 λόχοι τοῦ Βελισσαρίου, προχωροῦντες ταχέως ἔφθασαν εἰς ἀπόστασιν ἑφόδου ἀπό τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν βουλγαρικῶν ὀρυγμάτων. Καί εἶδον τό ἀλησμόνητον θέαμα τῆς ἑφόδου τῶν 6 εὐζωνικῶν λόχων τοῦ Βελισσαρίου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἄς εἶχον ὁδηγίας ὑπό τοῦ διοικητοῦ των, ἔβαλον αἰφνιδίως ταχύτατον ὀλιγόλεπτον πῦρ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μετά τό ὁποῖον ὤρμησαν ἀκάθεκτοι καί μέ βροντώδεις ἀλαλαγμούς ἐναντίον τῶν ἐπί τῆς πρώτης ὀφρύος τοῦ λόφου βουλγαρικῶν χαρακωμάτων. Ἡ γραμμή τῶν ἐφορμούντων λόχων μέ τάς ἀπαστραπτούσας ὑπό τόν ἥλιον ὑπερχιλίας λόγχας ὠμοίαζεν πρός χαλύβδινην ταινία, ἡ ὁποία ἀπειλητική ἐπήρχετο ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν ὀρυγμάτων. Ὁ ἀγών ὑπῆρξεν μεγαλειώδης. Οἱ Βούλγαροι ἀνετράπησαν ἤ ἐξοντώθησαν διά τῆς λόγχης. Αὐτό ἦτο τό μεγαλύτερον κατόρθωμα τοῦ Βελισσαρίου καί μέ δικαίαν ὑπερηφάνειαν ἐφώναξεν εἰς τόν λοχαγόν Ζήραν, ἄλλον γενναῖον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσεν εἰς τό σύνταγμα τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ μπατζανάκη τοῦ Βελισσαρίου. Βρέ Ζήρα, ποῦ εἶναι ὁ διοικητής σου νά δει; Ζήρας: Σκοτώθηκε… Εἶχε πέσει πρό ὀλίγου μόλις, μαχόμενος μέ τόν ἴδιον ἀπαράμμιλον τρόπον. Καί τότε τό πρόσωπον τοῦ συγγάμβρου «ἐμαύρισεν ἀπό τό πένθος». Ἔβγαλε τό πηλήκιόν του, ἔκαμε τόν σταυρό του, ἐδάκρυσεν καί ἐτράβηξεν μπροστά μέ περισσοτέραν ὁρμήν. Ἐκεῖ παρακάτω στή Τζουμαγιά, στό ὑψόμετρο 1378, τόν περίμενε κι’ αὐτόν ὁ Χάρος». Ἕνα ἐξαιρετικό βιβλίο, πραγματικός θησαυρός, πού ἀναφέρεται στή μάχη τοῦ Κιλκίς εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Καλλίμαχου, ἐθελοντή ἱεροκήρυκος τῆς Ἐ’ Μεραρχίας. Ὁ Καλλίμαχος παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν μάχη παίρνει μέρος σ’ αὐτήν, ἐμψυχώνει τούς στρατιῶτες, παρηγορεῖ τούς πληγωμένους καί ἀναλαμβάνει, πολλές φορές, τό βαρύ καθῆκον τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν πολεμιστῶν. Τό 1942, ἐξέδωσε στή Νέα Ὑόρκη τίς ἐμπειρίες του, σέ βιβλίο μέ τίτλο: «Ἀθάνατη Ἑλλάς». Στό ἔξοχο αὐτό πόνημα μοσχοβολᾶ ἡ πίστη καί ἡ φιλοπατρία τοῦ στρατοῦ μας. Στήν μακραίωνη ἱστορία μας πάντοτε τό Γένος ἀγωνίζεται «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νά χωρίσουν τά δύο αὐτά «ριζιμιά λιθάρια» τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου. Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη μᾶς κανοναρχεῖ: «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ἡ θρησκεία εἶναι τό πᾶν… Καί τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μέ πατριωτικά αἰσθήματα· τό ἐναντίον λέγονται παλιόμαθες τῶν ἐθνῶν καί βάρος τῆς γης.» Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί… Ένα ἡρωικό παράδειγμα αὐταπάρνησης καί ἀνδρείας στή σελίδα 76: «Στρατιώτης τοῦ 22ου ἐτραυματίσθη εἰς τόν βραχίονα. Τυχηρός ἤσουνα, συνάδελφε, πού πῆρες τό παράσημο, τοῦ λέγει ὁ παραπλεύρως του, αἶντε τράβα τώρα στό χειρουργεῖο… Τί ἔκανε, λέει; Μέ μία τσουγκρανιά νά φύγω; Τό παληοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμα· ἔχω νά φάγω καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ἄτιμους πού σφάξανε γυναικόπαιδα! Καί συνεχίζει τόν ἀγώνα. Παίρνει δεύτερο βόλι καί ἐξακολουθεῖ νά μάχεται καί τό δεύτερον τραῦμα γίνεται τρίτον καί ἕπεται συνέχεια… Καί ὅταν πλέον ἡ δυνατή αἱμορραγία τόν ἀναγκάζη νά πέση κάτω, οἱ τραυματοφορεῖς, ὅταν ἐπλησίασαν νά τόν παραλάβουν, ἐπέδσεαν ἐν ὄλω ἑπτά τραύματα! Καί παρεπονεῖτο ὁ Ρουμελιώτης στρατιώτης, διότι δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά συνεχίση τόν ἀγώνα του. Μωρ’ δέν μποροῦσε νά εἶχα κι’ ἄλλο παληοτόμαρο, νά βγάλω αὐτό τό τρυπημένο καί νά τό βάλω τό καινούργιο!» Με εκείνα τα… παλητοτόμαρα είναι κεντημένη η σημαία μας. Τα σημερινά όντως παλιοτόμαρα ξηλώνουν και προδίδουν την ιστορία μας… Απόσπασμα από παλιότερο άρθρο μου με τίτλο «Η μάχη του Κιλκίς»

Νατσιός Δημήτρης 

δάσκαλος-Κιλκίς