ΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟ ΓΕΡΟΝΤΑ π. ΙΑΚΩΒΟ ΤΣΑΛΙΚΗ

iakobos_1

«… Ὅλα τά παιδάκια πήγαιναν σχολεῖο μιά φορά τήν ἡμέρα. Τό Ἰακωβάκι πήγαινε δύο. Τό ἀγαποῦσε πολύ, γιατί τό σχολεῖο του στά πρῶτα χρόνια ἤτανε κι Ἐκκλησία, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἀργά τό ἀπόγευμα πήγαινε κι ἄναβε τά καντήλια. Πήγαινε μόνο του τό παιδί καί τοῦ ἄρεσε νά μένει μέχρι τό νύχτωμα. Προσευχότανε ὅσο ἤξερε κι ὅσο μποροῦσε. Ἔπειτα ἔπαιρνε τόν κατήφορο γιά τό σπίτι, ἀφήνοντας τό δάσος μέ τά πεῦκα. Ἕνα ἀπόγευμα ὅμως, θά᾽ τανε τότε ὀκτώ-ἐννέα ἐτῶν, ἐκεῖ πού προευχότανε τοῦ ἐμφανίστηκε ὁλοζώντανη ἡ ἁγία Παρασκευή ὡς μοναχή, ὅπως ἤτανε στήν εἰκόνα. Τό παιδί τρόμαξε, τό ᾽βαλε στά πόδια κι ἔφτασε λαχανιασμένο στό σπίτι. Οὔτε γύρισε νά κοιτάξει πίσω ἀπό τόν φόβο του. Ξαναπῆγε ἄλλη μέρα ν᾽ ἀνάψει τά καντήλια καί τοῦ ἐμφανίστηκε πάλι. Καί πάλι τρόμαξε. Ἔφυγε τρέχοντας τόν κατήφορο, μά ἡ Ἁγία βγῆκε ἀπό τό ναό, μίλησε γλυκά καί καθησύχασε τό παιδάκι. Αὐτό, τώρα, σταμάτησε νά τρέχει, γύρισε να δεῖ ποιός τοῦ μιλοῦσε. Ἡ Ἁγία τοῦ ἐξήγησε ποιά εἶναι, τοῦ ᾽πε νά μή φοβᾶται, καί τό Ἰακωβάκι ἀνέβηκε δειλά δειλά πάλι πρός τό ἐκκλησάκι. Ἔκατσε κοντά της καί τήν ἄκουσε προσεκτικά. Ἡ ἐμφάνιση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές. Τό Ἰακωβάκι συνήθισε καί δέ φοβότανε πιά. Καθόσανε δίπλα δίπλα καί μιλάγανε… τέτοια οἰκειότητα καί ἀφελή παρρησία ὁ μικρός! Σέ μία ἀπό τίς πρῶτες ἐμφανίσεις της ἡ Ἁγία, ὅταν εἶχε ξεθαρρέψει ὁ μικρός, τοῦ εἶπε:

– Τί θέλεις, Ἰάκωβέ μου, νά σοῦ χαρίσω γιά τίς προσευχές πού κάνεις καί πού περιποιεῖσαι τό σπίτι μου;

Ἐκεῖνο δέν ἤξερε τί νά ζητήσει. Ὅμως τό βράδυ ρώτησε τή μητέρα του, τη Θοδώρα. Ἐκείνη τό συμβούλεψε ἁπλοϊκά: «Νά σοῦ πεῖ, νά σοῦ δώσει, τήν τύχη σου». Τό ἄλλο ἀπόγευμα ἐμφανίστηκε ἡ Ἁγία καί ἀπάντησε στό παιδί:

– Ἄκουσέ με. Θά δεῖς δόξες καί τιμές πολλές, πολύς κόσμος θά ᾽ρχεται νά σε δεῖ, πολλά χρήματα θά ἔρχονται στά χέρια σου, ἀλλά δέ θά μένουν (καί πράγματι ὅλα ἐπαληθεύτηκαν. Τόν τίμησαν τόν γέροντα Ἰάκωβο πλούσιοι καί φτωχοί, σοφοί καί ἀγράμματοι, ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι, καθηγητές πανεπιστημίου

και ἀνώτατοι δικαστικοί, μοναχοί, ἱερεῖς, ἐπίσκοποι καί πατριάρχες, πού ἔφταναν τά τελευταῖα χρόνια στό μοναστήρι νά τόν γνωρίσουνε, νά ἐξομολογηθοῦνε, νά ὠφεληθοῦνε, νά πάρουνε τήν εὐχή του. Καί χρήματα ἐπίσης, τά τελευταῖα χρόνια, τοῦ ἔδιναν πολλά, μά κι αὐτός τά προσέφερνε ὅλα σέ ὅποιους εἴχανε ἀνάγκη, δε μένανε στό σακκούλι του – γιατί σ᾽ ἕνα σακκούλι τά ἔβαζε, πού δέν ἄδειαζε ποτέ, ὅσα καί νά ᾽δινε). Ὁ ἴδιος, πού τά διηγότανε αὐτά, πρόσθετε:

– Καί μήπως ψέματα μοῦ εἶπε, ἀδελφέ μου, ἡ ἁγία Παρασκευή; Μικρή τύχη μοῦ ἔδωσε; Μ᾽ ἔκανε ἱερέα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ!

ΠΗΓΗ : Στ. Παπαδόπουλου, Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ, Ἐκδ. Ἀκρίτας, Θ´ ἔκδοση, Σεπτέμβριος 2005, σσ. 37-39.
http://tribonio.blogspot.gr/2014/10/blog-post_15.html

Χαιρετισμοί στην Αγία Άννα

-ΠΑΝΑΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΟΣ-e1437579128402-710x400

Document-page-044Document-page-045Document-page-046Document-page-047Document-page-048Document-page-049Document-page-050Document-page-051Document-page-052Document-page-053

Ηλίας, ο Πύρινος Προφήτης (Πρωτοπρ. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.)

α) Στις αγροτικές περιοχές της χώρας η εορτή του προφήτη Ηλία συν­δέεται με την αναμονή της βροχής. Στον καύσωνα του κα­λο­καιρού μια καλή βροχή μπορεί να αλλάξει την ατμόσφαιρα και να συμβάλει στην καλή σοδειά, αφού βοηθούνται σημαντικά τα κατα­πο­νη­μένα από τη ζέστη δέντρα, φυτά και ζώα. Και η αντίληψη αυτή απηχεί τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στην περιπετειώδη, δρα­μα­τική και άκρως ενδιαφέρουσα μορφή του Προφήτη Ηλία.

β) Τόση παρρη­σία είχε στον Θεό ο πύρινος προφήτης, ώστε η προ­σευ­χή του εισακούσθηκε και δεν έβρεξε πάνω στη γη τρία έτη και έξι μή­νες. Και πάλι προσευχήθηκε, και ο ουρανός έδωσε βροχή και η γη βλά­στη­σε τον καρπό της, όπως αναφέρεται στην επιστολή Ιακώβου (5,17-18). Ενώ ο Ηλίας έδρασε 850 περίπου χρόνια πριν την έλευση του Χριστού, η φήμη του ήταν μεγάλη και η θέση του περίοπτη στη συνείδηση του λαού. Είναι ενδεικτικό ότι, όταν ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές τι λένε οι άνθρωποι γι’ αυτόν, εκείνοι του είπαν ότι τον θεωρούν: «οι μεν Ιωάννην τον Βα­πτι­στήν άλλοι δε Ηλίαν έτεροι δε Ιερεμίαν η ένα των προφητών» (Ματθ. 16,14).

γ) Στη δράση του Ηλία απαντά κάποιο είδος θεοδικίας, αφού ανέλαβε να τιμωρήσει με θάνατο όσους αποστάτησαν και εγκατέλειψαν τον αληθινό Θεό. Με ανάλογο τρόπο σκέπτονταν πριν την Πεντηκοστή και οι μαθητές Ιάκωβος και Ιωάννης, οι οποίοι αντιδρώντας στην άρνηση των Σαμαρει­τών να δεχθούν το Διδάσκαλο πρότειναν ρωτώντας: «Κύριε, θέλεις είπωμεν πυρ καταβήναι από ουρανού και αναλώσαι αυτούς, καθώς και ο Ηλίας εποίησε;».  Ο Κύριος δίνει οριστικό τέλος στην πρακτική αυτή λέγοντας με επιτιμητικό τρόπο: «Ουκ οίδατε οίου πνεύματός εστε υμείς· ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απωλέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ. 9, 54-55).

δ) Σύμφωνα με τη διήγηση της Π. Διαθήκης στον προφήτη Ηλία αποκαλύφθηκε η θεία δόξα, ύστερα από θείο μήνυμα:  «Αύριο θα βγεις και θα σταθείς μπροστά στον Κύριο, στο όρος θα δεις τον Κύριο να δια­βαί­νει. Ξαφνικά ξέσπασε τρομερή θύελλα που διέλυε βουνά και συνέτριβε βρά­χια μπρο­στά στον Κύριο· αλλά στη θύελλα δεν ήταν ο Κύριος. Μετά τη θύελ­λα έγινε σεισμός· αλλά στο σεισμό δεν ήταν ο Κύριος. Μετά το σεισμό ξέσπασε φωτιά· αλλά στη φωτιά δεν ήταν ο Κύριος. Τέλος μετά τη φωτιά α­κού­στηκε ένας ήχος από λεπτό αεράκι· εκεί ήταν ο Κύριος» (Γ’ Βασ. 19, 11-12) . Στη Φιλο­καλία αναφέρεται ότι η χάρη και το έλεος του Θεού αποκαλύπτονται με διάφορες μορφές. Σε ορισμένους ως πνεύμα φόβου Θεού, που συντρίβει την σκληροκαρδία και την πώρωση, σε άλλους ως «συσσεισμός», εσωτε­ρι­κό σκίρτημα και αγαλλίαση, ενώ σε άλλους ως «ειρηναία» λεπτή αύρα φωτός, όπως στον Προφήτη.

ε) O προφήτης Hλίας τιμάται ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο. Γράφει ο Φώτης Κόντογλου αναφερόμενος και στην εικονογράφησή του: «Όπου να πας θα δεις ρημοκλήσια του απάνω στις κορφές των βουνών… O άγιος Nικόλας φυλάγει τη θάλασσα κι’ ο προ­φή­της Hλίας τα βουνά. Mέσα στα ρημοκλήσια του είναι ζωγρα­φι­σμέ­νος από κείνους τους παληούς μα­στο­ρους σαν τσομπάνος με τη φλοκάτα, με μαλ­λιά και γένια ανακατεμένα και στριφτά σαν αγριόπρινος, γερα­κο­μύτης σαν αητός, με μάτια φλο­γερά».

στ) «Kάθεται απάνω σε μια πέτρα, μπροστά σε μια σπηλιά, σαν το όρνιο στη φωλιά του. Έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στην απαλάμη του, και κοιτάζει κατά πίσω, σαν να ακούγει τη φωνή του Θεού που του μιλά μέσα σε κείνα τα άσπλαχνα κράκουρα. Aπό πάνω του πετά ο κό­ρα­κας μ’ ένα κομμάτι κρέας, και χυμίζει κατά κάτω να του το δώσει».

ζ) «Kάθε χρόνο, στις 20 Iουλίου, έρχουνται αποβραδύς οι χριστιανοί από το χωριό με τον παπά, και τον προσκυνάνε τον προφήτη Hλία, ανά­βου­νε τα καντήλια, θυμιάζουνε, και ψέλνει κανένας γέρος και λέγει τα στι­χηρά της μνήμης του, και κείνος ακούγει με το άγριο κεφάλι του ακου­μπι­σμένο στο χέρι του… Kαι την άλλη μέρα, άμα τελειώσει η λει­τουρ­γία, φεύ­γουνε οι άνθρωποι, κι’ ο Hλίας κάθεται πάλι ολομόναχος «μο­νώ­τατος», βουβός, τυλιγμένος στην προβιά του, σαν αγιούπας κουρ­νια­σμένος. Xιλιάδες χρόνια κάθεται έτσι, άλλες πολλές θα κάθεται, «έως του ελ­θείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή».

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Ο Άγιος Προφήτης Ηλίας (+ Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης)

unnamed


Ὁμιλία τοῦ ἀειμνήστου Ἁγιορείτου Ἡγουμένου π. Γεωργίου Καψάνη

Ἡ ἐποχή πού ἔζησε ὁ Ἅγιος Προφήτης Ἠλίας γύρω στό 800 π.Χ. ἔχει πολλά κοινά καί μέ τήν σημερινή ἐποχή πού ζοῦμε ἐμεῖς. Ἦταν καί τότε, εἶναι καί σήμερα μία ἐποχή ἀποστασίας ἀπό τήν πίστι τῶν Πατέρων. Καί ἡ ἀποστασία γίνεται συνήθως διά λόγους συμβιβασμοῦ, γιατί θέλουν νά συμβιβασθοῦμε μέ τή ζωή τῆς ἁμαρτίας ἤ θέλουν νά συμβιβασθοῦμε μέ τούς κρατοῦντες κάθε ἐποχῆς ἤ θέλουν νά συμβιβασθοῦμε μέ τήν ἑκάστοτε πολιτική ἐξουσία.

Ἔτσι ἐγινόταν καί τότε. Ὁ Ἰσραήλ, οἱ βασιλεῖς, οἱ ἄρχοντες εἶχαν συμβιβασθῆ, ἤθελαν νἄ’ χουν τήν συμμαχία εἰδωλολατρικῶν λαῶν, γιατί δέν πίστευαν ὅτι μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μποροῦσαν νά ἀντιμετωπίσουν τούς εἰδωλολατρικούς λαούς. Καί γι’ αὐτό ἄφηναν τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό καί δεχόντουσαν τά εἴδωλα, τούς ψευδεῖς θεούς καί ἐλάτρευαν τά εἴδωλα καί διέδιδαν καί στόν λαό αὐτήν τήν εἰδωλολατρεία.

Ὑπῆρχαν ὅμως κάποιοι ὀλίγοι εὐσεβεῖς, πιστοί στόν ἀληθινό Θεό, οἱ ὁποῖοι ἀντιστέκονταν, δέν προσκυνοῦσαν τά εἴδωλα. Ἐδιώκοντο βέβαια, ἦσαν ἡ μειοψηφία, ἀλλά αὐτό δέν τούς ἔκαμε νά λυγίσουν. Γιατί συνήθως οἱ ἄνθρωποι ὅταν αἰσθάνονται ὀλίγοι δέν ἀναπαύονται, θέλουν νά πηγαίνουν μέ τούς πολλούς κι ἄς πηγαίνουν οἱ πολλοί εἰς τόν βυθόν.

Τό νά πορεύεται κανείς εἰς τήν ἰδικήν του πίστιν καί νά ἔχει ὀλίγους μόνο κοντά του αὐτό δέν τόν ἀναπαύει. Θέλει νά πηγαίνει ὅπως πηγαίνουν ὅλοι, ὅπως πηγαίνει ἡ μόδα, ὅπως πηγαίνει τό πλῆθος. Κι ἔτσι γινόταν καί τότε ἡ διαφθορά τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ καί τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. Θέλανε νά πηγαίνουν ὅπως πήγαινε ἡ ἄρχουσα τάξις, ὁ βασιλιᾶς, οἱ ἄρχοντες, οἱ σπουδαῖοι τοῦ λαοῦ κι ὁ περισσότερος λαός. Κι ἔτσι ἐπαρασύροντο οἱ ἄνθρωποι ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, ἀλλά ἔμεναν ὅμως πάλι ὀλίγοι εὐσεβεῖς. Γιατί σέ κάθε ἐποχή δέν προδίδουν ὅλοι, δέν ἀποστατοῦν ὅλοι, μένουν καί οἱ εὐσεβεῖς. Μένουν καί οἱ ἀγωνισταί. Μένουν καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἀλλάζουν τήν πίστι στόν ἀληθινό Θεό μέ τίποτα γήϊνο καί κοσμικό. Γι’ αὐτό ἄλλωστε ἔχουμε καί τούς μάρτυρες.

Καί οἱ μάρτυρες στήν ἐποχή τους ἦσαν ἡ μειονότης. Ἀλλά αὐτή ἡ μειονότης κρατοῦσε τήν πίστι στόν ἀληθινό Θεό καί ἐθυσιάζετο γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Μεταξύ αὐτῶν τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό καί δέν συμβιβάσθηκαν ἦταν ὁ Ἅγιος ἔνδοξος Προφήτης τοῦ Θεοῦ Ἠλίας. Ἡ ζωή τοῦ Προφήτου Ἠλία εἶναι μία ζωή θαυμάτων, ζωή πίστεως καί μεγάλης ἐμπιστοσύνης στόν Ἅγιο Θεό. Ἄς μελετήσουμε προσεκτικά τή ζωή τοῦ Προφήτου καί θά δοῦμε πόσο ζῆλο εἶχε γιά τό Θεό. Θά δοῦμε πόση ἀφοβία εἶχε, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀγωνισθῆ γιά τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ. Καί θά δοῦμε τί θαύματα ἐπετέλεσε ὁ Θεός διά τοῦ Προφήτου.

Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς βοηθήσει κι ἐμᾶς σήμερα, πού ζοῦμε σέ μιά ἐποχή πού πολλοί συμβιβάζονται, πού πολλοί ἀκολουθοῦν τήν μόδα τῆς ἀθεΐας καί τῆς ἀπιστίας, νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός νά κρατήσουμε τήν ἀληθινή πίστι τῶν Πατέρων μας, πού παρελάβαμε ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς καί προγόνους καί πνευματικούς καί διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τήν πίστι νά κρατήσουμε ἕως θανάτου γιά νά ἀξιωθοῦμε νά παραδώσουμε εἰς τόν Θεόν τήν ψυχήν μας ὄχι ἐν ἀπιστίᾳ, ὄχι ἐν ὀλιγοπιστίᾳ, ἀλλά μέ πίστι εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν καί μέ ὅσα παραδίδει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία.

Εὔχομαι ὁ Προφήτης Ἠλίας νά εἶναι βοηθός μας καί συναντιλήπτωρ, ἀλλά καί νά μᾶς βοηθάει στά κρίσιμα οἰκολογικά θέματα πού περνᾶμε τώρα, τούς καύσωνες, τήν ἀνομβρία, τίς πυρκαϊές καί τά λοιπά, διότι κάνει καί πολλά τέτοια θαύματα ὁ Προφήτης Ἠλίας.

Εἴθε ὁ ζηλωτής Προφήτης, πού μέ τήν πύρινη προσευχή του ἔκλεισε τόν οὐρανό ἐπί τριάμισυ χρόνια καί ἐπῆλθε ἀνομβρία καί ξηρασία, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης μεγάλης ἀσέβειας καί μετά ταῦτα ξανάφερε τήν βροχή καί τήν εὐλογία, βλέποντας τήν μετάνοια καί τήν ἀνάνηψί μας, νά φέρη τήν πνευματική δροσιά τοῦ Οὐρανοῦ στίς ψυχές μας καί νά μᾶς ὁδηγῆ μέ τίς θεοπειθεῖς πρεσβεῖες του εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας καί τοῦ ἁγιασμοῦ μας. Ἀμήν.-

(Πηγή: imkythiron.gr)

O άνθρωπος που «έδεσε τα μάτια» στον Χριστό!

Απίστευτο συγκλονιστικό γεγονός στην κομμουνιστική Ρωσία του 1932.

Το συνταρακτικό γεγονός που θα διηγηθούμε συνέβη στην περιοχή Narymsk της Ρωσίας, στο βόρειο τμήμα της επαρχίας του Τόμσκ, το 1932 ή το 1933.

Στο μέρος αυτό είχαν εγκατασταθεί οικογένειες εξόριστες από το κομμουνιστικό καθεστώς.

Κάποτε κάποιοι από τους εξορίστους έφτιαχναν ένα σταύλο για τα άλογα. Αυτοί έδωσαν εντολή σε μία γυναίκα που ζούσε εκεί δίπλα, ονόματι Μαρία Ιβάνοβνα, να τους μαγειρεύει, ενώ οι ίδιοι τής έφερναν τα τρόφιμα που θα μαγείρευε. Όταν έφτασε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, αυτοί που δούλευαν τής έφεραν να τους μαγειρέψει κρέας.

Η γυναίκα τούς απάντησε:

-Τώρα είναι Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Είστε πιστοί άνθρωποι! Πώς μπορείτε να τρώτε κρέας μέσα στη νηστεία; Δεν μου πάει να σας το μαγειρέψω.

Ο επικεφαλής της είπε:

-Δεν είναι δική σου δουλειά αυτό. Μαγείρεψε! Οι άνδρες δουλεύουν και εσύ πρέπει να τους ταΐσεις. Εάν δεν θέλεις το κρέας, μην το τρως εσύ!

Οι άνδρες ήλθαν να φάνε. Ήταν δέκα. Η Άννα είχε φτιάξει σούπα με κρέας. Μαγείρεψε το κρέας όπως την διέταξαν, αλλά η ψυχή της ήταν στενοχωρημένη. «Πώς μπορείτε να το φάτε; Ξέρετε, είναι περίοδος νηστείας τώρα».

Η γυναίκα έφυγε από την κουζίνα. Πάνω από το τραπέζι είχε κρεμάσει μία εικόνα του Χριστού.

Οι άνδρες ένιωσαν άβολα. Μόνο ο Ιβάν φάνηκε «τολμηρός».
Πήρε μία πετσέτα που κρεμόταν πάνω σε έναν πάγκο και γέλασε:

-Θα δέσουμε τα μάτια του Θεού και έτσι δεν θα δει ότι τρώμε κρέας. Έτσι δεν θα είναι αμαρτία!

Έτσι έδεσαν τα μάτια της εικόνας.
Η οικοδέσποινά τους δεν είδε τίποτε από αυτά που έκαναν.
Μετά το γεύμα, ο έξυπνος τύπος άρχισε να λύνει τα μάτια της εικόνας, λέγοντας: -Να! Ο Θεός δεν είδε τίποτε! Η Άννα Ιβάνοβνα τον είδε.

-Τί κάνεις, Ιβάν; Έχασες τα λογικά σου; Γρήγορα να ζητήσεις συγχώρεση; Τον μάλωσε όσο μπορούσε, αλλά ο Ιβάν μόνο γέλασε:

-Εάν υπάρχει Θεός, ας με τιμωρήσει. Κοίταξε: μας έχουν πάρει τα πάντα, μας έχουν εξορίσει και ο Θεός δεν έχει τιμωρήσει κανέναν!

-Πού είναι λοιπόν ο Θεός; Δεν πιστεύω πια ότι Αυτός υπάρχει.

Όταν γύρισε σπίτι του, είπε στην γυναίκα του, την Ευδοκία, τί είχε κάνει.

-Πω, πω! Τί έκανες; Ζήτα συγχώρεση, μετανόησε!, του είπε εκείνη κατατρομαγμένη.

Όμως αυτός επανέλαβε τα ίδια: «Εάν πραγματικά υπάρχει Θεός, ας με τιμωρήσει».

-Πώς μπορείς να λές τέτοιες ανοησίες; Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει.

-Μην κλαίς, Ευδοκίτσα μου. Εάν είναι να υποφέρω, θα υποφέρω. Τουλάχιστον θα γνωρίζω ότι υπάρχει Θεός.

Η γυναίκα του σηκώθηκε το πρωί και άρχισε να κάνει δουλειές στην κουζίνα. Αυτός την ακολούθησε και προσπάθησε να ανάψει την λάμπα πετρελαίου, ανάβοντας ένα σπίρτο.

Η γυναίκα του εξεπλάγη.

-Γιατί ανάβεις την λάμπα, Ιβάν; Ο ήλιος έχει ανέβει, έχει φωτίσει για τα καλά.

-Τί εννοείς; Είναι σκοτάδι!

Το σπίρτο έκαιγε στα δάχτυλά του, αλλά δεν το έβλεπε. Μετά πήρε ένα δεύτερο σπίρτο.

Η γυναίκα του πήρε το σπίρτο, το άναψε μπροστά στα μάτια του και τον ρώτησε: «βλέπεις τώρα;».

Όμως αυτός ψαχούλευε γύρω από το τραπέζι όπου ήταν η λάμπα. Δεν έβλεπε τίποτε, ούτε το σπίρτο ούτε τον ήλιο. Μαύρη νύχτα είχε πέσει στα μάτια του. Η γυναίκα του άρχισαν να τρέμει και να θρηνεί: ο άνδρας της είχε τυφλωθεί! Ο Ιβάν κατάλαβε: ο Κύριος του είχε πάρει την όραση. Άρχισε να κλαίει. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχε Θεός!

-Γρήγορα να πάμε στο νοσοκομείο, του είπε η γυναίκα του.

-Γιατί να πάμε στο νοσοκομείο; απάντησε ο Ιβάν. Ο Θεός με έχει τιμωρήσει. Το νοσοκομείο δεν θα βοηθήσει.

Η Ευδοκία έπεσε γονατιστή μπροστά στις εικόνες για να ικετεύσει για τον άνδρα της.

-Γιατί κλαις; είπε ο Ιβάν. Μόνος μου το ζήτησα. Η τιμωρία έχει έλθει. Την επόμενη νύκτα είδε ένα όνειρο. Ο Κύριος ήλθε κατευθείαν από την εικόνα την οποία είχε χλευάσει ο Ιβάν και του είπε:

-Εσύ μου έδεσες τα μάτια και εγώ σου έδεσα τα μάτια. 40 μέρες αργότερα, τα μάτια του έγιναν καλά. Η γυναίκα του Ιβάν προσευχόταν με μεγάλη θέρμη.

Και ο Ιβάν έγινε ένας μεγάλος κήρυκας της Ορθόδοξης πίστης.

Το περιστατικό καταγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο του Πρωθιερέα Βαλεντίν Biryukov, «On Earth We’re Just Learning How to Live», μετάφραση (στα αγγλικά) Αδελφότητας Αγίου Γερμανού της Αλάσκας, 2016, σελ. 137-140.

Το θαύμα αυτό αποδεικνύει ότι οι εικόνες δεν είναι «μπογιατισμένα ξύλα», όπως ισχυρίζονται σύγχρονοι κακόδοξοι εικονομάχοι και ότι όποιος προσβάλλει μία εικόνα, προσβάλλει το πρόσωπο που εικονίζεται σε αυτήν, προσβάλλει τον ίδιο τον Θεό.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν πρέπει να προκαλούμε τον Θεό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Κύριος έδειξε έλεος στον Ιβάν, γιατί είχε περάσει ως εξόριστος τόσες δυσκολίες και διωγμούς από το άθεο καθεστώς, που ήταν επόμενο να κλονίσουν την πίστη του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποιος άνθρωπος, που έχει αμφιβολίες, μπορεί να χλευάζει μία εικόνα, πιστεύοντας ότι ο Κύριος θα δείξει την ίδια ευσπλαγχνία. «Ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου».

πηγή: http://www.vimaorthodoxias.gr/