ΤΑΡΣΩ-Ένα κομμάτι ασκητικής ερήμου στην Αττική γη…!

Καρδιακά με τιμή στους απανταχού δια Χριστόν Σαλούς

Γιώργος Κουτσοδιάκος

Tarso me 3 asteria Panagias !

Την πρόταση Ζωής που Ευαγγελίζεται ο Χριστιανισμός δεν είναι έτοιμες συνταγές, δεν είναι η ατομική τακτοποίηση μας, ούτε ο εφησυχασμός που γεννιέται από την τήρηση εξωτερικών τύπων. Αλλά «είναι αγώνας, για να γίνει κανείς γνήσιος, να μπορέσει να σπάσει τον ατομικισμό του και να ανοιχτεί πραγματικά στον άλλον.»2

Αντάξιοι φορείς που επιβεβαιώνουν αυτήν την μαρτυρία της Εκκλησίας αδιάκοπα μέσα στην ιστορία είναι και οι δια Χριστόν σαλοί που «έρχονται να μας θυμίσουν τον χαρακτήρα της ¨μωρίας¨ του ευαγγελικού κηρύγματος, το ασυμβίβαστο της σωτηρίας και της αγιότητας με την ικανοποίηση που δίνει η κοινωνική υπόληψη και η αντικειμενική αναγνώριση της αρετής.»3

Τι ακριβώς όμως είναι ένας δια Χριστόν σαλός; «Αντιλαμβανόμαστε πως ο σαλός είναι ένας ξένος. Είναι απαλλαγμένος από τους συνηθισμένους δεσμούς της οικογενειακής ζωής – ¨δεν είναι γιός κανενός, αδελφός κανενός, πατέρας κανενός¨- άστεγος, περιπλανώμενος, συχνά ένας εξόριστος. Συνήθως δεν είναι ερημίτης, και περνά τη ζωή του συνεχώς παρέα με άλλους ανθρώπους. Ωστόσο, παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ξένος, εξόριστος, στο περιθώριο της οργανωμένης κοινωνίας ,μέσα στον κόσμο, αλλά « ουχί εκ του κόσμου». Ο σαλός είναι ελεύθερος , ένας ξένος – και επομένως ικανός, να εκπληρώνει έναν προφητικό ρόλο»4

Μια ανάλογη περίπτωση δια Χριστόν σαλότητας ήταν και η μακαρία γερόντισσα Ταρσώ, που ασκήθηκε όχι σε κάποια μακρινή Θηβαϊδα της Ανατολής ή του Βορρά , αλλά κάπου εδώ κοντά μας ( ανάμεσα μας ) στα Μεσόγεια , σε ένα γυναικείο μοναστήρι της Κερατέας. Η δια Χριστόν Σαλή Ταρσώ ( ή Ταρασία ) Ζαγοραίου γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του 1910 στο χωριό Ρογό, της περιοχης Κορθίου της Άνδρου και ήταν η μικρότερη από τα έξι παιδιά της οικογενείας της.5

Βρισκόταν περίπου στην ηλικία των 14 ετών όταν κλήθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να παλέψει στο αγώνισμα της δια Χριστόν σαλότητας. Η κλίση της Ταρσώ μας ενδιαφέρει για αρκετούς λόγους για τους οποίους θα γίνει αναφορά στην πορεία του κειμένου.

Είναι προφανές ότι στον Ελλαδικό χώρο δεν έχουμε καταγεγραμμένες πληροφορίες – μαρτυρίες μιας Γυναικείας δια Χριστόν σαλότητας , εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπως π.χ. της Σοφία Χορτοκορίδου από την Βόρεια Ελλάδα, η οποία και πάλι δεν δείχνει τόσο ακραία σαλότητα όσο εκείνη της Ταρσώς. Αντίθετα, στην Ρωσία η ασκητική αυτή πρακτική εφαρμόστηκε κυρίως κατά το 18ο και 19ο αιώνα , όπου υπήρχε μεγάλο πλήθος δια Χριστόν σαλών ανδρών και γυναικών ` μάλιστα υπάρχουν μαρτυρίες ότι αρκετοί χριστιανοί καθοδηγούνταν πνευματικά από αυτούς.

Η μητέρα της Ταρσώς είχε μια εκκλησιαστική ιδιαιτερότητα που νομίζω ότι αξίζει να αναφερθεί. Ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο , όταν κάποια μέρα αποφάσισαν να επισκεφτούν την Ιερά μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσης, στην Κερατέα6 για να «θεραπευθεί» η κατά κοινή ομολογία άρρωστη Ταρσώ (οι ψυχίατροι είχαν ήδη διαγνώσει «σχιζοφρένεια» και της είχαν κάνει λοβοτομή!)7

Ήταν δηλαδή δυο φορές «τρελή». Μια φορά για τον κόσμο , σύμφωνα με την ψυχιατρική διάγνωση και μια φορά για τον Χριστόν.8 Μείνανε αρκετό διάστημα στο μοναστήρι και στο μεταξύ η Ταρσώ αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμα… αυτό το λίγο ακόμα τελικά ήταν ολόκληρη η ζωή της.9

Η στάση της Ταρσώς για το ημερολογιακό ζήτημα έχει εξίσου ιδιόμορφο ενδιαφέρον. Σε ερωτήσεις που της απηύθυναν διάφοροι πιστοί που την επισκέπτονταν στο μοναστήρι για το ποιο ημερολόγιο πρέπει να ακολουθούν η ίδια απαντούσε , ως εξής : «Για το ημερολόγιο, αν θα πας με το νέο ή με το παλαιό, σε αυτό είσαι ελεύθερη να κάνεις ότι θέλεις. Μόνο να είσαι μέσα στην Εκκλησία»10 και αλλού πάλι : «Γιατί, πειράζει να δοξάζεται δυο φορές ο Θεός ;»11

Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για συγκυρία, αλλά σχεδόν παρόμοια λόγια με αυτά τα τελευταία της Ταρσώς «πειράζει να δοξάζετε δυο φορές ο θεός ;», είχε εκφράσει και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας κ Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος σε μια ομιλία του σε νεανική σύναξη , αναφερόμενος για μια ζεστή ενορία Ρωσσοπόντιων στους Θρακομακεδόνες, που πρόσφατα αποφάσισαν ότι θέλουν να ανήκουν κανονικά στην μητρόπολη Μεσογαίας κ Λαυρεωτικής και να εξακολουθούν να ακολουθούν το Ιουλιανό ημερολόγιο .

Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι και ο ίδιος ο Σεβ. κ. Νικόλαος είχε συναντήσει πριν μερικά χρόνια στο Άγιον ¨Ορος έναν Ρουμάνο δια Χριστόν Σαλό, τον πατέρα Ηρωδίωνα. Μετά από την συνάντηση που είχε μαζί του διηγείται εξομολογητικά τα εξής : «Έφυγα και ξαναβυθίστηκα στα σκουπίδια του εαυτού μου. Εκείνος έμεινε πατώντας πάνω στα σκουπίδια της λογικής αυτού του κόσμου. Τον σκεπτόμουν και θαύμαζα την αντοχή και τον ηρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ενώ αντιλαμβάνομαι την αξία και το μεγαλείο της λογικής του, δεν μπορώ να συλλάβω την δομή της. Σίγουρα η λογική είναι μεγαλύτερη εκτροπή από την διά Χριστόν σαλότητα. Ίσως όμως και ο σταυρός της να είναι τελικά βαρύτερος από τον σταυρό του π. Ηρωδίωνα.

Πάνω στο πανεπιστήμιο των σκουπιδιών και της σαλότητος, τόλμησα να προβάλω την λογική, την αίγλη και την φινέτσα της νωπής τότε εμπειρίας μου στο Harvard και το ΜΙΤ. Τότε άρχισαν τα σκουπίδια να ευωδιάζουν σαν λουλούδια, τα ζωύφια να μεταμορφώνονται σε πουλάκια, οι ξεσχισμένες σακούλες σε πτυχία και δημοσιεύματα· και ο π. Ηρωδίων πολύ πιο «έξυπνος», πολύ πιο πετυχημένος από τους Νομπελίστες καθηγητές μου! Η λογική τους έμοιαζε με αγωνιστικό αυτοκίνητο· η λογική της διά Χριστόν σαλότητος με πύραυλο. Το πρώτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. την ώρα. Το δεύτερο από 29.000 χλμ. την ώρα και πάνω. Το πρώτο κινείται οριζόντια. Το δεύτερο κατακόρυφα. Στην μία περίπτωση, αν υπερβείς το όριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στην δεύτερη, αν το ξεπεράσεις, εκτοξεύεσαι· ξεπερνάς την βαρύτητα της γης· διαφεύγεις· ελευθερώνεσαι. Οι πρώτοι, οι λογικοί, όσο κι αν τρέχουν πατάνε στην γη. Ο π. Ηρωδίωνα έφυγε από αυτόν τον κόσμο χωρίς να την έχει ακουμπήσει. Χωρίς να τον έχει ακουμπήσει…».12

Επανερχόμενοι λοιπόν στην σκέψη της Ταρσώς διασαφηνίζεται ότι το ημερολογιακό δεν την απασχολούσε. Αυτή είναι η εξέχουσα Οδό των Αγίων της μιας και αδιαίρετης Εκκλησίας, που δεν φυλακίζει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος σε σεχταρισμούς , σχίσματα και ομαδοποιήσεις, αλλά την αφήνει να κινηθεί ελεύθερα στην Εκκλησία των θεσμών αλλά και των καρδιών!

Για όσους δισταγμούς μπορεί να υπάρχουν για την εκκλησιολογική της τοποθέτηση «ο Θεός με τα χαρίσματα που τις έδωσε μας απήλλαξε από κάθε δισταγμό»13

Δυο ακόμα από τα στοιχεία που έχουμε για την Ταρσώ είναι ότι ήταν άριστη μαθήτρια , είχε υπερεπαρκή μορφωτική κατάρτιση και θα μπορούσε σε άλλες συνθήκες ζωής, να έχει τη δυνατότητα να μελετά πατερικά βιβλία και να αναπτύσσει την πνευματική της γνώση με τη συνεργία και του δικού της νου` εκείνη φαίνεται ότι προτίμησε να παραδώσει ολόκληρο τον εαυτό της και επομένως και την πνευματική της κατάρτιση σε θεογνωσία, στο φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ήταν όντως διδακτή Θεού!14

Επίσης ήταν αρκετά όμορφη , τόσο ώστε « φρόντιζε ιδιαίτερα να κρύβει το ωραίο της πρόσωπο και τα ωραία μάτια της, που αν τα πρόσεχες κάποιες φορές έδειχναν σαν ένα κομμάτι διαμαντένιου ουρανού!»15 Φανταστείτε πόσα θα είχε να μας πει μια τέτοια αντικομφορμιστική πρόταση ζωής απέναντι σε μια κοινωνία του θεάματος που λατρεύει ναρκισσιστικά το «αυτόείδωλό» της…την «αιώνια» ομορφιά της!

Η Ταρσώ δεν συγκαταλέχθηκε ποτέ στην αδελφότητα της μονής. Οι μοναχές είχαν «ενοχληθεί» από την σαλή συμπεριφορά της , γιατί μίλαγε «παράξενα», κορόιδευε και επιτιμούσε τους ξένους που επισκέπτονταν το μοναστήρι , γι αυτό και της είπαν να φύγει από τον ξενώνα της μονής. Έτσι η μόνιμη κατοικία της Ταρσώ ήταν για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα τα μαντριά μαζί με κάποια χαλάσματα της μονής , τα χωράφια και το ύπαιθρο…κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν και που έβρισκε υπόστεγο στις μεγάλες βροχές και στις κακοκαιριες.16

Θυμάμαι όταν πριν από δυο χρόνια επισκέφθηκα την Μονή για να πάω στο τάφο της Ταρσώς , κάποιες φιλόξενες και ευγενέστατες μοναχές δεν με «προέτρεψαν» να τον δώ. Καθώς έκανα μια βόλτα στο προαύλιο της μονής, βρέθηκα μπροστά σε ένα δέντρο ` είχα διαβάσει από τον βιογραφία της , ότι σε αυτό το δέντρο την έδεναν σε μέρες «αβάστακτης» σαλότητας ` δηλαδή όταν ξεπέρναγε τα «όρια» της δικιάς μας «λογικής». Προς έκπληξή μου το δέντρο είχε ξεραθεί! Δεν ξέρω, αλλά αμέσως μου ήρθε στο νου η περίπτωση της κατάληξης ενός άλλου δέντρου που είχε συναντήσει ο Χριστός. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει ότι : « Ξαναπηγαίνοντας ο Ιησούς το πρωί στην πόλη, πείνασε. Βλέποντας στο δρόμο μια συκιά, ήρθε κοντά της, μα δε βρήκε παρά μόνο φύλλα ` και της λέει : «Ποτέ πια να μην ξαναβγάλεις καρπό!» Κι αμέσως ξεράθηκε η συκιά.17 Στο παρόν περιστατικό η διάθεση του Χριστού δεν έχει να κάνει σχέση αποκλειστικά με την «πείνα του» ! Αυτό που επιθυμεί αχόρταγα ο Χριστός είναι να μας αναγάγει όλους στο δικό του χορτασμό. Σε μια προτρεπτική και αγαπητική ζηλοτυπία, στον μανικό έρωτα Του για τον κτιστό άνθρωπο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι λυπάται όταν βλέπει τον άνθρωπο «χορτασμένο» με άλλες «αγάπες» αρνούμενος να συμμετέχει στις άκτιστες ενέργειες του ή επιμένοντας να παραμένει «αυτόνομος» , άκαρπος και ξερός. Η πείνα και η δίψα είναι στοιχεία που οδηγούν τον άνθρωπο σε τραπέζια με φαγητό και πηγές με νερά …εξαρτάται από τον καθένα σε τι είδους τραπέζια θα εμπιστευτεί την πείνα του και σε ποιες πηγές την δίψα του. Αν η πορεία αναζήτησης αρχίζει αφετηριακά και τελειώνει εσχατολογικά ως πείνα και δίψα για μετοχή στην Ενυπόστατη ελπίδα, τότε μπορεί να αυξηθεί και να καρποφορήσει … είτε πρόκειται για δέντρα, είτε για ανθρώπους (όπως η Ταρσώ ) , είτε για μονές …μπορεί όμως και να ξεραθεί αν νοηθεί ως «χορτασμός» η χάρις του Αγίου Πνεύματος σε μια υποτιθέμενη «χαρισματικότητα» των προσώπων ή σε άλλες ομολογιακές αγκιστρώσεις ! Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός μακαρίζει αυτούς που πεινούν ενώ αντίθετα λέει αλίμονο στους χορτασμένους!18

Η Ταρσώ λοιπόν αν και δεν είχε «που την κεφαλήν κλίνη»19 Ζούσε αδιάλειπτα την εκκλησιαστική ζωή, με την αδιάλειπτη, εικοσιτετράωρη προσευχής της, εσπερινός, απόδειπνο, μεσονυκτικό και όρθρος στην εκκλησιαστική του τυπική μορφή , και αποτελούσαν την σπονδυλική στήλη της αδιάλειπτης αυτής προσευχής.20

Όσοι την γνώριζαν , είχαν την αίσθηση ότι είχε για σπίτι της όλη την Εκκλησία. Γι ‘ αυτό και έδινε τόση λίγη σημασία στην ορατή κατοικία.21

Για την Ταρσώ η Εκκλησία ήταν τα πάντα και ο εαυτός χαριζόταν στην χάρη του Θεού ως ένα τίποτα … η ίδια συνήθιζε να λέει «Δεν είμαι τίποτα. Δεν έχω τίποτα. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα!»(σ.177) Εκφράζοντας με την αποστολική της ρητορεία αυτό που ένας άλλος «τρελός» για τον Χριστό, ο απόστολος Παύλος είχε πει περίπου 2000 χρόνια πριν : Τίποτα δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε.22

Τα λόγια του Χριστού «Ο Πατέρας μου εξακολουθεί να εργάζεται ως τώρα, γι΄ αυτό κι εγώ εργάζομαι»23 ήταν αδιάκοπα στο στόμα της με το να λέει στους συνομιλητές της διαρκώς ότι πέθανε για τον κόσμο , δεν είχε δικό της θέλημα, ακολούθησε την πρακτική οδό , έδωσε την ζωή της στον Χριστό και από τότε δουλειά, δουλειά…δουλειά!24

Την γερόντισσα Ταρσώ με την αποστολική της διαφάνεια και την ευαγγελική της μωρία, φαίνεται να μην κατάλαβαν όσοι την έκριναν με τα αυστηρά κριτήρια ενός κατεστημένου καθωσπρεπισμού, γι ‘ αυτό και «σκανδαλίσθηκαν».

Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι οι δια Χριστόν σαλοί εμφανίζονταν συνήθως εντονότερα σε περιόδους όπου ορισμένα μέλη της Εκκλησίας κόντευαν να χάσουν τον εσχατολογικό τους προσανατολισμό. Κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου λοιπόν ο Κύριος του Θερισμού καλεί «ως έσχατους» τους δια Χριστόν Σαλούς για να καλέσει τους πρώτους ξανά στην εσχατιά της δική Του Βασιλείας.25

Στην κατανόηση και κυρίως στη βίωση της εν Χριστώ μωρίας δεν μπορεί να εισέλθει κάποιος με το κουστούμι της κατά κόσμο κοινωνικής αξιοπρέπειας, που συνήθως αποτελεί επίφαση μια δουλείας του ανθρώπου στις φανερές ή λανθάνουσες εγωιστικές μας καταβολές.26

Το ασκητικό μονοπάτι που ακολούθησε με τρόπο απόλυτο η γερόντισσα Ταρσώ είναι όμοιο με εκείνων που « εξακολουθούν να μην έχουν καμιά ιδέα για τον εαυτό τους…-ενώ – έχουν μεγάλη ιδέα για τον Θεό. Και μόλις φανεί ότι ο κόσμος τους τιμά, παραξενεύονται, δυσανασχετούν, συστέλλονται. Και κρύβονται , είτε στην έρημο είτε πίσω από το παραπέτασμα κάποιας πλαστής μωρίας και σαλότητος…γι’ αυτό… και φανερώνονται ευκρινέστερα, όταν φύγουν, όταν μεταστούν προς Κύριον.27

1. Ιωάννου Κ. Κορναράκη , Ταρσώ η δια Χριστόν Σαλή, σ.17,εκδ. Ιερού κελλίου Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον όρος 2003)

2. Θέματα Χριστιανικής Ηθικής Γ ΄Λυκείου, Οι εξτρεμιστές της ελευθερίας. Η περίπτωση των δια Χριστόν Σαλών, σελ. 51)

3. Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, Ένα ιστορικό παράδειγμα : Η πρόκληση των δια Χριστόν Σαλών, σελ. 94

4. Επίσκοπος Κάλλιστος Ware, Η εντός ημών Βασιλεία, ο δια Χριστόν ως προφήτης και Απόστολος, σ.243, εκδ.Ακρίτας,2006

5. Ι. Κορναράκη , Ταρσώ η δια Χριστόν Σαλή, σ.35

6. ο.π. σ. 41 7. ο.π. σ. 38 8. ο.π. σ. 39 9. ο.π. σ. 41 10. ο.π. σ.80 11. ο.π. σ.54

12. Μητροπολίτου Μεσογαίας κ Λαυρεωτικής κ. Νικολάου , Άνθρωπος Μεθόριος , σελ.79-80, εκδ. Εν Πλώ 2005

13. Ταρσώ η δια Χριστόν σαλή, σ.78 . 14. ο.π. σ. 35 ,106 15. ο.π. σ.46) 16. ο.π. σ. 42-43

17. Ματθαίος 21 : 18-19 18. Λουκάς 6 : 21 – 25 19. Ματθαίος 8 : 20

20. Ταρσώ η δια Χριστόν σαλή , σ. 53 20. ο.π. σ. 56

22. Ιωάννης 5 : 15 23. Κορινθίους Β’ 5 : 10

24. ο.π. σ.129

25. Κορινθίους Α’ 4: 8-13

26. ο.π. σ. 181

27. αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης , Φώς Χριστού φαίνει πάσι, σελ. 53-54

Αναρτήθηκε από aiakeidis στις 1:49 μ.μ.

——————————————————————————————–

Ταρσώ δια Χριστόν Σαλή-Tarso ανόητος για τον Χριστό

Η διά Χριστό Σαλή Ταρσώ (Ταρασία)

της Ιεράς Μονής Παναγίας Κερατέας (1989)

Η. Σύγχρονη Οσία Ταρσώ Η. Δια Χριστόν Σαλή καταγόταν ΑΠΌ ΝΑΥΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Της Άνδρου ΚΑΙ ΤΗΝ κατά νεανική Της ΗΛΙΚΙΑ, θεωρώντας η οικογένεια της ότι πάσχει από ψυχική νόσο, η μητέρα της την έφερε στην Ιερά Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας Αττικής της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ . Ελλάδος, όπου με την προσευχή του Αγίου Πατρός και Ομολογητού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ματθαίου θεραπεύθηκε αλλά στη συνέχεια και με την προτροπή του αγίου Ιεράρχου Ματθαίου αγωνίστηκε στο πνευματικό στάδιο των αρετών ως «μωρή δια Χριστόν» ως το μακάριο τέλος της όπως κα άλλοι μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας . Για 50 χρόνια έζησε σε δάσος έξω από την Μονή, σε πρόχειρες καλύβες πού η ίδια έκτιζε, ζώντας στο ψύχος του χειμώνα και τον καύσωνα του Καλοκαιριού, φορώντας ένα πέτσινο λουρί στο πρόσωπό της ενώ φρόντιζε να καταπονεί το σώμα της προς μεγαλύτερη άσκηση!

Σύμφωνα με πάρα πολλές μαρτυρίες, τόσο πιστών τέκνων (Γ.Ο.Χ.) της Εκκλησίας όσο και Νεοημερολογιτών) είχε παρά Θεού το προορατικό χάρισμα και η προσευχή της στο Θεό ενεργούσε θαύματα. Πώληση ΤΟ τέλος Της Ζωής Της επίγειας δέχτηκε ΝΑ ΣΕ κατοικήσει κελλί όπου και κοιμήθηκε ειρηνικά. Ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο της ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγίας Κερατέας όπου και μέχρι σήμερα φυλάσσονται τα ιερά λείψανα στην εν λόγω Ιερά Μονή από την αδελφότητα υπό την Οσιοτάτη Καθηγουμένη Βενερία Τσιανάκα και την πνευματική καθοδήγηση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Χρυσοστόμου, προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος.

Τό ΠΡΟΣΩΠΟ Της Οσίας Ταρασίας προσπάθησαν ΝΑ οικειοποιηθούν κάποιοι Νεοημερολογίτες κληρικοί, προσπαθώντας να αμαυρώσουν, σε βιβλία που τους απέδωσαν πολλά χρήματα, την Ορθόδοξη ομολογία της και την απλή αλήθεια ότι η Οσία Ταρασία (Ταρσώ) παρέμεινε έως το τέλος της πιστό τέκνο της Εκκλησίας Γ. Ο.Χ. Ελλάδος και αποτελεί μία ακόμη αγία μορφή που στολίζει την μαρτυρική Εκκλησία μας και την αγιάζει δια των λειψάνων της που ο Άγιος Τριαδικός Θεός οικονόμησε να βρίσκονται στην κατοχή της Κανονικής Ακαινοτομήτου Εκκλησίας.

+ + + + + + + + + + + + + + + + + + + +

Tarso (Tarasia) για ανόητος Χριστού

της Μονής της Παναγίας στην Κερατέα (1989)

Σύγχρονη Δίκαιος Tarso για ανόητος ο Χριστός καταγόταν από ναυτική οικογένεια της Άνδρου και σε νεανική ηλικία, θεωρώντας την οικογένεια που πάσχει από ψυχική ασθένεια, η μητέρα της την έφερε στην Ιερά Μονή της Θεοτόκου «Pefkovounogiatrissa» στην Κερατέα Αττικής της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. από Ελλάδα, όπου η προσευχή του Αγίου Πατρός και Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ομολογητής Matthew της επουλωθεί, αλλά στη συνέχεια, με την προτροπή του Αγίου Πατρός Ματθαίου της πολέμησαν στην πνευματική κατάσταση των αρετών ως «ανόητο εν Χριστώ» μέχρι το τέλος της ευλογημένος όπως και άλλες μεγάλες άγιοι της Εκκλησία. Για 50 χρόνια έζησε σε ένα δάσος έξω από το μοναστήρι σε παράγκες που ήταν κτίριο, που ζουν στο κρύο του χειμώνα και τη ζέστη του καλοκαιριού, φορώντας ένα δερμάτινο λουρί στο πρόσωπό της και τονίζοντας το σώμα της να ασκεί περισσότερο! Σύμφωνα με πολλές εκθέσεις, τόσο του πιστός Παιδιά (Γ.Ο.Χ.) της Εκκλησίας και Νεοημερολογίτες, ήταν δυναμική με τη χάρη του Θεού και την προσευχή της στο Θεό δράσης θαύματα. Προς το τέλος της επίγειας ζωής του, είχε συμφωνήσει να σταθώ στο κελί του, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο της ιστορικής Μονής της Παναγίας στην Κερατέα, όπου μέχρι σήμερα φυλάσσονται τα ιερά λείψανα σε αυτό το μοναστήρι της Αδελφότητας κάτω από τον ιερό Abbot Veneria (Τσιανάκας) και κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Μακαριωτάτου Πρώτη Ιεράρχης Χρυσόστομος και Θηβών Λιβαδειά, ο πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Γνήσια Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδα. Το πρόσωπο της Δίκαιος Tarso είχε προσπαθήσει να μεταβιβαστεί από ορισμένες Νεοημερολογιτών κληρικοί προσπαθούν να δυσφημήσουν σε ένα βιβλίο, με την έννοια ότι κέρδισε manymoney, η Ορθόδοξη ομολογία και η απλή αλήθεια Δίκαιος ότι Tarso παρέμεινε μέχρι το τέλος πιστός ιερό παιδί της Εκκλησίας της ΚΟΕ Ελλάδα και αυτό είναι μια άλλη ιερή μορφή που κοσμεί Εκκλησία μάρτυρας μας και είμαστε αγιασμένοι μέσω κειμήλια της ότι από την Αγία Τριάδα Ο Θεός είναι στην κατοχή της κανονικής παραδοσιακή Εκκλησία.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πολλοί άνθρωποι, θεωρούν ότι στις μέρες μας, είναι χαζό να πιστεύεις στο Θεό και τους αγίους Του.

Ακόμη, όσοι κληρονόμησαν την πίστη ως μια εποχική οικογενειακή συνήθεια ή παράδοση, νομίζουν ότι οι άγιοι και η αγιοσύνη αφορούν άλλες εποχές που περιγράφονται σε παλιά θρησκευτικά βιβλία και δεν μπορούν να υπάρξουν στις μέρες μας.

Κάποιοι άλλοι που ταλαντεύονται στην πίστη τους, με την δικαιολογία οτι δέν είχαν την τύχη να γεννηθούν π.χ. στα χρόνια του Χριστού, ή να ζήσουν στην εποχή κάποιου χαρισματικού αγίου της εκκλησίας που εφάρμοζε όσα δίδασκε, πιθανόν όσα θα έβλεπαν με τα μάτια τους, να τους έκαναν να πιστέψουν πραγματικά.

Επειδή όμως ως σήμερα δεν έχουν βιώσει την πνευματικότητα προσωπικά, δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να πιστέψουν.

Τις ίδιες χαζές δικαιολογίες θυμάμαι, είχα υιοθετήσει κι εγώ στα νιάτα μου.

Όμως, Ο δίκαιος Θεός δίνει σε ΟΛΟΥΣ (ιδιαίτερα δε σε όσους είναι ανήσυχοι και ερευνούν) αρκετές ευκαιρίες να Τον γνωρίσουν, άσχετο εάν δεν κάνει εξόφθαλμα αντιληπτή την παρουσία Του.

Πριν 27 χρόνια, παρασυρμένος από μια παρέα συνομηλίκων μου (εικοσάχρονων τότε παιδιών) να επισκεφτούμε μια γερόντισσα με μοναδικά χαρίσματα, είχα την τύχη να γνωρίσω την γερόντισσα Ταρσώ στο τραγικό παράπηγμα 3-4 τετραγωνικών με τσιμεντόλιθους που χρησιμοποιούσε για να ζει στην Κερατέα.

Παρ όλη την ρηχότητά μου στα πνευματικά και την θρησκεία, ήταν εμφανές πως η «γερόντισσα» είχε πραγματικά πλούσια την χάρη του Θεού. Μέσα από τις παράξενες εκφράσεις της προσποιητής σαλότητας της, θυμάμαι καθαρά (γιατί μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση), ότι προφητικά, είχε δώσει λεπτομερείς λύσεις σε ιδιαίτερα θέματα και προβλήματα που αφορούσαν την προσωπική ζωή αρκετών παιδιών της συντροφιάς.

Μάλιστα σε ένα – δύο, φανέρωσε και την μετέπειτα διαδρομή της πνευματικής τους πορείας και τις δυσκολίες που θα συναντούσαν. Όπως μάλιστα διαπιστώνω σήμερα (27 χρόνια μετά), δεν έχει πέσει καθόλου μα καθόλου έξω σε τίποτα !!

Έκτοτε, κυρίως γιατί «δεν ήταν η ώρα μου» στην πίστη (παιδί της γενιάς του πολυτεχνείου βλέπετε με άλλη ιδεολογία και ανησυχίες τότε) δεν επεδίωξα να την ξαναδώ.

Φανταστείτε λοιπόν την μεγάλη έκπληξή μου, όταν 27 χρόνια μετά, έπεσε τυχαία στα χέρια μου το βιβλίο: ΤΑΡΣΩ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ από το Άγιο Όρος, που εξιστορεί την αγία ζωή της και διαπίστωσα ότι ήταν εκείνη η Αγία Γερόντισσα που αξιώθηκα τότε να συναντήσω και μάλιστα με καταγωγή από την Άνδρο!!

Θεωρώ λοιπόν υποχρέωσή μου να μεταφέρω εδώ στοιχεία της ασκητικής της ζωής, γιατί όπως διαπίστωσα στην Άνδρο, δεν την γνωρίζουν ακόμη.

Σημείωση: Υπάρχουν και άλλοι Άγιοι που έζησαν ή πέρασαν από την Άνδρο, αλλά η Γερόντισσα Ταρσώ αναφέρεται ξεχωριστά εδώ, τόσο επειδή γεννήθηκε στην Άνδρο από Ανδριώτες γονείς, όσο γιατί πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο νησί.

Άγιος δεν γίνεσαι από την καταγωγή, αλλά από τις επιλογές στη ζωή σου.

Η Ταρσώ (ή Ταρασία) Ζαγοραίου γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του έτους 1910, στο χωριό Ρογό, της περιοχής Κορθίου της νήσου Άνδρου.

Ήταν η μικρότερη από τα έξι παιδιά της οικογένειάς της.

Οι γονείς της Περικλής και Μαρία, ήσαν Θεοσεβείς και Θεοφοβούμενοι, ιδιαιτέρως δε η μητέρα της.

Ίσως την θρησκευτική ζωή της οικογένειας να επηρέασε θετικά συγγενής της μοναχός, ονόματι Γαλακτίων, ο οποίος από το 1898 έμενε σε έναν απόμερο χώρο του σπιτιού τους.

Η νεαρή Ταρσώ έτυχε άρτιας μόρφωσης για την εποχή της. τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το σχολαρχείο στη Χώρα.

Ήταν άριστη μαθήτρια, πολλές φορές πρώτη στην τάξη της.

Η Ταρσώ, σαν στερνοπαίδι, ήταν το πιο χαϊδεμένο από τα αδέλφια, γι’ αυτό και δεν την άφηναν να κάνει δουλειές. Σε μικρή ηλικία πήρε μαθήματα μαντολίνου και με την αδελφή της έπαιζαν συχνά σε συντροφιές. Οι γονείς καθώς και τα παιδιά τους, ήταν πολύ εργατικοί και έτσι υπήρχε στο σπίτι επάρκεια αγαθών. Ζούσαν σε ένα κτήμα έξω από το χωριό και η ζωή κυλούσε ήσυχα μέσα σε οπωροφόρα δένδρα, ελιές και έναν λαχανόκηπο που είχαν για τις ανάγκες τους, παρέα με τα αγελαδοπρόβατα, τα οποία τους προμήθευαν μαλλί, γάλα και τυρί.

Όταν ήταν 8 χρονών, ο θάνατος της μεγάλης αδελφής της, Πηνελόπης, σε ηλικία 20 ετών, βύθισε αυτήν και όλη την οικογένειά της στο πένθος.

Στο δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας της, άρχισε να εκδηλώνεται ο θρησκευτικός της χαρακτήρας και η διάθεσή της να ασχολείται με τα θεία.

Η ίδια ομολογεί και επισημαίνει το χρονικό σημείο της αρχής της ζωής της ευσέβειας της, λέγοντας κάποια φορά:

«εγώ έφυγα από το σπίτι μου 14 χρονών, τόσα παιδιά παίζαμε έξω από το φούρνο αλλά ήρθε ο αξιωματικός (ο άγγελος) και εμένα διάλεξε. Με πήρα στην αγκαλιά του και που με πήγε δεν ξέρω. Έπαθα αλλοίωση».

Πράγματι, φαίνεται ότι από την αποκαλυπτική αυτή χρονική στιγμή άρχισε η εμφάνιση κάποιων τρόπων συμπεριφοράς της, που προοιωνιζαν τη μετέπειτα παράδοξη πνευματική της ζωή, όπως τελικά καταστάλαξε στην ιδιότυπη δια Χριστόν σαλότητά της.

– «Εμείς είμαστε αμαρτωλοί, τι σχέση μπορούμε να έχουμε με τους αγίους;». Η μακαρία Ταρσώ είχε άλλη λογική. Ξεκίνησε τον ασκητικό της αγώνα με την απόφαση ενός θανάτου, του θανάτου του εαυτού της. Συχνά έλεγε, όταν δε μιλούσε με σαλότητα :

– «Στον τόπο τούτο μ’ έφερε μια νεκροφόρα. Να, εδώ από κάτω μ’ έφερε» (και έδειχνε το χώμα).

Έτσι, όλη της η ζωή ήταν μια προσπάθεια διαρκούς νεκρώσεως του εαυτού της. Ήταν νεκρή για όλα τα τερπνά και τα ηδέα, αλλά και τα θλιβερά του κόσμου τούτου. Και ακριβώς αυτή η νέκρωση κάθε ανθρώπινου στοιχείου στην προσωπική της ζωή, έκανε εύλογα όσους την πλησίαζαν να σκέπτονται:

– Ποιος μπορεί αλήθεια να φτάσει στα μέτρα της Ταρσώς; Αυτή είναι η εκλεκτή του Θεού!

Η μακαρία Ταρσώ διέβλεψε, χάριτι Θεού, τα δικά της μέτρα και έτσι διάλεξε το δικό της δρόμο, τη δική της οδό προς την Βασιλεία του Θεού, την οδό της σαλότητας διά Χριστόν!

Το οικογενειακό της περιβάλλον δεν ήταν φυσικά ικανό να αντιληφθεί τον υψηλό στόχο της, που φαίνονταν αφύσικος για μια τόσο μορφωμένη και ιδιαιτέρα όμορφη κόρη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, μιας επίμονης φυγής και καταφυγής στο μοναχικό βίο, η ευκολότερη αντίδραση είναι συνήθως η γνωμάτευση των οικίων, ότι «το παιδί τρελάθηκε»! Έτσι η Ταρσώ «χρειάστηκε» ψυχιατρική βοήθεια.

Όμως, η μακαρία Ταρσώ δεν ήταν τρελλή.

Ήταν πολύ πιο λογική από πολλές μοναχές της Μονής, που την θεωρούσαν τρελή και γι’ αυτό την περιφρονούσαν και την απέφευγαν. Ήταν σαλή διά Χριστόν, δηλαδή, ολόκληρη, με την ψυχή και το σώμα, με την καρδιά και το λογικό της, δοσμένη στον Σωτήρα Χριστό. Συνεπής στον Πατερικό λόγο, «Δώμεν εαυτούς τω Κυρίω εξ ολοκλήρου ίνα ολόκληρον αυτόν αντιλάβωμεν». Σε αυτό το ολοκληρωτικό δόσιμο στο Χριστό το λογικό της εφωτίζετο αδιάλειπτα από το φως του Χριστού, κατά την διαβεβαίωση του ψαλμωδού : «συ φωτίεις λύχνον μου, Κύριε ο Θεός μου, φωτίεις το σκότος μου».

Τώρα ήθελε να φύγει μακριά από τους ανθρώπους και την οικογένειά της, ποθούσε την μόνωση και την ελευθερία. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, σκεπτόταν και μιλούσε για την άλλη ζωή, προσηύχετο για τους νεκρούς συγγενείς της και μάλιστα συζητούσε μαζί τους.

Άρχισε να εκδηλώνει χάρισμα διοράσεως σε διάφορα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Ένα βράδυ, την ώρα που ετοιμάζονταν να ξαπλώσουν και η μητέρα της τελείωνε την προσευχή της, η Ταρσώ της είπε να μην κάνουν την Θ. Λειτουργία που είχαν προγραμματίσει για την επόμενη σε διπλανό χωριό, επειδή ο παπάς δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει.

Η μητέρα της έκπληκτη, την αποπήρε και η Θεία Λειτουργία έγινε. Όπως όμως απεδείχθη, η μικρή Ταρσώ με το μεγάλο χάρισμα, διέβλεψε το κώλυμα: ο ιερέας αποβραδίς είχε μεθύσει.

Εν τω μεταξύ, αφού η αδελφή της Κατίνα παντρεύτηκε στην Αθήνα, μετά το 1931, εγκαταστάθηκαν και οι υπόλοιποι εκεί. Η συμπεριφορά της και εδώ παρέμεινε η ίδια : ήρεμη, εσωστρεφής αλλά και αγαπητή σε όλους. Παρουσίαζε όμως και τα παρεξηγήσιμα σαλά καμώματά της. Το πιο ανησυχητικό ήταν ότι συχνά φορούσε ένα λευκό χιτώνα και επίσης λευκό μαντήλι και ότι έφευγε πολλές φορές προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς κανένα φόβο. Φορούσε πάντοτε παλιά παπούτσια και όταν της έδιναν κάποιο καινούργιο ζευγάρι φρόντιζε να τα «περιποιηθεί» καταλλήλως, κτυπώντας τα επίμονα με μια πέτρα για να τα κάνει όπως ήθελε αυτή.

Προπολεμικά, το 1939, της έκαναν και συνοικέσιο. Την κάλεσαν για τραπέζι στο σπίτι του γαμπρού, όπου πήγε με τον αδελφό της. Ο Θεός όμως επέτρεψε να γίνει κάποιος μικρός πειρασμός που έκανε τον αδελφό της να θυμώσει και να την πάρει αμέσως να φύγουν. Η ίδια, έφυγε με την ίδια απάθεια με την οποία είχε πάει, χωρίς να εκδηλώσει αντίδραση, ούτε δυσαρέσκεια. Ότι είχε να πει, το έλεγε μυστικά στο Νυμφίο της Χριστό και ήρεμη δεχόταν τα γεγονότα όπως έρχονται, γεμάτη εμπιστοσύνη και πίστη σε Αυτόν που την επέλεξε από μικρή ως νύμφη Του.

Το καλοκαίρι του 1940, πήγαν για παραθερισμό στην Άνδρο, όπου αποκλείσθηκαν έως το 1942. Εκεί έχασε και την καλύτερή της φίλη, με την οποία έκαναν πολύ παρέα, πράγμα που την λύπησε πολύ.

Σύμφωνα πάντοτε με πληροφορίες των συγγενών της, η σαλότητα της Ταρσώς, είχε ανησυχήσει τόσο τους οικείους της, ώστε το 1942 που επέστρεψαν στην Αθήνα για να προλάβουν χειροτέρευση της καταστάσεώς της, «την πήγαν με το ζόρι» στους ψυχιάτρους. Eκείνοι διέγνωσαν «σχιζοφρένια».

Για τους ψυχιάτρους η Ταρσώ είχε κάποια πειστικά ευρήματα μιας τέτοια ψυχοπαθολογίας.

Ισχυριζόταν ότι άκουγε φωνές κεκοιμημένων, είχε το στοιχείο της επιμονής και «άλογης» φυγής από τις κοινωνικές σχέσεις, ζητούσε την μόνωση. Αλλά οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν φυσικά να αντιληφθούν τις πνευματικές αφετηρίες της, κατ’ αυτούς, «παθολογικής» συμπεριφοράς.

Έτσι την υπέβαλαν σε μια χειρουργική επέμβαση, που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Έκαναν δύο τρύπες στο κρανίο της, στην θέση των κροτάφων, δεξιά και αριστερά, αλλά χωρίς κανένα «θεραπευτικό» αποτέλεσμα, ούτε εξάλλου βλαπτικό των διανοητικών και ψυχικών της λειτουργιών.

Πάντως με την χειρουργική αυτή ψυχιατρική επέμβαση, η Ταρσώ χαρακτηρίστηκε «επίσημα» ως τρελή.

Επέτρεψε ο Θεός να φθάσει σε μια πολύ ταπεινωτική, για τους πολλούς, κατάσταση, η οποία εντούτοις συνυπολογίζεται οπωσδήποτε στην εκούσια και ακούσια γενικώς άσκηση, στην οποία την οδήγησε ο Θεός για να τον δοξάσει από το υψηλό πνευματικό βάθρο της έσχατης, κατά κόσμο, ταπεινώσεως της δια Χριστόν Σαλότητας.

Η Ταρσώ είχε ήδη λάβει Πνεύμα Θεού, προ του πειρασμού του ψυχιατρείου.

Έτσι ο πειρασμός της αναγκαστικής της υποβολής σε ψυχιατρική χειρουργική επέμβαση ήταν από το Θεό το καθορισμένο ψυχοσωματικό υπόβαθρο της πνευματικής της σαλότητος.

Ήταν δύο φορές «τρελή». Μία φορά κατά κόσμο! Σύμφωνα με την ψυχιατρική διάγνωση! Και μια φορά κατά Χριστόν.

Ήταν έτσι περιχαρακωμένη στην έσχατη ταπείνωση.

Σε αυτήν την κατάσταση, «δεν ήταν τίποτε, δεν είχε τίποτε!».

Ίσως γι’ αυτό αργότερα έλεγε συχνά : «Μου τα πήραν όλα. Μου πήραν εκατομμύρια και δεν έχω τίποτα». Δεν είχε τίποτα. Είχε λοιπόν την δυνατότητα να αποκτήσει το παν. Την καλή αλλοίωση μέσα από την χαρισματική οδό την εν Χριστώ σαλότητος.

Το 1944, στον εμφύλιο, ενώ όλοι οι άνθρωποι ήσαν κλεισμένοι στα σπίτια τους, η Ταρσώ εξακολουθούσε να φεύγει ντυμένη στα άσπρα. Ένα βράδυ κάποιοι κτύπησαν το κουδούνι στην πόρτα της αδελφής της – εκείνη έμενε στα Εξάρχεια, στους πρόποδες του λόφου Στρέφη, όπου είχαν ανοίξει χαρακώματα οι αριστεροί και κατείχαν τον λόφο.

Η Ταρσώ έμενε με τους γονείς της, στο σπίτι τους, πίσω από το πρώτο νεκροταφείο στην Γούβα. Έντρομη η αδελφή της, που ήταν μόνη με τα τρία της μικρά παιδιά, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε μια ομάδα από ένοπλους αριστερούς, με γενειάδες, που την ρώτησαν αν έχει μια αδελφή με το όνομα Ταρσώ Ζαγοραίου.

Η αδελφή της τρόμαξε, νομίζοντας ότι είχε πάθει κάτι η Ταρσώ. Ο ένας από του ένοπλους άντρες, που φαινόταν και επικεφαλής, παραμέρισε τότε τους άλλους και έκανε τόπο στην Ταρσώ να περάσει και να μπει στο σπίτι. Στην συνέχεια λέει στην αδελφή της : «Ποια είναι αυτή που περνάει ατρόμητη μέσα από τις σφαίρες και καμιά σφαίρα δεν την αγγίζει;».

Αυτή η παράδοξη εξωτερικώς και θεία εσωτερικώς κατάσταση της μακαρίας Ταρσώς είχε φέρει σε πλήρη αμηχανία τους δικούς της, οι οποίοι πλέον δεν ήξεραν τι να σκεφτούν και τι να κάνουν.

Η αγαπημένη τους Ταρσώ, αν και είχε έναν διαφορετικό από αυτούς τρόπο ζωής, ήταν τόσο προσηνής και υπάκουη, ώστε δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε κίνηση που γινόταν «για το καλό της», εκ μέρους των άλλων.

Είδαμε ότι δεν αντέδρασε στο συνοικέσιο που της έκαναν, αλλά και υπέμεινε στο πραγματικό μαρτύριο της αδικαιολόγητης λοβοτομής, παραδομένη ολοκληρωτικά στον Κύριο και Νυμφίο της.

Εφόσον ο Ίδιος την είχε εισάγει στο μεγαλειώδες και ειδικό αυτό αγώνισμα της δι’ Αυτόν σαλότητος, ώφειλε να τον ακολουθήσει, αίροντας τον Σταυρό Του, ο οποίος είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία» (Α’ Κορ. α’, 23).

Πως ήταν δυνατόν ωστόσο, να την αφήσει ο Χριστός στα χέρια των καλοθελητών αυτών μέχρι τέλους, αφού έβλεπε ότι, από το πολύ ενδιαφέρον τους, είχαν καταντήσει επικίνδυνοι για την γνήσια δούλη Του; Έτσι, οδήγησε τα βήματά της, πάλι μέσω της υπακοής, σε τόπο όπου πλέον θα μπορούσε ανενόχλητη να ασκηθεί μαζί με άλλες ψυχές που είχαν επίσης αφιερωθεί σ’ Αυτόν.

Η μητέρα της Ταρσώς ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο και είχε κάποια σχέση με την Ι. Μονή Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης, στην Κερατέα.

Εκείνη την εποχή, που η Ταρσώ εθεωρείτο άρρωστη, με ψυχιατρική βεβαίωση (!), κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Ματθαίος, κτήτωρ και επίσκοπος της Μονής, έκανε θαύματα και ιδιαιτέρως θεραπείες.

Για το λόγο αυτό η μητέρα της Ταρσώς σκέφτηκε να συνοδεύσει την κόρη της και να φιλοξενηθούν για κάποιο διάστημα στη Μονή, μήπως γίνει το θαύμα και «θεραπευθεί» η Ταρσώ. Έτσι κάποια μέρα του 1949, την πήρε, απογοητευμένη από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και την έφερε, χωρίς να το γνωρίζει, στο οριστικό στάδιο της αθλήσεώς της.

Φαίνεται ότι εκεί έμειναν περίπου τρεις μήνες, χωρίς όμως το αποτέλεσμα που έλπιζαν και επιθυμούσαν. Έτσι, η μητέρα της Ταρσώς απεφάσισε να την πάρει να γυρίσουν στο σπίτι τους. Η Ταρσώ όμως δεν ήθελε να φύγει από το Μοναστήρι με κανένα τρόπο. Γι’ αυτό παρακάλεσε η μητέρα της να την φιλοξενήσουν για κάποιο ακόμα διάστημα.

Το διάστημα αυτό ήταν τελικά όλη της η ζωή.

Δεν συγκαταλέχθηκε στην αδελφότητα της Μονής, παρέμεινε με τις άλλες δόκιμες στον ξενώνα, όπως συνηθίζεται στην Μονή αυτή.

Διέμενε στον χώρο αυτό, υπηρετούσε στα διάφορα διακονήματα, έκανε τα σαλά της, ολοένα αυξανόμενα, και εδέχετο τις περιφρονητικές αντιμετωπίσεις των μοναχών και των λαϊκών. Παρακολουθούσε τις καθημερινές ακολουθίες που εγίνοντο για τους εκεί διαμένοντες, όπου και ανεγίγνωσκε τον Εξάψαλμο, τα Ψαλτήρια, τις Ώρες. Πολλοί ακόμη ενθυμούνται την κατανυκτική της φωνή.

Κατά την διάρκεια της εκεί παραμονής της, της ανέθεσαν το διακόνημα της αντιγραφής των χειρογράφων από το αρχείο της βιβλιοθήκης που διέθεταν, επειδή η Ταρσώ ήταν καλλιγράφος. Οι μοναχές θυμούνται ότι, στην εμφάνισή της ήταν πολύ όμορφη, με ξανθές πυκνές μπούκλες, πράσινα μάτια και χαρούμενο πρόσωπο. Κρατούσε πάντα στα χέρια της ένα Προσευχητάριο με το οποίο προσηύχετο συνεχώς. Απέφευγε τις επαφές με τις άλλες δόκιμες μοναχές και προτιμούσε να κάθετε στο κελί της και να προσεύχεται.

Κάθε φορά που η αρμόδια μοναχή πήγαινε να την ξυπνήσει νύχτα, στην ώρα του κανόνα, την έβρισκε πάντα όρθια να προσεύχεται.

Μετά από λίγες μέρες διαπίστωσαν οι αδελφές ότι δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί ούτε την ώρα της αναπαύσεως, αλλά κοιμόταν καθιστή.

Στον κόπο της νύκτας πρόσθετε και αυτόν της ημέρας. Εκτός από το παραπάνω διακόνημα ανέλαβε να κουβαλά νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, 100 μέτρα από τον ξενώνα της Μονής, για τις ανάγκες των εξωτερικών αδελφών.

Μετά από καιρό άρχισε να συμπεριφέρεται και να μιλά παράξενα, σε σημείο που παρεξηγείτο.

Άρχισε να κοροϊδεύει και να επιτιμά τους ανθρώπους και περισσότερο τους ξένους που επισκέπτοντο την Μονή. Οι μοναχές, βλέποντας όλα αυτά της είπαν να φύγει από τον Ξενώνα, όπου είχε μείνει περίπου δύο χρόνια. Έτσι, χωρίς πάλι να το επιδιώξει, βρέθηκε η αγωνίστρια του Χριστού χωρίς κελί, μη έχοντας «που την κεφαλή κλίνη». Εγκαταστάθηκε έξω από την νότια είσοδο της Μονής, στα χωράφια, όπου υπήρχαν τα μαντριά της Μονής και κάποια χαλάσματα.

Από τότε, μέχρι το 1988, έμενε εκεί, στο ύπαιθρο ή σε καλύβες από χορτάρια, που τις έστηνε και τις χαλούσε μόνη της. Τα πρώτα χρόνια, δεν είχε σταθερό μέρος να μένει και περιφέρετο μέσα στα χωράφια και στα βουνά. Αργότερα, στην δεκαετία 1970-1980 επιδιόρθωσε τα χαλάσματα που αναφέραμε, τελείως μόνη της, κουβαλώντας τσιμεντόλιθους και σκεπάζοντάς τα με νάιλον και τσίγκους, όταν πλέον είχε αρχίσει να γερνά και είχε ανάγκη από κάποια σταθερή στέγη. Κανείς δεν ήξερε που κοιμόταν και που εύρισκε υπόστεγο στις μεγάλες βροχές και στις κακοκαιρίες. Πολλές φορές ωστόσο, την είδαν μέσα στην βροχή να κάθεται στο ύπαιθρο, κρατώντας μία λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι της.

Πολλές φορές, έβγαινε και έξω από την ακτίνα του χώρου της Μονής και περπατούσε στις κωμοπόλεις της Κερατέας και του Μαρκόπουλου και επισκέπτετο διάφορα σπίτια. Αυτό ανησυχούσε πολύ την Ηγουμένη Ευφροσύνη, επειδή πίστευε ότι ήταν επικίνδυνο για μια γυναίκα να γυρίζει μόνη της τις νύχτες. Γι’ αυτό μια μέρα την φώναξε και της είπε να μη φεύγει μακριά από το Μοναστήρι, γιατί διαφορετικά θα την έδιωχνε. Υπάκουσε η Ταρσώ στην Ηγουμένη και από τότε δεν ξαναβγήκε από την περιοχή της Μονής.

Αν και δεν θεωρείτο κανονικά αδελφή της Μονής, συμμετείχε ενεργά στην ζωή της αδελφότητος.

Η διακονία της, που την είχε διαλέξει μόνη της, ήταν να μεταφέρει κάθε μέρα, για πολλά χρόνια, το γάλα για όλη την αδελφότητα (περισσότερες από 300 μοναχές) από τα μαντριά που ήταν περίπου 500 μέτρα έξω από την Μονή, στο Μαγειρείο. Τα άδεια δοχεία τα επέστρεφε στο μαντρί γεμάτα νερό από την Ζωοδόχο Πηγή, που το χρησιμοποιούσαν οι μοναχές για να ποτίζουν τα ζώα. Από το Μαγειρείο έπαιρνε και το φαγητό της.

Επίσης, έριχνε κοπριά στα αμπέλια της Μονής. Το φορτηγό της Μονής άδειαζε την κοπριά εκεί κοντά, για να πάνε οι μοναχές την επομένη ή κάποια άλλη μέρα, να την ρίξουν στα αμπέλια. Δεν προλάβαιναν όμως, γιατί την επομένη το πρωί, τα εύρισκαν όλα έτοιμα. Το μυστήριο αυτό δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Έτσι παραφύλαξαν ένα βράδυ και είδαν την Ταρσώ να ρίχνει μόνη της μέσα στην νύχτα όλη την κοπριά απ’ άκρη σε άκρη στα αμπέλια.

Επίσης, συμμετείχε στις γενικές εργασίες – παγκοινίες – όπου συγκεντρώνονταν πολλές αδελφές, όπως στην συλλογή του βίκου, στον τρύγο, στα χωράφια κ.λ.π. εργαζόταν και αυτή όπως και οι άλλες αδελφές, με την διαφορά ότι δεν καθόταν κοντά τους, αλλά σε κάποια απόσταση από αυτές και ακολουθούσε στην εργασία. Στην ώρα του φαγητού, με το κατσαρολάκι της, πήγαινε για να ζητήσει το φαγητό της από την μαγείρισσα που έδινε φαγητό και στις αδελφές.

Έτσι λοιπόν ο Θεός δια των γεγονότων καθόρισε τον τρόπο της ζωής της αλλά και τον τόπο, στον οποίο θα ζούσε μέχρι την κοίμησή της. Ερημική, ασκητική ζωή. Αδιάλειπτη προσευχή και λογική λατρεία στο Θεό.

Διηγείται λοιπόν, η αδελφή της Μαρίνα, πως την συνέλαβε κάποτε σε μια πολύ προσωπική της στιγμή, αφού δεν γνώριζε ότι την παρακολουθούν:

«Είχαμε αγρυπνία στο Μοναστήρι. Ήταν καλοκαίρι και η αγρυπνία γινόταν στην αυλή. Είχε φεγγάρι. Όταν άρχισε το Απόδειπνο, έφυγα για να πάω να δω τι κάνει η Ταρσώ. Τότε έμενε στο προηγούμενο κελί της, μια παράγκα από σανίδες.

Δεν ήταν έξω. Πλησίασα σιγά-σιγά και, χωρίς να με αντιληφθεί, κοίταξα ανάμεσα από τις χαραμάδες που είχαν οι σανίδες. Ήταν όρθια, έκανε τον σταυρό της, προσηύχετο ψιθυριστά και συνεχώς έλεγε: «Παναγία μου, βοήθησέ με την αμαρτωλή, βοήθα με Παναγία μου, Δέσποινά μου, βοήθα με σε παρακαλώ…». Έμεινα να την ακούω όσο μπόρεσα και όταν επέστρεψα, η αγρυπνία ευρίσκετο στα Απόστιχα, μετά την Λιτή».

Με τον τρόπο αυτό, τον ασκητικό και ησυχαστικό, διαμόρφωσε ανάλογα την εξωτερική της εμφάνιση και αργότερα το ερημικό κελί της.

«Στην αρχή φορούσε μαύρο ράσο αλλά φρόντιζε να φαίνεται παλιό. Το έραβε μόνη της, με τεράστιες φαρδιές τσέπες για να βάζει τα βιβλία της προσευχής, τη Σύνοψη, την Αγία Γραφή, το Ψαλτήρι, κ.α.. Αλλά καθώς προχωρούσαν τα χρόνια, η ενδυμασία της προσαρμόζετο πλέον στην ψυχολογία και το πνεύμα της σαλότητος, εγίνετο ρυπαρή και κακόγουστη, μέχρι αστεία».

Μια τακτική επισκέπτρια της Ταρσώς περιγράφει ως εξής την ενδυμασία της:

«Φορούσε μια ξεσκισμένη βρώμικη πουκαμίσα (κάποτε λευκή), μακρύτερη από το, κάποτε μαύρο φόρεμα – ζωστικό, η οποία είχε ραμμένη μια τεράστια εσωτερική τσέπη, τέτοια που να χωρά ότι είχε και δεν είχε, αυτή που τίποτα δεν είχε. Από πάνω, προσπαθώντας μάταια να ζεσταθεί το χειμώνα, έβαζε 3-4 αδιάβροχα νάιλον, το ένα πάνω στο άλλο και στους ώμους ένα καφετί προσόψι, με επιτήδεια ραμμένη κορδελίτσα, σαν μπέρτα»!

Η Ταρσώ φρόντιζε ιδιαίτερα να κρύβει το ωραίο πρόσωπό της, από τα νιάτα της, και ιδιαίτερα τώρα, στην άσκησή της, τα ωραία μάτια της, που αν τα πρόσεχες κάποιες φορές έδειχναν σαν ένα κομμάτι διαμαντένιου ουρανού! Φορούσε στα μάτια της γυαλιά με χοντρούς φακούς, τα οποία στήριζε γύρω στο κεφάλι της με σύρμα. Όταν ήθελε να διαβάσει κάτι, το πλησίαζε πολύ κοντά στο πρόσωπό της. Μια φορά, λοιπόν, λέει σε μια συνομιλήτριά της:

«Όλα τους τα έδωσα αδελφούλα μου, τι άλλο να τους δώσω ακόμη; Και τα μάτια μου τους τα έδωσα». Η ευλαβής αδελφή δεν αντιλήφθηκε το νόημα των λόγων αυτών. Όμως αργότερα πληροφορήθηκε, πως όταν ήταν νέα, κάποιος άνδρας, που είχε επισκεφθεί το Μοναστήρι, θαύμασε τα μάτια της και τον άκουσε να λέει πως έχει ωραία μάτια. Τότε αυτή πήγε στο Μοναστήρι, πήρε ένα ζευγάρι γυαλιά με χοντρούς φακούς και τα φόρεσε, με αποτέλεσμα να χαλάσει την όρασή της.

Επίσης τα κάλυπτε την μύτη της με μια μαύρη κορδέλα, την οποία είχε η ίδια επιμεληθεί για να κρύβει το πρόσωπό της, γιατί κάποιος της είχε πει ότι έχει ωραία μύτη. Την κορδέλα αυτή την έβγαλε από το πρόσωπό της όταν άρχισε να γερνά. Φρόντιζε επίσης να έχει σκυμμένο συνεχώς το κεφάλι της, κάτω στο χώμα. Όπως η ίδια είχε πει, «το καφετί χρώμα είναι το χρώμα μου» !

Εξάλλου, τα παπούτσια της ήταν τρυπητά, λαστιχένια (πάντοτε όμως παλιά), δεμένα με σκουριασμένο σύρμα και επίσης πάντοτε παράταιρα.

Οι διαστάσεις του κελιού της δεν επέτρεπαν ένα ανθρώπινο κρεβάτι. Μόνο σκυφτός ή καθιστός χωρούσες μέσα. Άλλωστε σαράντα πέντε χρόνια δεν κοιμήθηκε ξαπλωμένη. Μόνο όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο δύο φορές, κοιμήθηκε σε κρεβάτι με κάποιες τύψεις «για την πολυτέλεια».

Το εσωτερικό, πάντως, του κελιού της ήταν εντελώς ακατάστατο. Εκεί υπήρχαν μπόγοι ανοιγμένοι, που έχασκαν χυμένα κάποια παλιόρουχα ή κουβέρτες κουβαριασμένες, ντενεκάκια από κονσέρβες για τις γάτες, σκουπίδια διάφορα και μικροπράγματα άχρηστα.

Όλα αυτά σχημάτιζαν ένα σωρό ετερόκλητων πραγμάτων που, στο σύνολό τους, θύμιζαν σκουπιδότοπο.

«Στη γωνιά του κελιού της, υπήρχε ένας μεγάλος πάγκος. Ένας – δύο τσιμεντόλιθοι και ένα στραβωμένο σακί τσιμέντο που πέτρωσε από την βροχή, ήταν τα καθίσματά της. Στα νιάτα της κούρνιαζε σαν σκυλί, δίπλα σε θάμνους και στα γεράματά της, συνήθως την εύρισκες καθιστή σε αυτόν τον πάγκο, με το κεφάλι γερμένο. Ακόμη και όταν, τον τελευταίο χρόνο, την πήραν στο γηροκομείο του Μοναστηριού, την εύρισκαν να περνά τη νύχτα σε ένα πεζούλι, έξω στην βροχή».

Η τροφή της ήταν πάντοτε λιγοστή. Ο κανόνας της στο φαγητό φάνηκε και στις τελευταίες της μέρες στο Κ.Α.Τ. Έκανε υπακοή να δεχθεί σούπα, αλλά όταν επέμεναν να συνεχίσει, αρνήθηκε. «Έφαγα, έφαγα, τέσσερις κουταλιές». Αυτό ήταν το όριό της. Η αδελφή Μαρίνα, από την Μονή, της έφερνε το μεσημβρινό φαγητό της, που το χώριζε στα δύο για να δειπνήσει με δυο μπουκιές το βράδυ. Στην περίπτωση που η καλή Μαρίνα έλειπε για δουλειές εκτός της Μονής, δεν είχε την έγνοια της κανένας άλλος.

Φαίνεται ότι κάποιες φορές έμενε ολόκληρη εβδομάδα νηστική, μέχρι αν επιστρέψει εκείνη από τις δουλειές της.

Της έφερναν μερικές φορές καλομαγειρεμένο φαγητό, που διαφέρει πολύ από φαγητό μαγειρεμένο στο καζάνι για 300 ψυχές. Η αδελφή Μαρίνα της έλεγε : «Κράτησε λίγο να φας», διότι την λυπόταν που ήταν ταλαιπωρημένη. Της απαντούσε : «Μα καλά, το κοσμικό φαγητό είναι καλύτερο;».

Άλλοτε, της πήγε μια πολύ καλή μερίδα ψάρι. Αυτή το καθάρισε και τόδωσε στα γατιά. Της λέει η αδελφή: «μα τι κάνεις; Τι θα φας; Φάε ευλογημένη εσύ το ψάρι και δώσε στα γατιά τα κόκαλα». Και η απάντηση : «μα καλά, εσύ αποφάγια τρως στο Μοναστήρι; Πως θα φάνε τα γατιά τα αγκάθια (κόκαλα);» Με την ίδια στοργή, τάιζε και τα ποντίκια του κελιού της, με μικρά κομματάκια ψωμί. «Θέλουν να φάνε και αυτά», έλεγε.

Η τρυφερότητα που αισθανόταν για τα ζώα ήταν πολύ μεγάλη. Μια φορά βρήκε κοντά στην θάλασσα ένα κοκαλιάρικο γαϊδουράκι, που έπρεπε να το είχαν εγκαταλείψει γέρικο πολύ για να πεθάνει. Το πήρε, το έφερε στο κελί της και το τάιζε με ψωμί, όσο καιρό έζησε.

Ποιος μπορεί αν αμφιβάλει ότι δεν θα ήταν δυνατόν να μοιράζεται το λιγοστό φαγητό της με τους άλογους και τους λογικούς φίλους της, αν δεν είχε σε μεγάλο βαθμό αποδεσμευτεί από τις υλικές ανάγκες; Όντως, η πραγματική της τροφή, αυτή που την χόρταινε, ώστε να λησμονεί την υλική τροφή, ήταν η πνευματική. Η σκέψη της και η καρδιά της ήταν αποκλειστικά δοσμένες στα ουράνια και στα άγια, στα οποία εντρυφούσε αδιάλειπτα. Αυτό το νόημα είχε ασφαλώς η απάντησή της στην πρόθυμη επισκέπτρια να της φέρει ότι φαγητό θα επιθυμούσε:

– Τι να σου φέρω Ταρσώ να φας;

– Εσύ θα μου φέρεις να φάω; Εμένα μου φέρνει ο αξιωματικός (ο άγγελος) και η Μαρία!

Τα λίγα αυτά βιογραφικά στοιχεία δίνουν μία πρώτη γενική εικόνα της ζωής της Ταρσώς που προηγήθηκε της εγκαταστάσεώς της στον τόπο της θεοφιλούς της ασκήσεως, αλλά, μέχρι κάποιου σημείου, και της ζωής της, όπως άρχισε αυτή να διαμορφώνεται πλέον, με την ασκητική της βιοτή, στον τόπο αυτό.

ΤΑΡΣΩ – Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ

Η ερημική ζωή της Ταρσώς και το γεγονός ότι δεν απομακρυνόταν, παρά σπανιότατα και μόνο για σοβαρό λόγο (όπως στην περίπτωση μιας αναγκαίας νοσηλείας), από τον τόπο αυτό της ασκητικής της διαμονής, δημιουργούσε ευνόητα την απορία στους επισκέπτες, που για πρώτη φορά έφταναν εκεί, ποια μπορούσε να είναι η πνευματική της τροφοδοσία, εφόσον δεν μπορούσε να εκκλησιάζεται και ποια σχέση ήταν δυνατόν να έχει με τη μυστηριακή, ιδιαίτερα, ζωή της Εκκλησίας.

Είναι φυσικό, ένας διά Χριστόν σαλός άνθρωπος να μην έχει Εκκλησιαστική ζωή, όπως την ζει ο χριστιανός του κόσμου:

εκκλησιασμό και συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, κατά τις τακτές ημέρες και ώρες των Ιερών Ακολουθιών.

Ο σαλός και επομένως «άτακτος» τρόπος της ζωής του, δεν του επιτρέπει την παρακολούθηση της εκκλησιαστικής ζωής, κατά τον «κατεστημένο» τρόπο, εφόσον εξάλλου, μεταξύ των στόχων της σαλότητας, υπάρχει και η αποφυγή από οτιδήποτε συντηρεί «κατεστημένη» ευσέβεια, «ευσχημόνως και κατά τάξιν», όπου όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος της «ρουτίνας» της εκκλησιαστικής ζωής.

Αλλά τότε, πως μπορεί ένας σαλός διά Χριστόν να είναι ένας χαρισματικός χριστιανός, χωρίς εκκλησιαστική ζωή;

Αν ένας χριστιανός είναι πράγματι χαρισματικός, και μόνο από το γεγονός αυτό βεβαιώνεται ότι ο άνθρωπος αυτός ζει μέσα στην Εκκλησία και διά της Εκκλησίας πορεύεται προς την Βασιλεία του Θεού, όπως όλοι οι άλλοι χριστιανοί. Κάθε πραγματικό χαρισματικό άνθρωπο τον παρακολουθεί βήμα προς βήμα, κατά την πορεία του αυτή, η χάρη του Θεού και αναπληρώνει τα πνευματικά υστερήματα που μπορεί αν οφείλονται στον ιδιαίτερο τρόπο βιώσεως της χριστιανικής του ζωής, όπως λ.χ. αυτούς που ζουν «στα σπήλαια και στις οπές της γης»!

Είπε κάποτε: «Οι αρχάγγελοι μου έδωσαν τρεις στολές και τρεις η Παναγία. Μία μέχρι κάτω, μία ως εδώ και μία ως το γόνατο. Μου τις πήραν και λειτουργούν στην Εκκλησία».

Τι ήθελε να πει η Ταρσώ με τους συμβολικούς αυτούς λόγους; Ποιο είναι το νόημά τους που απέκρυπτε από το νου του συνομιλητή της; Μια πρώτη εντύπωση, που προκαλούν οι λόγοι αυτοί της Ταρσώς είναι ότι ευλογήθηκε τρεις φορές από τους αρχαγγέλους και από την Παναγία. Να υποθέσουμε ότι τον πλούτο αυτό των ευλογιών η ίδια η Ταρσώ τον κατάθεσε στο Σώμα της Εκκλησίας; Οπωσδήποτε όμως δεν είμαστε έξω από το βασικό νόημα αυτού του λόγου, αν αντιληφθούμε την προσφορά του χαρίσματος της σαλότητας αλλά και ολόκληρης της αναγεννημένης ζωής της στη «λειτουργία» της Εκκλησίας! Η αυτοσυνειδησία της Ταρσώς ήταν βαθύτατα εκκλησιαστική!

Μια κυρία, συχνή επισκέπτρια της Ταρσώς διηγείται: «Μια νύχτα βλέπω στον ύπνο μου πως έκανα καθαριότητα στο σπίτι μου και πίσω μου ακολουθούσε η Ταρσώ με μία σκούπα στο χέρι, σκουπίζοντας το δάπεδο με πολύ προθυμία και επιμέλεια. Είχα χαρά και απορία μέσα μου γι’ αυτό που έκανε. Και αμέσως, σαν να διάβασε τις σκέψεις μου εκείνη την στιγμή, μου λέει σαν απάντηση σε αυτά που σκεφτόμουν : «επειδή έστειλες στον αδελφό μου αλάτι για το φαγητό του, ήρθα και εγώ να σε βοηθήσω». Ξύπνησα πολύ χαρούμενη. Προσπαθούσα να καταλάβω τα λόγια της και σκεφτόμουν αν είχα κάνει κάτι καλό εκείνες τις ημέρες. Θυμήθηκα μετά από πολύ κόπο ότι είχα στείλει ένα δεματάκι στο Άγιον Όρος με κιμωλία για την προεργασία των εικόνων και κάποιες πληροφορίες για την αγιογραφία, προκειμένου να βελτιώσουν την δουλειά τους.

Την επόμενη φορά που την επισκέφτηκα μου λέει: «ο αδελφός μου με τρέφει και μένα κάθε μέρα, με μνημονεύει, τον ευχαριστώ, να’ ναι καλά».αργότερα πληροφορήθηκα ότι ο μοναχός στον οποίο είχα στείλει το δέμα, που ήταν ιερέας, είχε ακούσει για την Ταρσώ και την μνημόνευε καθημερινά στις Θείες Λειτουργίες που έκανε».

Σημαντικό.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βιάζεται να αναγνωρίσει την αγιοσύνη ενός ανθρώπου.

Αυτό είναι κάτι που έρχεται με τον χρόνο, μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα και εφόσον υπάρξει θαυματουργική παρουσία που δεν αμφισβητείται.

Για αυτό πολύ σωστά, η Γερόντισσα Ταρσώ όπως και πολλοί ακόμη ασκητές (όπως ο Γέρων Παΐσιος, ο Γέρων Πορφύριος, ο Πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης από τις Ροβιές κ.α.) δεν έχουν ανακηρυχθεί επίσημα ως Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αυτό όμως δεν εμποδίζει να αναφερόμαστε στη ζωή και το έργο τους, και ο Θεός γνωρίζει πότε θα τους τιμήσει.

Άλλωστε όσοι αρέσκεστε να διαβάζετε τους βίους των αγίων, θα γνωρίζεται ότι τα μεγαλύτερα και ανεξήγητα θαύματα ενός Αγίου, συνήθως πραγματοποιούνται μέχρι την ημέρα της αναγνωρίσεώς του.

Κείμενα: http://www.dailygreece.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: