ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ…      Μια συγκλονιστική ιστορία για τα γεγονότα τού 1955 στην Πόλη.  Βασισμένη σέ μαρτυρία Κωνσταντινουπολίτισσας.

Η αλήθεια είναι ότι από το απόγευμα ακούγονταν άσχημες φήμες στη ρωμαίικη συνοικία. Κάτι για ένα επεισόδιο στην Ελλάδα, κάτι για τις εξεγέρσεις στη μακρινή Κύπρο, δεν ήξεραν και καλά. Γι’ αυτό και περίμεναν τον πατέρα. Κάτι θα ήξερε εκείνος να τους πει.
Το ρολόι χτύπησε εννιά. Ξαφνικά, μέσα στην ησυχία ακούστηκε ένα

τρομερό βουητό, ένας θόρυβος που ολοένα μεγάλωνε.

— Θάνατος στους γκιαούρηδες!
— Σπάστε, γκρεμίστε, είναι γκιαούρης!
Τα δύο κορίτσια έτρεξαν τρομαγμένα στο παράθυρο.
— Παναγιά μου! φώναξε η μεγάλη.
Εκατοντάδες Τούρκοι, κρατώντας λοστούς, πέτρες και βενζίνη είχαν ξεχυθεί και έκαιγαν και έσπαγαν τα πάντα.
Έσπαγαν και χειροκροτούσαν.
Θεέ μου… πού βρέθηκαν όλοι αυτοί;
— Τρέξε! φώναξε η μια τους και αρπάζοντας την εικόνα τής Παναγίας όρμησε έξω από το δωμάτιο. Ήδη ακούγονταν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Σίγουρα θα την έσπαγαν.
— Παναγιά μου βόηθα!… γρήγορα στην αποθήκη της αυλής!
Μπήκαν μέσα και έκλεισαν γερά από πίσω τους την πόρτα.
-Θεέ μου… Κάνε να μην το σκεφτούν…
Άγριες φωνές χαράς ακούστηκαν. Τα είχαν καταφέρει. Είχαν μπεί στο σπίτι.
Η μικρή θέλησε να βγει, να δει τί κάνουν.
— Κάτσε κάτω σου λέω. Θες να μας βρουν; ψιθύρισε συγχυσμένη η μεγάλη.
Θυμωμένοι ακούγονταν τώρα οι Τούρκοι.
Δεν είχαν βρει κανέναν μέσα. Και σαν να έπρεπε κάπου να βγάλουν τη μανία τους κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.
Στην αυλή έφτανε ο θόρυβος από σπασμένα γυαλιά και χτυπήματα στους τοίχους.
Η μικρή έκλαιγε πια με λυγμούς. Και αν έφτανε τώρα ο πατέρας; Τί θα του έκαναν; Γιατί η μητέρα να μην είναι ανάμεσά τους να τις σώσει; Την είχαν χάσει τόσο νωρίς…
Σιγά-σιγά άρχισε να ξεμακραίνει ο θόρυβος. Σαν να ησύχαζε η γειτονιά.
Αυτές όμως δεν αποφάσιζαν να βγουν. Τό είχαν πάρει απόφαση. Εκεί θα περνούσαν το βράδυ τους.
Ο πατέρας ήρθε την άλλη μέρα. Τις βρήκε να κοιμούνται στην αποθήκη, έχοντας στην αγκαλιά τους την εικόνα τής Παναγίας. Τις ξύπνησε. Έπρεπε να πάνε στο Ελληνικό Προξενείο. Είχε πάρει την απόφασή του. Θα έφευγαν για την Ελλάδα.
Βγαίνοντας από το σπίτι αντίκρυσαν κάτι που ξεπερνούσε κάθε φαντασία.
Σπίτια, μαγαζιά, περιουσίες, όλα κατεστραμμένα.
Σφίχτηκε η καρδιά των κοριτσιών. Δε μίλησαν.
Στο Προξενείο υπήρχε αρκετός κόσμος. Ήταν πολλοί οι Έλληνες που είχαν έρθει εκεί για τον ίδιο λόγο.
Εκεί μπόρεσαν επιτέλους να μάθουν τι είχε γίνει. Την προηγούμενη μέρα- διαδιδότανε- κάποιος άγνωστος είχε βάλει εκρηκτικό μηχανισμό στο σπίτι τού Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Αμέσως είχαν κυκλοφορήσει στην Πόλη εφημερίδες με φωτογραφίες τού καμένου σπιτιού. Στο μεταξύ, Τούρκοι που είχαν έρθει από τα βάθη τής Τουρκίας τις προηγούμενες μέρες, είχαν σημαδέψει τα σπίτια και τα καταστήματα των Ελλήνων. Όταν έφτασε το νέο τού εμπρησμού, βγήκαν στους δρόμους και εκδικήθηκαν καταστρέφοντας όλες τις Ελληνικές περιουσίες.
….……………………………………
Σήμερα τα δύο κορίτσια, που έχουν πια μεγαλώσει, ζουν στην Ελλάδα. Δεν επέστρεψαν ποτέ στην Πόλη. Όχι τόσο γιατί δεν μπόρεσαν, όσο γιατί η ανάμνηση των επεισοδίων εκείνης της νύχτας τις κρατούσε μακριά.
Λίγα χρόνια αργότερα οι έρευνες είχαν δείξει την αλήθεια. Η ενέργεια αυτή σχεδιαζόταν πολύ νωρίτερα από εκείνη τη νύχτα, με τη βοήθεια ξένων δυνάμεων. Τον εκρηκτικό μηχανισμό στη Θεσσαλονίκη τον είχε τοποθετήσει κάποιος νεαρός Τούρκος, ύστερα από εντολή τής Τουρκικής κυβέρνησης. Από την έκρηξη είχαν προκληθεί ελάχιστες ζημιές, όμως στην Πόλη κυκλοφόρησαν αμέσως παραποιημένες φωτογραφίες του σπιτιού που το έδειχναν κατεστραμμένο και άρχισαν οι προσχεδιασμένες καταστροφές.
Η Ελληνική συνοικία, μετά από εκείνη τη νύχτα και από κάποια μέτρα της Τουρκικής κυβέρνησης που ακολούθησαν, είχε σχεδόν αδειάσει. Οι περιουσίες των Ελλήνων είχαν καταστραφεί. Οι δύο αδελφές, που κοριτσάκια τότε είχαν φύγει από την Πόλη, συναντιούνται πια και μιλάνε για εκείνα τα αξέχαστα χρόνια που ζούσαν στην Πόλη των ονείρων, την Πόλη που έχασε πια την αίγλη της, μετά τη φυγή τής ψυχής της, του Ελληνικού πληθυσμού.

Περιοδικό «Προς τη Νίκη», Σεπτέμβριος 2013

Ο πατέρας είχε φύγει από το πρωί για την Πρίγκιπο και τα δύο κορίτσια κάνοντας τις βραδινές ετοιμασίες συζητούσαν χαμηλόφωνα. Δεν ήθελαν να αργήσει απόψε να έρθει ο πατέρας.

Advertisements

1 σχόλιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: