ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΑΜΑΝΗΣ Ο ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΗΣ ΦΤΩΧΟΛΟΓΙΑΣ

«Ιωάννης Ζαμάνης»

Γράφει ο Ηγούμενος της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Βέροιας, Αρχιμ. Πορφύριος
Ο πατήρ Ιερώνυμος της Αναλήψεως στην Αθήνα, ο Σιμωνοπετρίτης ο Όσιος του Θεού, ήταν ιδιαίτερα ελεήμων. Είχε ένα συρτάρι όπου έβαζε ό,τι του έδιναν, και έβγαζε να δώσει ό,τι έπιανε το χέρι του, χωρίς να τα κυττάζει. Ήξερε όμως απόλυτα και τί έβαζε και τί έδινε.
Μία φορά, ο μακαρίτης ο Γερο Γελάσιος, ως Επίτροπος του Μοναστηριού, βρέθηκε στο Μετόχι και έβαλε τις φωνές στον Άγιο Γέροντα, γιατί τάχα είναι πολλές ελεημοσύνες που δίνει και ξοδεύει τα χρήματα του Μοναστηριού. Αλλοιώς σκεφτόταν ο ένας, αλλοιώς σκεφτόταν ο άλλος.
Και ο πατήρ, γεμάτος σθένος και θεϊκό ζήλο απάντησε: Από ελεημοσύνας προέρχονται και εις ελεημοσύνας υπάγουν.

Ο Γέρων Ιερώνυμος δεν ήταν μόνο ο ίδος άκρως ελεήμων. Είχε διδάξει και στους μαθητές και στις μαθήτριές του, που ήταν πολυάριθμοι, την χριστομίμητη αυτήν αρετή. Από όλους τους Αναληψιμιώτες ξεχώριζε, και στο ύψος και στο πλάτος της ελεημοσύνης, ο γιατρός ο Ζαμάνης. Ήταν και αυτός, αν καλοθυμάμαι, Μικρασιάτης, έμενε και κοντά στην Ανάληψη, και ακολουθούσε τον όσιο Γέροντα κατά γράμμα.
Μία από τις ευλογημένες συνήθειες του γιατρού Ιωάννη ήταν να εξαφανίζεται κάθε σαββατόβραδο.
Με το που τελείωνε ο αναστάσιμος εσπερινός, έπαιρνε το αυτοκίνητο και εξαφανιζόταν. Κανείς δεν γνώριζε πού πήγαινε και τί έκαμνε. Μόνον βέβαια ο Γέροντας τό ήξερε.
Ένα σαββατόβραδο, ο Κύριος Χαράλαμπος – άλλος θαυμάσιος άνθρωπος του Θεού, λεβέντης Ρουμελιώτης, με χαμόγελο μικρού παιδιού – λέει στον γιατρό:
– Γιατρέ, απόψε θα με πάρεις μαζί σου.
– Χαράλαμπε, μην έρχεσαι, δεν θα αντέξεις, θα το μετανοιώσεις.
– Όχι, θα έρθω.
– Ε, καλά, έλα. Αλλά να ξέρεις, θα στενοχωρηθείς.
Τελείωσε λοιπόν ο αναστάσιμος εσπερινός, και τα δυό πρωτοπαλλήκαρα της Αναλήψεως, κατέβηκαν από το Μετόχι. Το αυτοκίνητο του γιατρού ήταν γεμάτο μέχρι απάνω. Φάρμακα και τρόφιμα.
– Γιατρέ, τί είναι αυτά; Ρωτάει ο Χαράλαμπος.
– Σώπα, θα δεις. Λέει ο γιατρός.
Ξεκίνησαν και σε λίγο μπήκαν σε κάτι στενά δρομάκια, όσο που χωρούσε το αμάξι του γιατρού.
Σε λίγο σταματούν σε ένα χαμόσπιτο. Κατεβαίνει ο γιατρός, δεν λέει τίποτα στον κυρ Χαράλαμπο, αλλά εκείνος, θέλεις τρομαγμένος από την άγνωστη περιοχή θέλεις φοβισμένος από το ύφος του γιατρού, σιγά σιγά, κατέβηκε και τον ακολούθησε.
Μπήκαν μέσα. Οι γονείς, υπερήλικες, και δυό παιδιά, παλληκάρια, παράλυτα και τυφλά. Ο γιατρός έβαλε ποδιά, ζέστανε νερό και έπλυνε πρώτα τα παράλυτα παιδιά και ύστερα τους δύο γέρους. Και όταν τελείωσε, κατέβασε από το αμάξι φάρμακα και τα αναλογούντα τρόφιμα.
Ο Χαραλάμπης έπαθε σόκ από την όλη ατμόσφαιρα. Όταν τελείωσαν ξεκίνησαν, να φύγουν. Ο Χαραλάμπης αποσβολωμένος, δεν μιλούσε. Κάναν λίγον δρόμο με το αμάξι, σιωπηλοί, και ξανασταμάτησαν. Κατέβηκαν σε ένα άλλο χαμόσπιτο, όπου κατοικούσε μία γριά μητέρα μέ μία κωφάλαλη θυγατέρα. Τα ίδια και εδώ. Ο γιατρός τις έπλυνε, συμμάζεψε λίγο, έφερε φάρμακα και τρόφιμα και έφυγαν.
Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο Χαράλαμπος ξέσπασε σε λυγμούς.
– Γιατρέ, τί είναι αυτά; Κατάφερε να ξεστομίσει.
– Σώπα, Χαράλαμπε. Τώρα μόλις αρχίσαμε.
– Γιατρέ, δεν αντέχω.
– Χαράλαμπε, κάτσε μέσα στο αμάξι και μην κατεβαίνεις. Συμφώνησαν. Αλλά τα δρομολόγια του γιατρού δεν τελείωσαν. Ήταν νωρίς ακόμα.
Αυτή η δουλειά κράτησε μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα. Πήγαιναν με το αυτοκίνητο, σταματούσαν. Κατέβαινε ο γιατρός, έκαμνε τα απαραίτητα, άφηνε φάρμακα και τρόφιμα και συνέχιζαν στους επόμενους αδελφούς του Χριστού. Ο Χαράλαμπος τρομοκρατήθηκε.
– Γιατρέ, τί κάνεις;
– Χαράλαμπε, μη μιλάς.
Και αυτό συνεχίζονταν όλα τα χρόνια, από το τέλος του Εσπερινού του Σαββάτου μέχρι σχεδόν τα μεσάνυχτα. Ο Γέρων Ιερώνυμος απεβίωσε οσιακά τον Γενάρη του 1959. Ο γιατρός εκοιμήθη αργότερα, συνεχίζοντας το μυστικό έργο του καλού Σαμαρίτη.
Στα Σαράντα, στο μνημόσυνο του γιατρού, όλη η φαμελιά του, είδαν το ίδιο όνειρο. Η σύζυγος, ο γιός, οι θυγατέρες και η αδελφή του, που απεβίωσε ως Ιερωνύμη Μοναχή πολύ αργότερα.
Ποιό ήταν το όνειρο;
Ήταν σε ένα φωτεινό μέρος, ένα στρωμμένο τραπέζι. Στην κορυφή καθόταν ο Χριστός και στα δεξιά του ο γιατρός. Οι υπόλοιπες θέσεις ήταν γεμάτες με τους ασθενείς που υπηρετούσε. Στην μέση στο τραπέζι αυτό, ένα πελώριο σταφύλι. Πήρε ο Χριστός την πιατέλλα με το σταφύλι, πήρε τρεις ρώγες, και την έδωσε στον γιατρό: Γιατρέ, πάρ το να το μοιράσεις, του είπε.

1

Του ΜΑΝΟΛΗ ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΑ

Έτσι τον ξέρει ο Βύρωνας και έτσι διακόνησε το ιερό του «χρέος στον άνθρωπο», από την Κατοχή μέχρι το 1983, όπου έκλεισε τα μάτια του.

Τον γνώρισα σε δύσκολες μέρες, τον έμαθα πιο καλά στα σοκάκια του Βύρωνα.

Λεβέντης νέος, καλοντυμένος, όμορφος, κάθε μέρα το δρομολόγιό του στα δρομάκια του Βύρωνα.
Στο πέρασμά του άνοιγαν πόρτες, παράθυρα, για ν’ ακούσουν την καλημέρα του γιατρού.

«Καλημέρα Κόνα Δέσποινα, καλημέρα Θεοπίστη, καλημέρα Αγγελή…»

Με τα παιδιά της γειτονιάς φίλος, έπαιζε βόλους, γεμάτες οι τσέπες του από πολύχρωμες γκαζές που χάριζε στα παιδιά, μια και γινόταν κι αυτός παιδί. Ακόμα και τα γατιά χαϊδεύονταν στα παντελόνια του.

Τον Ζαμάνη, για να σας τον παρουσιάσω, είναι σαν σήμερα το ΙΚΑ να είχε… τροχούς (ήταν κοντά σε κάθε σπίτι που είχε ανάγκη). Ο γιατρός είχε ιατρείο κοντά στα Αγαλματάκια της Ανάληψης. Στη εξώπορτα ήταν ο κυρ-Νικόλας, ο πατέρας του.

Η αμοιβή του, για τους μη έχοντες τίποτα, για τους έχοντες στην κρίση τους και επειδή οι περισσότεροι δεν είχαν, ο γιατρός δεν έγινε πλούσιος ποτέ.

Και τη δεύτερη και την τρίτη επίσκεψη πήγαινε στα σπίτια των ανθρώπων χωρίς αμοιβή, αλλά πιότερο για να κάτσει κοντά τους, για να μπει στην ψυχή τους και στις ανάγκες τους.
Σε πολλούς μάλιστα έδινε και το σχετικό βοήθημα για τα φάρμακα. Η μεγάλη του αγάπη ήταν οι γέροντες. Γυρνώντας στους δρόμους, εάν συναντούσε γέροντα φορτωμένο, τον ανακούφιζε από το βάρος.
Τα περισσότερα ψηστικά στους φούρνους του Βύρωνα τα πήγαινε και τα πλήρωνε ο γιατρός.

Μα η πιο μεγάλη του αγάπη, η Κόνα Δέσποινα, στην οδό Ίμβρου. Η Κόνα Δέσποινα από τη Σμύρνη. Χωρίς παιδιά, χωρίς άνδρα, στεγνή, γυρμένη, γιατί στις πλάτες της ήταν φορτωμένη η καταστροφή της Σμύρνης. Θα ήταν περίπου στα ενενήντα. Στα τελευταία της χρόνια κατέπεσε. Ο γιατρός πήγαινε κάθε μέρα, σαν τις σημερινές αποκλειστικές, φορώντας ποδιά, για να κάνει το χρέος του, έτσι έλεγε: «το χρέος μου στο Θεό».

«Γιατρέ Ζαμάνη, έλα και σήμερα και δείξε μου τον Θεό.
Εσύ τον βρήκες στην ψυχή του ανθρώπου, εγώ πού και πώς;»

Μια φορά ο Δήμος ήταν σε αναζήτηση Δημάρχου.
«Γιατρέ» του είπα, «γιατί δεν κατεβαίνεις για Δήμαρχος;»

Με κοίταξε και μου είπε:
«Γιατί, για να υπάρχουν άνθρωποι αύριο, που να πάψουν να μ’ αγαπάνε;»

Ένα κατοχικό βράδυ, κάναμε περιφρούρηση για να προφυλάξουμε το έργο της ΕΠΟΝ στο γράψιμο συνθημάτων, μαζί με τον Δεκάριστο, έναν Επονίτη, όχι Βυρωνιώτη, που δεν γνώριζε πρόσωπα και κατατόπια. Αργά το βράδυ είδαμε δυο σκιές να περπατούν με προφυλάξεις, όπως συνηθιζόταν τότε.

«Αλτ», φωνάξαμε, «σύνθημα».

Και τότε ακούσαμε για παρασύνθημα: «Άντε βρε, η μαμή είμαι, η Κατίνα η νοσοκόμα και ο Ζαμάνης». Οι Νυχτοβάτες της εποχής εκείνης. Τους προσφέραμε τη βοήθειά μας για τη γέννηση ενός νέου ανθρώπου.

Νέο ακόμα, τον κέρδισε η Εκκλησία. Η μεταστροφή και η αναγέννησή του οφείλεται κυρίως στη γνωριμία του με τον αείμνηστο π. Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη, άλλοτε ηγούμενο της Ι. Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους, που για πολλά χρόνια έμεινε ως πνευματικός στο μετόχι της Ανάληψης.

Η αγιότητα του π. Ιερώνυμου ήταν οριστική για το γιατρό Ζαμάνη.
Ήταν πια γιατρός ιεραπόστολος, άλλωστε και από μικρός ήταν.

Στις 25 Ιουλίου 1983 απεβίωσε, στα 71 του χρόνια. Πέθανε προσευχόμενος.
Ο Λαός του Βύρωνα και των γύρω περιοχών θρήνησε πάνδημα τον θάνατο του Γιατρού της Φτωχολογιάς. Στην Αγία Τριάδα χιλιάδες κόσμου συνόδευσαν τον άνθρωπο, μέχρι το Νεκροταφείο του Βύρωνα.

Κι όσοι γνωρίσαμε τον Ζαμάνη και ευεργετηθήκαμε απ’ αυτόν ποικιλοτρόπως, παρακαλούμε τον Κύριο ν’ αναδείξει νέους γιατρούς Ζαμάνηδες.

Ευτυχώς στο Βύρωνα και στην περιοχή Αναλήψεως υπάρχουν άνθρωποι γιατροί και σήμερα.

Ποιος μπορεί να τον ξεχάσει;

Από το αρχείο του «ΕΝΤΟΣ του Βύρωνα»

Τεύχος: 31, 1/1998

ΠΗΓΗ.http://paradeka.blogspot.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: