Ὁ αἰώνιος ἀρχιερεὺς

 

 

(Ἑβ 4,14-16· 5,1-6)

του αρχιμ.Αθανασιου Σιαμακη
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐκτὸς ἀπὸ διδάσκαλος καὶ βασιλεὺς εἶναι καὶ ἀρχιερεύς, ὄχι ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ ὁ μοναδικὸς ὁ ἀπόλυτοςὁ αἰώνιος. Σὰ διδάσκαλος ἀποκάλυψε τὴν ἀλήθεια στὸν κόσμο. Σὰβασιλεὺς βασιλεύει στὴ βασιλεία του τὴ στρατευομένη καὶ τὴθριαμβεύουσα. Καὶ σὰν ἀρχιερεὺς πρόσφερε τὴν ἱλαστήρια θυσία τουἐπάνω στὸ σταυρὸ μιὰ γιὰ πάντα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θέλουν ζωὴαἰώνια.

 

Καθὼς διανύουμε ἐκκλησιαστικὴ περίοδο ἑορταζομένων γεγονότων ποὺθὰ κορυφωθοῦν στὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, κατὰ τὴν ὁποία θύτης (= ἀρχιερεὺς) καὶ θῦμα (= ἀμνὸς ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦκόσμου) θὰ εἶναι ὁ ἴδιος, τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούστηκε τὸπρωῒ σήμερα Γ΄ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν, ἔχοντας ὡς θέμα τὴν τέλειαἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ προβάλλεται σὲ σύγκρισι μὲ τὴνἀρχιερωσύνη τῆς θρησκείας τῶν Ἰουδαίων, ἔρχεται καὶ «δένει» θαυμάσια στὸ ὅλο ἑορταστικὸ καὶ λατρευτικὸ κλῖμα τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς. Μὲ μία λέξι ἀναδεικνύει τὸν μεγάλο ἀρχιερέα.

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς μέχρι τὸσημερινὸ ἀνάγνωσμα ἔχει ἀποδείξει ἤδη τὴν ἀνωτερότητα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸτοὺς ἀγγέλους (1,4-14) καὶ ἀπὸ τὸν προφήτη Μωϋσῆ (3,1-6), λέγονταςὅτι ὁ μὲν Ἰησοῦς εἶναι ὁ προαιώνιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ οἱ ἄγγελοι εἶναιλειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα, καὶ ὅτι ὁ μὲν Ἰησοῦς εἶναι ὁ κατασκευαστὴς τοῦ οἴκου Ἰσραήλ, δηλαδὴ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ,ὁ δὲ Μωϋσῆς ἁπλῶς ἕνας πιστὸς θεράπων, ἕνας ὑπηρέτης, ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς Ἰσραηλῖτες, ποὺ κλήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸλαό του σὲ μιὰ δύσκολη περίοδο τῆς ἱστορίας του. Ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Ἰησοῦἔναντι τῶν ἀγγέλων καὶ τοῦ Μωϋσέως εἶναι ἀσύγκριτη.  Ἐδῶ, στὸἀνάγνωσμά μας, θ᾿ ἀποδείξῃ ὁ Παῦλος ὅτι εἶναι ὁ μεγάλος καὶ μοναδικὸςἀρχιερεύς.  Ἂς δοῦμε.

 

Σᾶς διαβεβαιώνω, λέει ὁ Παῦλος, ὅτι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἔχουμε μεγάλοἀρχιερέα, τὸν Ἰησοῦ, τὸ Γιὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀρχιερεύς μας μετὰ τὴνἀνάστασι καὶ τὴν ἀνάληψί του, ἀνεβαίνοντας πρὸς τὰ πάνω, ἔχει περάσει τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔχει μπῆ στὴν αἰωνία κατάπαυσι, ὅπου μᾶς περιμένει.Ἂς τὸν ὁμολογοῦμε λοιπὸν μὲ θάρρος καὶ σταθερότητα ὡς σωτῆρα μας πάντοτε, ἰδιαιτέρως δὲ τώρα στὶς δύσκολες ἡμέρες τῆς ζωῆς μας, λόγῳτοῦ διωγμοῦ ποὺ ἔχει ξεσπάσει ἐναντίον μας. Διότι δὲν ἔχουμε ἀρχιερέα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δείξῃ συμπάθεια στὶς ἀδυναμίες μας, ἀλλὰ ἔχουμεἀρχιερέα ποὺ ὡς ἄνθρωπος ἔχει δοκιμάσει πειρασμοὺς περίπου σὲ ὅλα, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ ἁμαρτήσει (14-15).

 

Μὲ λίγα λόγια ὁ Παῦλος λέει πολλά. Ποιός ποτὲ ἀρχιερεὺς ἔχει ἀναστηθῆ, καὶ ποιός ἔχει περάσει τοὺς οὐρανούς; Κανένας καὶ ποτέ. Οὔτεἀναστήθηκε κανεὶς οὔτε πέρασε τοὺς οὐρανούς. Αὐτὸ συνέβη μόνο μὲτὸν ἀναστημένο Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ὑπῆρξαν θνητοὶ καὶπεριμένουν τὴν κοινὴ ἀνάστασι, γιὰ νὰ κριθοῦν καὶ αὐτοὶ ὡς ἁπλοῖἄνθρωποι ἀπὸ τὸ Χριστό.  Ἄρα ὁ δικός μας ἀρχιερεὺς δὲν εἶναι ἁπλῶς μεγάλος, ἀλλὰ ὁ μοναδικός, ὁ παντοδύναμος, ὁ κατασκευαστὴς τῶν οὐρανῶν καὶ τῆς μετὰ τοὺς οὐρανοὺς θείας καταστάσεως. Εἶναι ὁ αἰώνιος Γιὸς τοῦ Θεοῦ.

 

Ἡ μοναδικότητά του σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ὅτι μᾶς περιμένει στὴν αἰωνία κατάπαυσι, λέει ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, δείχνει μεγαλύτερη φροντίδα γιὰ ἐμᾶς, θεωρώντας μας οἰκείους του καὶ μὴ θέλοντας νὰ χάσουμε τὰἀγαθὰ τῆς αἰωνίου καταπαύσεως1. Αὐτὰ ὁ Χρυσόστομος.

 

Ἐξ ἄλλου ἐρωτᾶται· Ποιόν ποτὲ ἀρχιερέα καλούμαστε νὰ πιστεύουμε καὶνὰ ὁμολογοῦμε; Κανέναν καὶ ποτέ, διότι ὅλοι ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοὶ ὡς κοινοὶ θνητοί, ποὺ ἀσκοῦσαν τὸ ἀξίωμα κατ᾿ ἀνάθεσι γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦλαοῦ καὶ τὶς δικές τους. Μόνο ὁ Ἰησοῦς ὡς ἀρχιερεὺς ὑπῆρξεἀναμάρτητος καὶ πρόσφερε θυσία τὸν ἑαυτό του μιὰ γιὰ πάντα μέχρι τὴσυντέλεια τοῦ αἰῶνος, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ τῆςἁμαρτίας. Καὶ αὐτὸν καλούμαστε ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ πιστεύουμε καὶ νὰὁμολογοῦμε.

 

Τί σημαίνει νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ ὁμολογοῦμε, ἢ μᾶλλον, ὅπως τὸ λέει, «νὰ κρατοῦμε τὴν ὁμολογία»; ῥωτάει πάλι ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, καὶἀπαντᾷ2· Σημαίνει νὰ ὁμολογοῦμε ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασι νεκρῶν,ἀνταπόδοσι τῶν πράξεών μας. Σημαίνει ἀκόμη νὰ πιστεύουμε ὅτι μᾶς περιμένουν μύρια ἀγαθά, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, ὅτι ἡ πίστι μας εἶναιὀρθή, αὐτὰ ἂς ὁμολογοῦμε, αὐτὰ ἂς κατέχουμε.

 

Βέβαια συχνὰ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὶς μικροψυχίες, τὴν ὀλιγοπιστία τὰδιλήμματα καὶ τὰ προσωπικά τους, ποὺ τοὺς καθιστοῦν διστακτικοὺς καὶἐνόχους ἀπέναντι στὸ μεγάλο ἀρχιερέα Ἰησοῦ. Νομίζουν ἴσως ὅτι, ὄνταςἐκεῖνος στοὺς οὐρανούς, εἶναι ἀπόμακρος καὶ δὲν ἀσχολεῖται μαζί τους, δηλαδὴ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἑκούσιες καὶ ἀκούσιες ἁμαρτίες τους, καθὼς καὶ μὲ τὰ ἄλλα πάθη τους. Ὄχι, θὰ μᾶς πῇ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Εἶναι λάθος ἡ ἀντίληψι αὐτή. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς περνάῃ τέτοιος λογισμός, ὅτι θὰ μᾶς ἀντιπαθήσῃ καὶ θ᾿ ἀδιαφορήσῃ γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματά μας· διότι ὁἀρχιερεύς μας, ἐπεξηγεῖ ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, δὲν εἶναι ὅπως κάποιοιἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς, ποὺ δὲν γνωρίζουν αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ θλίψεις καὶ δοκιμασίες, οὔτε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ οὔτε κἂν γνώρισαν ποτὲ στὴ ζωή τους ὅτι ὑπάρχουν θλίψεις. Διότι δὲν ἔπαθαν γιὰ νὰ μάθουν. (Παρένθεσι·  Ῥώτησε κάποιος γνωστό του μητροπολίτη· Πῶς περνᾶτε, σεβασμιώτατε; Ἀπάντησι: Δεσπότης εἶμαι, παιδί μου, νὰ μὴν περνάω καλά;).

 

Ἐπανέρχομαι στὸ Χρυσόστομο· Ὁ ἀρχιερεύς, λέει, ποὺ δὲν ἔχει πεῖραἀπὸ θλίψεις καὶ δοκιμασίες, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβῃ αὐτὸν ποὺ βρίσκεται σὲ θλίψεις καὶ δοκιμασίες. Ἀλλὰ ὁ δικός μας ἀρχιερεὺς ὑπέστη τὰπάνδεινα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πρῶτα ἔπαθε καὶ ὕστερα ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ μᾶς βλέπῃ μὲ συμπάθεια3. Ὁ δικός μας ἀρχιερεὺς δὲν εἶναι κανένας μικρόψυχος, σὰν κι ἐμᾶς, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συμπαθήσῃτὶς ἀδυναμίες μας. Ἀντιθέτως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Παῦλος·

 

Σὰν ἄνθρωπος κι αὐτός, ὁ Ἰησοῦς, ὅμοιος μ᾿ ἐμᾶς σὲ ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴνἁμαρτία, ἔχοντας ὑποστῆ ὅλων τῶν εἰδῶν τοὺς πειρασμούς, μᾶς συμπαθεῖ. Κι ἀφοῦ συμπαθεῖ τὶς ἀδυναμίες μας, ἂς μὴ διστάζουμε λοιπόν.Ἂς πλησιάζουμε μὲ θάρρος τὸ θρόνο του, ποὺ εἶναι θρόνος χάριτος, γιὰνὰ λάβουμε ἔλεος καὶ νὰ βροῦμε χάρι, δῶρα μεγάλα καὶ μοναδικά, ποὺθὰ μᾶς στηρίξουν καταλλήλως στὴ δύσκολη ὥρα τοῦ πειρασμοῦ (15-16).

 

Ἀλήθεια, ποιούς πειρασμοὺς πέρασε ὁ Χριστός, ὥστε νὰ τὸν ὀνομάζῃ ὁΠαῦλος πεπειρασμένον; Πέρασε πολλοὺς πειρασμοὺς ὁ Χριστὸς τόσο ἀπὸτὸ διάβολο, ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. Πέρασε πειρασμοὺς καὶ ἀπὸτοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάς του. Ἀναφέρω μερικούς. Πειράστηκε ἀπὸ τὸν πειράζοντα στὴν ἔρημο, ὅταν τοῦ ζήτησε πρῶτον νὰ κάνῃ τὶς πέτρες ψωμιά, δεύτερον νὰ ῥίξῃ τὸν ἑαυτό του κάτω ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦπτερυγίου, καὶ τρίτον νὰ πέσῃ νὰ τὸν προσκυνήσῃ. Ἀλλὰ καὶ στὶς τρεῖς προκλήσεις ὁ Κύριος ἀντέταξε ἀπαντήσεις ἀποστομωτικές, ὡς ἄνθρωπος,ὄχι σὰν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἀπαντήσεις ποὺ τὶς ἄντλησε μέσα ἀπὸ τὸν παντοδύναμο λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν ἀπομάκρυνε (Μθ 4,1-11).

 

Οἱ τρέφοντες ἐχθρικὲς διαθέσεις ἐναντίον του ἀρχιερεῖς γραμματεῖς φαρισαῖοι Σαδδουκαῖοι, τοῦ ἀντέλεγαν συνεχῶς, τὸν περιφρονοῦσαν, τὸν εἰρωνεύονταν, τὸν ἀμφισβητοῦσαν, τὸν κατασκόπευαν,τὸν συκοφάντησαν, τὸν ἐξύβρισαν, ἀποφάσιζαν τὸ θάνατό του, τὸν μίσησαν, τὸν ῥάπισαν, τὸν περιέπαιξαν, τὸν σταύρωσαν. Οἱ συγχωριανοί του Ναζωραῖοι τὸν καταδίωξαν καὶ θέλησαν νὰ τὸν ῥίξουν στὸ γκρεμὸ τῆς λίμνης (Λκ 4,29-30).

 

Πειράστηκε ἐπίσης ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὅταν ἄλλα τοὺς ἔλεγε καὶ ἄλλα καταλάβαιναν. Τὸ μυαλό τους συχνὰ ἦταν στὰ γήινα καί, μὴ μπορώντας νὰ τὸν παρακολουθήσουν σὲ ὅλα, τοῦ προξενοῦσαν λύπη. Τοὺς εἶπε λ.χ. νὰ προσέχουν ἀπὸ τὴ ζύμη τῶν φαρισαίων, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ μίασμα τῶν φαρισαίων, ἀλλὰ τὸ μυαλό τους πῆγε στὰ ψωμιά, ὅτι δὲν ἀγόρασαν ψωμιὰ γιὰ τὴν ὁδοιπορία τους (Μθ 16,11-12). Τοὺς προειδοποιοῦσε ὅτι πρόκειται νὰ σταυρωθῇ, καὶ ὁ Πέτρος τὸν «συμβούλευε»·  Μὴ τυχὸν καὶθελήσῃς νὰ σοῦ συμβῇ τέτοιο πρᾶγμα (Μθ 16,23). Καὶ ὁ Χριστὸς τὸνὠνόμασε σαταν (= ἀντιρρησία) καὶ τοῦ εἶπε ὅτι δὲν φρονεῖ τὰ τοῦ Θεοῦ,ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα τὸ ἀκούσαμε αὐτὸ τὸ πρωῒ στὴλειτουργία. Οἱ ἀδελφοὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, δύο ἀπὸ τοὺς τρεῖςἀγαπημένους μαθητάς του,  μαζὶ μὲ τὴ μητέρα τους, ἐνῷ ὁ Χριστὸς κατάπικρος καὶ ἐναγώνιος βάδιζε πρὸς τὸ σταυρό, τοῦ ζητοῦσαν τιμητικὲς διακρίσεις καὶ ἀξιώματα· κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε (Μθ 20,20-23). Τοὺς μίλησε σαφέστατα γιὰ τοὺς φαρισαίους ὅτι εἶναι τυφλοὶ ὁδηγοὶ καὶ θὰ πέσουν στὸ λάκκο καὶ οἱ ἴδιοι καὶ οἱὁδηγούμενοι ἀπ᾿ αὐτούς, ἀλλὰ οἱ μαθηταί του δὲν κατάλαβαν τίἐννοοῦσε, καὶ ὁ Πέτρος τοῦ ζητοῦσε ἐξήγησι. Ὁ Κύριος τότε ὠνόμασε τοὺς μαθητάς του ἀσύνετους (Μθ 15,16). Τοὺς εἶπε ὅτι, ὅταν θὰ τὸν πιάσουν, θὰ τὸν ἐγκαταλείψουν ὅλοι, καὶ ὁ Πέτρος, ἐνῷ καυχόταν ὅτι δὲν θὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, κι ἂν ἀκόμη χρειαστῇ νὰ πεθάνῃ γι᾿ αὐτόν, τελικὰτὸν ἀρνήθηκε, ὅπως τὸν προειδοποίησε ὁ Χριστός, καὶ οἱ ἄλλοι διασκορπίστηκαν ὡς πρόβατα μἔχοντα ποιμένα (Μρ 14,26-31). Τοὺς εἶπε στὴ Γεθσημανῆ ν᾿ ἀγρυπνοῦν καὶ νὰ προσεύχωνται γιὰ νὰ μὴ μποῦν σὲ πειρασμό, καὶ αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ νικήσουν τὴ νάρκη τοῦ ὕπνου, καὶ κοιμοῦνταν, ἐνῷ ὁ ἱδρώτας τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν ἀγωνία ἔπηζε καὶγινόταν ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος (Μθ 26,36-46· Λκ 22,44). Τοὺς εἶπε ὅτι μετὰ τρεῖς ἡμέρες θ᾿ ἀναστηθῇ, καὶ δὲν τὸν πίστεψαν, οὔτε πῆγαν στὴΓαλιλαία ὅπου τοὺς ὥρισε συνάντησι στὸ ὄρος (Μρ 16,7). Ἰδοὺ οἱπειρασμοὶ τοῦ Χριστοῦ!

 

Καὶ λέει ὁ Παῦλος· Ἐπειδὴ ἔχει ὑποστῆ τέτοιους πειρασμούς, γνωρίζει ἀπὸἀνθρώπινες ἀδυναμίες, γι᾿ αὐτὸ μᾶς συμπαθεῖ καὶ μᾶς βλέπει μὲ ἐπιείκεια. Καὶ νωρίτερα εἶπε·  Ἐπειδὴ αὐτὸς πειράστηκε καὶ ἔπαθε, γι᾿ αὐτὸ μπορεῖνὰ βοηθήσῃ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ πειρασμούς (2,18).  Καὶ ὁ ἴδιος ὁΚύριος ἄλλοτε διαβεβαίωσε ὅτι, ἀκόμη καὶ ὅταν θὰ κρίνῃ τὸν κόσμο θὰεἶναι ἐπιεικής,ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστι (Ἰω 5,27).

 

Ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος, ὅπως εἶπε προηγουμένως ὁ Παῦλος, ἤξερε ἀπὸἀνθρώπινες ἀδυναμίες, διότι καὶ ὁ ἴδιος εἶχε σῶμα παρόμοιο. Παρόμοιο, «παραπλήσιο», ὄχι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Γιατί; Διότι τὸ σῶμα του ἦταν ὅμοιο μὲ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων ὡς πρὸς τὴ φύσι, ἀλλ᾿ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία δὲν ἦταν ἴδιο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἁμαρτίες.  Τὸ σῶμα του τὸ ἔλαβε, ὄχι ἀπὸἄνδρα, ὅπως τὸ λαμβάνουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ «ἐκ Πνεύματοςἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου», ὅπως ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (1,35) καὶ ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ σύμβολο τῆς πίστεως (ἄρθρο 3). ὉΑὐγουστῖνος Ἱππῶνος εἶπε γιὰ τὸ Χριστό· non posse peccare (δὲν μπορεῖνὰ  ἁμαρτήσῃ, λόγῳ τῆς θεότητος)4. Ὁ Χριστὸς εἶχε μόνο ἀδιάβλητα καὶἀκατηγόρητα πάθη, ὅπως τὰ ὠνόμασαν ἀρχαῖοι σχολιασταί· Πεινοῦσε, διψοῦσε, κουραζόταν, κοιμόταν, ἔκλαιγε, καὶ ἤξερε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποιἔχουν τέτοιες ἀδυναμίες, ἀλλὰ καὶ ἄλλες πιὸ μεγάλες ἀδυναμίες, κληρονομημένες ἀπὸ τοὺς προπάτορες  Ἀδὰμ καὶ Εὔα, καθὼς καὶἐπίκτητες καὶ ἑκούσιες λόγῳ τῆς ῥοπῆς τους πρὸς τὸ κακὸ καὶ τῆς διεφθαρμένης φύσεώς τους. Καὶ γιὰ ὅλες αὐτές, λέει ὁ Παῦλος, ὁἀρχιερεύς μας ἦταν συμπαθὴς πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὄχι ὅτι ὡς παντογνώστης Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν ἤξερε τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπου,ἀλλὰ τονίζει ὅτι τὶς ἤξερε ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἔχουμε πειστήριο ἐμεῖς  οἱἄνθρωποι, ὅτι θὰ εἶναι ἐπιεικής.

 

Νὰ μὴ διστάζουμε λοιπὸν οὔτε ν᾿ ἀμφιβάλλουμε οὔτε νὰ τὸν βλέπουμε ὡςἀπόμακρο, ἀλλὰ νὰ τὸν θεωροῦμε δικό μας, φίλο μας, συμπαραστάτη μας, δίπλα μας, καὶ νὰ προστρέχουμε μὲ θάρρος καὶ βεβαιότητα στὸθρόνο του.

 

Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὡς ἀρχιερεὺς καὶ βασιλεὺς ἔχει θρόνο, ὄχι αὐθαίρετηςἐξουσίας καὶ τιμωρίας, ἀλλὰ χάριτος. Ποιός εἶναι ὁ θρόνος αὐτός; Εἶναι ὁβασιλικός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Πατέρας τοῦ εἶπε· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕωςἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου (Ψα 109,1). Ἀλλὰγεννᾶται τὸ ἐρώτημα·  Ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἁμαρτωλοί, αὐτὸς δὲἀναμάρτητος, πῶς μποροῦμε νὰ προσερχώμεθα μὲ θάρρος; Μποροῦμε, διότι εἶναι θρόνος χάριτος καὶ ἐλέους, καὶ ὄχι θρόνος κρίσεως τώρα. Ὁθρόνος τῆς κρίσεως θὰ εἶναι διαφορετικὸς ἀργότερα.

 

Ὁ ἀκένωτος Χρυσόστομος, ὁ ὀξυδερκέστερος ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν, κάνει μιὰ ἀναγκαία διάκρισι·  Ἂν προσέλθῃς τώρα, θὰ λάβῃς καὶ χάρι καὶἔλεος, διότι προσέρχεσαι ἐγκαίρως. Ἂν προσέλθῃς τότε, δὲν θὰ λάβῃς. Διότι  θὰ εἶσαι ἐκπρόθεσμος.Τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ θρόνος χάριτος. Θρόνος χάριτος ὑπάρχει τώρα, ὅσο ὁ βασιλεὺς καὶ ἀρχιερεὺς Χριστὸς κάθεται στὸθρόνο τῆς χάριτος. Ὅταν ὅμως ἔρθῃ ἡ συντέλεια, τότε σηκώνεται ἀπὸ τὸθρόνο τῆς χάριτος καὶ κάθεται στὸ θρόνο τῆς κρίσεως. Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν (Ψα 81,8), θὰ τοῦ πῇ ὁ Πατέρας.5

 

Ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας κάποια ἡμέρα τοῦ ἔτους μπορεῖ νὰ κάνῃχάρι σὲ καταδίκους φυλακισμένους, ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς κάνει χάρι πάντοτε, σὲ ὅλους ὅσοι θὰ προσέλθουν νὰ τοῦ τὴ ζητήσουν. Καὶ τί χάρι; Μᾶς συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, μᾶς λούζει μὲ τὸ ἔλεός του, μᾶς πλουτίζει μὲ τὴχάρι του. Μὲ τὴ βάπτισι, τὴ μετάνοια, καὶ τὸ αἷμα του, μᾶς καθαρίζει ἀπὸπάσης ἁμαρτίας (Α΄ Ἰω 2,1-2). Δίνει δὲ τὴ χάρι του περισσότερη ἢλιγώτερη ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικότητά μας ὡς πλοῦτο πνευματικό, ποὺ θὰκατεργαστῇ, ὄχι μόνο τὸν ἁγιασμό μας, ἀλλὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ ἁγίουὀνόματός του.

 

Στὴ ζωή μας δὲν ὑπάρχει στιγμὴ ποὺ νὰ μὴν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ χάρι τοῦ Κυρίου. Οὔτε περνάει καμμιὰ ἡμέρα ποὺ νὰ μὴν αἰσθανθοῦμε τὴνἐπιθυμία τοῦ ἐλέους του καὶ τῆς χάριτός του. Ἐξ ἄλλου δὲν ὑπάρχειἄνθρωπος ποὺ νὰ ζητήσῃ στὴν προσευχή του καὶ νὰ μὴ λάβῃ. Πρὸςὅλους παρέχει ὁ Κύριος ἄμεση τὴ βοήθειά του, ἀρκεῖ ὡς προσευχόμενοι νὰ ξέρουν τί ζητοῦν. Διότι ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ξέρουν τί ζητοῦν, καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν τοῦ ζητοῦν ποτὲ τίποτε, εἴτε ἀπὸ ἀμέλεια, εἴτεἀπὸ ὀλιγοπιστία, εἴτε ἀπὸ ἐμπλοκή τους στὴν ὕλη καὶ στὶς ἄνομες ἡδονές.

 

Ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ θρόνος ἐλέους καὶ χάριτος, δικαίως θὰπαραπονούμασταν γιὰ τὴν καταδίκη μας. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ θρόνος;ὅταν λυτρωτὴς συμπαθὴς στὶς ἁμαρτίες μας κάθεται σ᾿ αὐτὸν καὶπεριμένῃ; ὅταν  μεσιτεύῃ ἀκατάπαυστα στὸν Πατέρα γιὰ μᾶς; πῶς θὰδικαιολογήσουμε τυχὸν ἀμέλειά μας; Γιατί νὰ ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, ἄνθρωποι ποὺ καταδικάζουν οἱ ἴδιοι τὸν ἑαυτό τους, ἐπειδὴ δὲν προσέρχονται ἐγκαίρως στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου ἀρχιερέως, ποὺ μπορεῖκαὶ θέλει νὰ σῴζῃ πέρα γιὰ πέρα τοὺς προσερχομένους στὸ Θεό, καὶ ζῇγιὰ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ μεσιτεύῃ γι᾿ αὐτούς (7,25);

 

Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ γράφει ὁ Παῦλος, γιὰ νὰπαρηγορήσῃ τοὺς συμπατριῶτες του Ἑβραίους Χριστιανούς, ποὺ ἔγιναν θύματα ἑνὸς ἀγρίου διωγμοῦ ποὺ ξέσπασε στὰ Ἰεροσόλυμα μετὰ τὸλιθοβολισμὸ τοῦ Στεφάνου ἐναντίον τους, καὶ γιὰ νὰ γλυτώσουν τὴ ζωή τους, ἐγκατέλειψαν τὰ σπίτια τους τὶς δουλειές τους τὶς περιουσίες τους καὶ ἔφυγαν ἆρον ἆρον σὰ πρόσφυγες στὶς γύρω πόλεις, στερούμενοι τῶν πάντων.

 

Μέσα στὴ βαθειὰ αὐτὴ θλῖψι τους κάποιοι ἀπὸ αὐτούς, ὅπως πληροφορήθηκε ὁ Παῦλος, λύγισαν, καὶ σκέφτονταν ν᾿ ἀρνηθοῦν τὴν πίστι στὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν ἰουδαϊσμό. Τότε ὁ Παῦλος, γιὰνὰ προλάβῃ μιὰ τέτοια ὀλέθρια παλινδρόμησι, τοὺς γράφει τὴν πρὸς αὐτοὺς Ἐπιστολὴ καὶ τοὺς παρηγορεῖ, τονίζοντας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦἔναντι τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἔναντι τοῦ Νόμου, τοῦ Μωϋσέως, τοῦ ἱερατείου, τῶν θυσιῶν, ποὺ ἦταν τύποι. Ὁ Χριστός, λέει μὲ τὸ στόμα τοῦΧρυσοστόμου,τοὺς ἀποζημιώνει γιὰ ὅλα τὰ παθήματα καὶ τὶς κακουχίες καὶ στὴν παροῦσα ζωὴ καὶ στὴν ἄλλη προπαντός. Μένοντας στὸ Χριστό, δὲν ἔχουν ἕναν προφήτη ἢ ἄγγελο, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸ Θεό· δὲν ἔχουν χοντροειδῆ θρησκεία, ἀλλὰ πίστι· δὲν ἔχουν τὴ λατρεία τοῦ μωσαϊκοῦΝόμου, ἀλλὰ λογικὴ  λατρεία·  δὲν ἔχουν διαθήκη παλιά, ἀλλὰκαινούργια· δὲν ἔχουν ἱερωσύνη λευϊτική, ἀλλὰ ἱερωσύνη ἐν Χριστῷ· δὲνἔχουν ἱλασμὸ σκιώδη, ἀλλὰ ἀληθινό.

 

Μὲ ὅλα αὐτὰ ὁ Παῦλος ἀποδεικνύει καὶ πείθει. Παράλληλα διενεργεῖἐράνους καὶ τοὺς στέλνει βοήθεια. Παρεμπιπτόντως ἀναφέρω ἐδῶ ὅτι οἱπροθυμότερες καὶ οὐσιωδέστερες συνεισφορὲς στοὺς ἐράνους ἦτανἐκεῖνες τῶν Μακεδόνων Χριστιανῶν (Φιλιππησίων, Θεσσαλονικέων, Βεροιέων, καὶ ἄλλων). Οἱ Μακεδόνες τὸν παρακαλοῦσαν νὰ δεχτῇ καὶ τὴδική τους συνεισφορὰ στὸν ἔρανο, παρόλο ὅτι ἦταν φτωχοί. Γι᾿ αὐτὸ ὁΠαῦλος τοὺς προβάλλει ὡς παράδειγμα φιλανθρωπίας (Β΄ Κο 8,1-5).

 

Μὲ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ καὶ τὶς ἀνάλογες φιλανθρωπικὲς ἐνέργειές του ὁΠαῦλος πρόλαβε καὶ ἀνέκοψε τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἑβραίων Χριστιανῶν στὸν ἰουδαϊσμό. Παράλληλα ἔμεινε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἡ Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή του σὰν μιὰ δυνατὴ παρακαταθήκη, ποὺ δὲν διδάσκει ἁπλῶς, οὔτε μόνο παρηγορεῖ, ἀλλά, ὅπως τονίστηκε πιὸ πάνω, ἀποδεικνύει καὶ πείθει γιὰ τὴθεὀτητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὸν σὲ ὅσους μένουν σταθεροὶ στὴν πίστι τους. Ἡ πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ εἶναι ἕνα παύλειο ἀποδεικτικὸ διαμάντι.

 

Αὐτὰ τὰ ἀνεκτίμητα προσφέρει ὁ μεγάλος ἀρχιερεὺς Ἰησοῦς.  Ἂς δοῦμε τώρα τί λέει ὁ Παῦλος στὸ β΄μέρος τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος καὶτοὺς κοινοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ ἰουδαϊσμοῦ.

 

Κάθε τέτοιος ἐπίγειος ἀρχιερεύς, λέει, ἐπιλέγεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀνάμεσαἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοῦ ἀνατίθενται οἱ τελετὲς τῆς λατρείας γιὰ τοὺςἀνθρώπους. Ἔτσι προσφέρει δῶρα καὶ θυσίες, προκειμένου νὰσυγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες. Ὁ κάθε τέτοιος ἀρχιερεύς, ποὺ καὶ αὐτὸς σὰν κοινὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀδυναμίες, ἀντιμετωπίζει μὲ μετριοπάθεια ὅσους σφάλλουν ἀπὸ ἄγνοια ἢ ἀπὸ πλάνη. Κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει κι αὐτὸςἀδυναμίες, προσφέρει δῶρα καὶ θυσίες  στὸ Θεὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶγιὰ τὸ λαό, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες (5,1-3).

 

Κάθε ἀρχιερεὺς καὶ ἱερεὺς στὸν Ἰσραὴλ λαμβανόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦΛευΐ, γιὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Θεὸς στὸ Μωϋσῆ· Λάβε τοὺς Λευΐτες ἀνάμεσαἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες καὶ ἅγνισέ τους (Ἀρ 8,6). Ἀπὸ τὸν Καάθ, ἕναν ἀπὸτοὺς τρεῖς γιοὺς τοῦ Λευΐ, προῆλθε ἡ ἀρχιερατικὴ καὶ ἱερατικὴ τάξι στὸνἸσραὴλ καὶ ἐπέζησε μέχρι τὸ 70 μ.Χ., ὅταν ἐξωντώθηκε καὶ διαλύθηκε τὸἱερατεῖο καὶ ὅλο τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸν Ῥωμαῖο αὐτοκράτορα Βεσπασιανὸ καὶτὸ γιό του στρατηγὸ Τῖτο. Σήμερα οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἔχουν ἱερατεῖο. Οὔτε ξέρουν σὲ ποιά φυλὴ ἀπὸ τὶς δεκατρεῖς ἀνήκουν. Οἱ παρουσιαζόμενοι ὡςῥαββῖνοι τους δὲν ἔχουν τὴ λευϊτικὴ ἱερωσύνη, οὔτε κἂν ἱερωσύνη ἔχουν.

 

Νὰ μερικὰ ὀνόματα μεγάλων ἀρχιερέων στὸν Ἰσραήλ· Ἀαρών, ἀδελφὸς τοῦ Μωϋσέως, Ἐλεάζαρ, γιὸς τοῦ Ἀαρών, Φινεές, γιός τοῦ Ἐλεάζαρ, Ἠλί,Ἀβιάθαρ, ἀρχιερεὺς τοῦ Δαυΐδ, Σαδδώκ, ἀρχιερεὺς τοῦ Σολομῶντος ἀπὸτὴν οἰκογένεια Φινεές. Οἱ Σαδδουκαῖοι ἀρχιερεῖς, ἀπὸ τὸν Σαδδώκ,ἀρχιεράτευσαν μέχρι τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ, ἐκφυλισμένοι καὶἀγνώριστοι. Οἱ περισσότεροι ἦταν ἄπιστοι καὶ ὑλισταὶ δὲν πίστευαν στὴμετὰ θάνατον ζωή. Οἱ ἀρχιερεῖς λ.χ.  Ἄννας καὶ Καϊάφας, πεθερὸς καὶγαμβρός, ποὺ θανάτωσαν τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Στέφανο, καὶ οἱ γιοί τους καὶἔγγονοί τους, ποὺ παραλίγο νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Παῦλο μὲ τρεῖς δολοφονικὲς ἀπόπειρες, ἦταν Σαδδουκαῖοι. Ἔμπαιναν μόνοι αὐτοὶ στὰἅγια τῶν ἁγίων μία φορὰ τὸ χρόνο γιὰ μιὰ στιγμή.

 

Ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ὑπῆρχαν δύο τάξεις. Οἱ ἀμέσως μετὰ τὸν ἀρχιερέα, διακρινόμενοι σὲ 24 ἐφημερίες, καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς. Οἱ ἱερεῖς τῆς πρώτης τάξεως ἔμπαιναν στὰ ἅγια καὶ οἱ ἱεροπραξίες τους ἦταν πρωῒ καὶ βράδυ νὰ θυμιοῦν, ν᾿ ἀνάβουν τὸ βράδυ καὶ νὰ σβήνουν τὸ πρωῒ τὴν ἑπτάφωτη λυχνία, καὶ ν᾿ ἀλλάζουν κάθε ἑβδομάδα τοὺς 5 ἄρτους τῆς προθέσεως. Τέτοιος ἱερεὺς ἦταν καὶ ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννου βαπτιστοῦ(Λκ 1,5).

 

Οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἦταν θῦτες. Θυσίαζαν, ἔσφαζαν, ἔγδερναν, ἔπλυναν τὰἱερὰ σφάγια, τὰ τεμάχιζαν, τὰ μοίραζαν, τ᾿ ἀνέβαζαν στὸ θυσιαστήριο σὲὕψος ὀρόφου, τὰ ἔκαιγαν, τὰ ἔψηναν, τὰ τηγάνιζαν, τὰ μαγείρευαν, πετοῦσαν τοὺς πεπτικοὺς σωλῆνες, τὰ νύχια, καθὼς καὶ τὴ στάχτη τῶνὁλοκαυτωμάτων, φύλαγαν τὰ δέρματα, τὰ κέρατα, καὶ τὰ ξύγγια γιὰἀξιοποίησι. Μεγάλες ἐγκαταστάσεις μεταφορᾶς, λουτρῶν, νιπτήρων, καὶἀποχετεύσεων μὲ σκάρες καὶ ὑπονόμους καὶ μὲ τεράστιες δεξαμενὲς νεροῦ καὶ μὲ βρύσες ὑπῆρχαν στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ. Ὑπῆρξε περίπτωσι ποὺ θυσιάστηκαν 22.000 μοσχάρια καὶ περισσότερες χιλιάδες γιδοπρόβατα. Σκληρὴ ἡ δουλειὰ τῶν ἁρμοδίων θυτῶν6.

 

Αὐτὲς τὶς θυσίες τῶν ζῴων, λέει ὁ Παῦλος, καὶ τοὺς καρποὺς τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν δέντρων, τὶς ἀναίμακτες θυσίες, ὅπως τὶς ἔλεγαν, τὶς πρόσφερναν οἱ Ἰουδαῖοι, μέσῳ τῶν ἀρχιερέων, δηλαδὴ τῶν ἀνδρῶν τῆςἱερατικῆς λευϊτικῆς τάξεως, γιὰ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν, τῶν δικῶν τους καὶ τῶν τοῦ λαοῦ.

 

Καθὼς ὁ Παῦλος κάνει λόγο γιὰ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τὸ ἔργο τους, μᾶς πληροφορεῖ καὶ σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάδειξί τους στὸ ἀξίωμα αὐτό. Λέει·

 

Τὴν τιμὴ τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος, λέει, δὲν τὴν παίρνει κανεὶς μόνος του, ἀλλὰ καλεῖται ἀπὸ τὸ Θεό, ὅπως καὶ ὁ Ἀαρών. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστός· Μὲτὸ ὅτι ἔγινε ἀρχιερεὺς δὲν δόξασε αὐτὸς τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ὁ Πατέρας ποὺ τοῦ εἶπε· Εἶσαι ὁ Υἱός μου. Ἐγὼ σήμερα σὲ γέννησα. Καθὼς καὶ ἀλλοῦτῆς Γραφῆς λέει· Σὺ εἶσαι ἱερεὺς αἰώνιος, ὅπως ὁ Μελχισεδέκ (4-6).

 

Ὁ Θεὸς ἔχρισε ἕναν ἀρχιερέα γιὰ τὸν Ἰσραήλ, τὸν Ἀαρών. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁἘλεάζαρ καὶ ὁ Ἰθάμαρ, παιδιὰ τοὺ Ἀαρών, διαδέχτηκαν τὸν πατέρα τους στὸ ἀξίωμα, οἱ ἀρχιερεῖς ἦταν δύο καὶ οἱ οἰκογένειές τους συγγενικές. Στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀρχιερεὺς δὲν ἦταν πιὰ ἰσόβιος οὔτε ἀπόγονος τοῦ Ἀαρών, ὅπως ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, ἄλλοτε ὁῬωμαῖος Καῖσαρ καὶ ἄλλοτε ὁ ντόπιος βασιλιᾶς, κατέβαζαν καὶ ἀνέβαζαν τοὺς ἀρχιερεῖς ὅπως ἤθελαν καἰ κάθε λίγο, ἀνάλογα μὲ τὸ τί εἰσέπρατταν.Ἔτσι ὑπῆρχαν πολλοὶ τέως ἀρχιερεῖς. Πολλὲς φορὲς αὐτοὶ οἱ τέως ἦταν συγγενεῖς ἢ ἀδέρφια, κι ἔτσι ἦταν ὅλοι μαζὶ ἕνα κόμμα, ἕνα λόμπυ. Ὅταν σταυρώθηκε ὁ Χριστός, ἀπὸ λίγα χρόνια πρίν, ἦταν ἀρχιερεὺς ὁ Ἄννας. Οἱ Ῥωμαῖοι πρὶν λίγα χρόνια κατέβασαν τὸν  Ἄννα κι ἔβαλαν μὲ τὴ σειρὰτοὺς γιούς του, τοὺς ὁποίους κατέβασαν ἐπίσης, καὶ στὸ τέλος ἀνέβασαν τὸν Καϊάφα, γαμβρὸ τοῦ Ἄννα. Γι᾿ αὐτὸ κι ὅταν ἔπιασαν τὸ Χριστό, πρῶτα τὸν πῆγαν στὸν Ἄννα γιὰ νὰ βγάλῃ τὴν οὐσιαστικὴ ἀπόφασι, κι ἔπειτα, γιὰτὸν τύπο, τὸν πῆγαν καὶ στὸν Καϊάφα, ποὺ καθόταν στὸ ἴδιο μέγαρο7.

 

Παλιὰ ἀρρώστια, ἀγαπητοί μου, ν᾿ ἀναδεικνύεται κανεὶς στὸ ἀρχιερατικὸἀξίωμα δωροδοκώντας τοὺς πολιτικοὺς ἢ ἐκκλησιαστικοὺς παράγοντες, γινόμενος ἐπιβάτης καὶ παρείσακτος. Καὶ σήμερα ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖςἐξωνοῦνται τὴν ἀρχιερωσύνη μὲ σιμωνιακὸ τρόπο. Ἀκούγεται ὅτι ἡταρίφα κυμαίνεται μεταξὺ 350 – 450 χιλιάδων εὐρώ, καὶ μόλις μετρηθοῦν, ἔρχεται ἡ ἐκλογή.  Ἂς ὄψονται ὅσοι ἐκλέγονται αὐτόκλητοι, θέτοντας ὡς αὐτοσκοπὸ τὴν ἀνάδειξί τους σὲ ἐπίσκοπο, πληρώνοντας. Σημειώνει κάπου ὁ Π. Τρεμπέλας· «Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ κάθε τιμῆς, καὶἰδιαιτέρως κάθε πνευματικῆς τιμῆς. Καὶ εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ εἰσπηδήσῃκάποιος ἄνευ κλήσεως εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἀλλ᾿ αὐτὸς πλέον δὲνἠμπορεῖ νὰ ὑπολογίζῃ εἰς τὴν συμπαράστασιν καὶ βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, καὶσυνεπῶς εἶναι ἀδύνατον αὐτὸς νὰ μὴ ἀποτύχῃ, ἐπισωρεύοντας εἰς τὸνἑαυτόν του τὴν καταδίκην. Καὶ εἰσακούει μὲν καὶ αὐτὸν ὁ Θεὸς  κατὰ τὴν τέλεσιν τῶν ἱερατικῶν του ἔργων, ὄχι ὅμως δι᾿ αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τὸν διακονούμενον λαόν, ἐπάνω εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ ὁποίου αὐτὸς ἔχειἐπικαθήσει αὐτόκλητος ἄρχων»8.

 

Ὁ Ἀαρὼν ποὺ ἀναφέρει ἐδῶ ὁ Παῦλος εἶναι, ὅπως προεῖπα,  ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μωϋσέως. Ἰδοὺ ἡ ἀπὸ Θεοῦ ἐκλογή του. Ὁ Θεὸς εἶπε στὸΜωϋσῆ·Κάλεσε μπροστά σου τὸν Ἀαρὼν τὸν ἀδελφόν σου καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ, γιὰ νὰ εἶναι οἱερεῖς μου. Καὶ ποιήσῃς στολὴν ἁγίαν Ἀαρὼν τἀδελφῷ σου εἰς τιμὴν καὶ δὀξαν… Καὶ λαβὼν τὰς στολὰς ἐνδύσῃς Ἀαρὼν τὸν ἀδελφόν σου καὶ τὸν χιτῶνα τὸν ποδήρη καὶ τὴν ἐπωμίδα καὶ τὸλογεῖον (Γε 28,1-2· 29,4-5). Καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἀαρὼν  ἦταν ἀδελφὸς τοῦΜωϋσῆ, ὁ λαὸς γόγγυζε. Τότε εἶπε ὁ Θεὸς σὲ κάθε φυλὴ νὰ παραδώσῃμία ῥάβδο. Τὶς ῥάβδους αὐτὲς τὶς τοποθέτησε ὁ Μωϋσῆς στὸ ἱερό. Τὴνἄλλη ἡμέρα βλάστησε ἡ ῥάβδος τοῦ Ἀαρών.  Ἔδωσε δηλαδὴ ὁ Θεὸς δημοσίως σημάδι ὅτι ἐκλέγει γιὰ τὸ ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης τὸν Ἀαρών. Δὲν τὸν ἐξέλεξε λοιπὸν ὁ ἀδερφός του, ἀλλὰ ὁ Θεός (Ἀρ 17,16-28). ὉΘεὸς καταπαύει τὴ μεμψιμοιρία τοῦ λαοῦ, καὶ καταργεῖ τὴν οἰκογενειοκρατία καὶ τὸ νεποτισμό, νὰ τοποθετοῦνται δηλαδὴ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐξουσία συγγενικὰ ἢ φιλικά τους πρόσωπα σὲ ἀνώτερες θέσεις καὶ ὑψηλότερα ἀξιώματα, ὅπως γίνεται σήμερα σὲ εὐρύτατη κλίμακα σὲκρατικὲς βαρύμισθες θέσεις.  Ὄχι λιγώτερο συμβαίνει αὐτὸ καὶ στὸνἐκκλησιαστικὸ χῶρο μὲ ὑποδείξεις γιὰ διαδοχή, ὥστε ἡ κακοδαιμονία νὰσυνεχίζεται καὶ ὁ κλειὸς ἀπὸ τὸν τράχηλο τοῦ λαοῦ, ἀντὶ νὰ χαλαρώνῃ, νὰ συσφίγγεται ἀκόμη περισσότερο, καὶ νὰ μετατρέπεται ἡ ἐκκλησία τοῦΧριστοῦ σὲ φέουδο τῶν ὀλίγων.

 

Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστός, λέει ὁ Παῦλος, δὲν εἰσπήδησε στὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦἀρχιερέως, δὲν ἀνέλαβε τὸ ἔργο τῆς ἀρχιερωσύνης χωρὶς νὰ κληθῇ ἀπὸτὸ Θεό, δὲν ἦταν κυνηγὸς τῆς δόξης τῆς προβολῆς καὶ τοῦ πλούτου, ἀλλὰταπεινὸς καὶ πρᾷος. Τὸν κάλεσε σ᾿ αὐτὸ ὁ Πατέρας του λέγοντας· Εἶσαι ὁΥἱός μου. Ἐγὼ σὲ γέννησα σήμερα.

 

Ἐδῶ πρέπει νὰ διευκρινίσουμε ὅτι καὶ γιὰ τὸ Σολομῶντα εἶπε ὁ Θεὸς «Αὐτὸς θὰ εἶναι παιδί μου, κι ἐγὼ θὰ εἶμαι πατέρας του» (Α΄ Πα 22,10· Β΄ Βα 7,14). Καὶ τὸν Ἰσραὴλ τὸν ὠνόμασε ὁ Θεὸς πολλὲς φορὲς υἱό του (Ἐξ 4,22· Δε 14,1·  Ἠσ 1,2· Ἰε 38,9). Οὔτε ὅμως στὸν ἕνα οὔτε στὸνἄλλον εἶπε τὸ χαρακτηριστκώτατο· Ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε, μὲ τὸὁποῖο δηλώνεται ἡ πραγματικὴ υἱότητα. Ὁ ἐνεστὼς εἶ, (Υἱός μου εἶ σύ) κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἑρμηνευτάς,  ἀναφέρεται στὴν προαιώνια γέννησι τοῦ Υἱοῦ ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὁ παρακείμενος γεγέννηκά σε δηλώνει τὴν ἐν χρόνῳ σάρκωσι9. Μὲ τὴ φράσι Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε Θεὸς πανηγυρικῶς ἐκφράζει τὴ στοργή του πρὸς τὸ Χριστὸ καὶ τὴνἀνάδειξί του σὲ ἀρχιερέα καὶ μεσίτη.

 

Καὶ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος, ὅταν μιλάῃ γιὰ τὸ Χριστό, σὲ ὅλες τὶς Ἐπιστολές του,ἀλλὰ κυρίως στὴν πρὸς Ἑβραίους, εἶναι πληθωρικὸς σὲ ὕμνησι τοῦΧριστοῦ, φέρνει καὶ ἐδῶ δεύτερη μαρτυρία, ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ ἔχρισεἀρχιερέα τὸ Χριστὸ λέγοντας· Σἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Νὰ ποιός διορίζει καὶ ἐκλέγῃ τοὺς ἀρχιερεῖς.  Ὁ ἴδιος ὁ Θεός.Ἔτσι, ὅπου ἔχει ἐφαρμοστῆ σιμωνιακὸς τρόπος ἐκλογῆς, ἐπισύρεται ἡὀργὴ τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τοῦ ὑφαρπάζουν τὸ δικαἰωμά του νὰ ἐκλέγῃτοὺς ἀρχιερεῖς του. Τὸ Σήμερον γεγεννηκά σε ὁ Παῦλος τὸ δανείστηκεἀπὸ τὸν δεύτερο Ψαλμό  (2,7), ἐνῷ τὸ Σὺ εἱερεὺς ἀπὸ τὸν ἑκατοστὸἔνατο (109,4).

 

Μελχισεδὲκ σημαίνει βασιλεὺς δικαιοσύνης καὶ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦὙψίστου. Γιὰ τὸν Μελχισεδὲκ γίνεται λόγος μιὰ φορὰ στὴ Γένεσιἱστορικῶς 14,18-20, μιὰ φορὰ στοὺς Ψαλμοὺς (109,4) προφητικῶς, διότι προλέγεται ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ εἶναι ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, καὶ τρεῖς φορὲς στὴν Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, μία ἐδῶ στὸἀνάγνωσμά μας (5,6), δεύτερη στὸ (7,10) καὶ τρίτη στὸ (17,21)ἑρμηνευτικῶς.

 

Ὁ Μελχισεδὲκ ἦταν πρόσωπο ποὺ πῆγε καὶ εὐλόγησε τὸν Ἀβραάμ, ὅτανἐκεῖνος γύριζε νικητὴς τοῦ Χοδολλογόμορ καὶ τῶν συμμάχων του, καὶἔλαβε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ὡς δῶρο τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ ὅλα τὰ λάφυρα ποὺσυνέλεξε ἐκεῖνος ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του.

 

Πιὸ κάτω ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἑρμηνεύει ἐκτενῶς τὴν προσωπικότητα τοῦ Μελχισεδέκ, ὅτι προτυπώνει τὴν ἱερωσύνη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰἑξῆς  σημεῖα· 1) Καὶ ὁ Μελχισεδὲκ καὶ ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἱερεῖς. 2) ὉΜελχισεδὲκ ἦταν ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, διότι τὸν εὐλόγησε, καὶ 3) ὉΜελχισεδὲκ ἦταν ἀγενεαλόγητος, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀναφορὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ οὔτε ποιοί ἦταν οἱ πρόγονοί του, οὔτε κατονομάζεται στὸγενεαλογικὸ πίνακα τῆς λευϊτικῆς ἱερατικῆς τάξεως τοῦ Ἀαρών, οὔτε ἂν πέθανε ἀναφέρεται.

 

Ὁ αἰώνιος βασιλεὺς Χριστὸς προχειρίζεται συγχρόνως ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀρχιερεὺς αἰώνιος ὡς ἄνθρωπος. Ἔτσι ἀναδεικνύεται ὁ Χριστὸς μεσίτης  αἰώνιος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, δηλαδὴ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.

 

Στὸν Ἰουδαϊσμὸ κανένα πρόσωπο δὲν ἔφερε καὶ τὶς δύο ἐξουσίες, ὅπου ἡβασιλικὴ ἐξουσία ἦταν χωρισμένη παντελῶς ἀπὸ τὴν ἀρχιερατική. Οὔτε ὁΔαυῒδ οὔτε ὁ Σολομών. Καὶ μολονότι εὐλογοῦν αὐτοὶ οἱ δύο τὸ λαό, ποὺφαίνεται σὰν ἀρχιερατικὴ εὐλογία, δὲν εἶχαν ποτὲ τὴ συνείδησι ὅτι ἦταν καὶ ἀρχιερεῖς. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἦταν βασιλεὺς καὶἀρχιερεὺς ὑπερέχει τῆς ἀαρωνικῆς καὶ λευϊτικῆς, διότι α) ἔγινε μὲὁρκωμοσία, ὡς ἀνώτερη καὶ ὑψηλότερη, β) στηρίζεται στὸ Χριστὸ ποὺμένει στὸν αἰῶνα καὶ σῴζει παντελῶς, καὶ γ) εἶναι ἱερωσύνη σὰν τοῦΜελχισεδέκ, πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ  ἴδιος ὁ γενάρχης τῶν Ἑβραίων πρόσφερε δεκάτες, ἀναγνωρίζοντας τὴν ὑπεροχὴ καὶ τὴν παγκόσμια διάστασί της10.

 

Δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε, μιὰ καὶ τὸ ἔφερε ὁ λόγος, ὅτι τὶς δύοἐξουσίες μαζί, τὴν κοσμικὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστική, τὴν ἄσκησε καὶ τὴνἀσκεῖ μόνο ὁ καὶ κατὰ τοῦτο διεστραμμένος παπισμός. Στὸ μεσαίωνα ὁπαπισμὸς εἶχε πανικοβάλλει ὅλους τοὺς αὐτοκράτορες τῆς Εὐρώπης μὲτὴν πανίσχυρη κοσμικὴ ἐξουσία καὶ τὶς αὐθαιρεσίες του καὶ τοὺς ταπείνωνε βάζοντάς τους στὴν εἰδικὴ τελετή, τὴν τελετὴ τῆς λεγομένης περιβολῆς, νὰ τὸν προσκυνοῦν καὶ νὰ δηλώνουν ὑποταγή11. Ἀργότερα οἱαὐτοκράτορες τῶν κρατῶν τῆς Εὐρώπης ἀπέβαλαν τὸ φόβο τοῦ πάπα, τοῦ ἀφᾐρεσαν τὴν ἐξουσία, καὶ  γιὰ τὴν τιμὴ τῶν ὅπλων τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἐξουσιάζῃ στὸ ἀστικὸ τετράγωνο τοῦ Βατικανοῦ.

 

Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ αἰώνιος ἀρχιερεὺς τῆς ἐκκλησίας μὲ τὴν ἔννοια ὅτι καὶτώρα καὶ πάντοτε διατηρεῖ τὸ ἀναστημένο σῶμα, τὸ ὁποῖο πρόσφερεὑπὲρ ἡμῶν στὸ σταυρό, καὶ τώρα συνεχίζει νὰ προσεύχεται ἀλαλήτως καὶνὰ μεσιτεύῃ ἀκαταπαύστως στὸν Πατέρα ὑπὲρ ἡμῶν, παρέχοντάς μας μεγάλη παρηγορία καὶ ἀσφάλεια γιὰ τὴ λύτρωσί μας.

 

Μήνυμα·

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ἐλεύθερα μποροῦμε νὰπροσερχόμαστε στὸ Χριστὸ ποὺ κάθεται στὸ θρόνο του, γιὰ νὰπαίρνουμε χάρι καὶ ἔλεος. Ὅποια μέρα καὶ ὥρα, σ᾿ ὅποια κατάστασι κι ἂν βρισκόμαστε, περιμένει μὲ μεγάλο πόθο. Μᾶς περιμένει γιὰ νὰ μᾶς δώσῃτὰ μεγάλα δωρήματα, ποὺ ὅλοι τὰ ἔχουμε ἀνάγκη. Γενᾶται τὸ ἐρώτημα· πῶς γίνεται ἡ προσέλευσι στὸ θρόνο του; Ὄχι βέβαια μὲ προσωπικὴἐμφάνισι μπροστά του, ἀλλὰ μὲ τὴν πίστι, μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴμετάνοια καὶ ἐξομολόγησι, μὲ τὴ μετάληψι τοῦ σώματος καὶ αἵματός του, μὲ τὸ λόγο του. Μεγάλη διευκόλυνσι μᾶς κάνει. Καὶ χωρὶς νὰ κινήσῃς τὰχείλη σου, μπορεῖς νὰ συνομιλῇς μαζί του. Ἔχει ἀδιάσπαστη τὴν προσοχή του σ᾿ ἐμᾶς. Ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά του. Μὲ τρυφερότητα καὶσυμπόνια καὶ ἀγάπη καὶ κατανόησι μᾶς περιμένει. Δὲν θὰ τὴν ἔχουμε πάντοτε αὐτὴ τὴν εὐκαιρία, ἀγαπητοί μου. Ἂς σπεύσουμε σὲεἰλικρινέστερη σχέσι μαζί του.

 

  1. Ἑρμηνεία στὴν Πρὸς Ἑβρ. 7,2 PG 63,63.

 

  1. Ἑρμηνεία στὴν Πρὸς Ἑβρ. 7,2 PG 63,63.

 

  1. Ἑρμηνεία στὴν Πρὸς Ἑβρ. 7,2 PG 63,63.

 

  1. Ἀνδρούτσου Χ. Δογματική, Ἀθῆναι 1907, σελ. 185.

 

  1. Ἑρμ. Εἰς τὴν πρὸς Ἑβρ., 7,2 PG 63,64.

 

  1. Σιαμάκης Κ., Μελέτες, 6,72-75.

 

  1. Σιαμάκης Κ., Ἑρμηνεία στὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, (πολυγραφημένα μαθήματα κύκλων), κεφ. 26, σελ. 104.

 

  1. Ὑπόμνημα εἰς τὴν Πρὸς Ἑβραίους, σελ. 76-77.

 

  1. Καλλίνικος Κ., Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἱερὸν Ψαλτῆρα, Ἀλεξάνδρεια 1929, τ. Α΄ , σελ. 15.

 

  1. Καλλίνικος Κ., Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἱερὸν Ψαλτῆρα, τ. Β΄, Ψα 109,4, σελ. 237.

 

  1. Στεφανίδης Β., Ἐκκλ. ἱστ., σελ. 484-493· 568.

 

Ἐκφωνήθηκε στὶς 3.4.2016 στὸν ναὶ τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης, Γ΄ Κυριακὴ Νηστειῶν, στὸν κατανυκτικὸ ἑσπερινό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: