Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί τό Ἰσλάμ

Πάντοτε αὐτήν τήν ἡμέρα μᾶς συγκεντρώνει ἡ ἀγάπη μας γιά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως γιά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες πού ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο στήν ἐποχή τους καί στήν μετέπειτα ἐξέλιξη τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη μας γιά τήν Παιδεία πού πρέπει νά ἐπικρατῆ στήν Πατρίδα μας.

Ἐπι πλέον εἶναι εὐκαιρία νά ἐκφράζω τήν ἀγάπη καί τήν ἐκτίμησή μου σέ σᾶς τούς ἐκπαιδευτικούς λειτουργούς, πού καταναλίσκεσθε στήν μεταφορά τῆς γνώσης στά παιδιά, ὄχι μόνον τῆς διανοητικῆς γνώσης, ἀλλά καί τῆς πολιτιστικῆς καί τῆς πνευματικῆς γνώσης, ἡ ὁποία θά παίξη μεγάλο ρόλο στούς μαθητές σας, ὅταν αὐτοί θά εἰσέλθουν στήν κοινωνία γιά νά παίξουν κάποιο ρόλο.

Ἐφέτος κλείνω στήν Ἱερά αὐτή Μητρόπολη εἴκοσι χρόνια ποιμαντικῆς διακονίας καί ὅλα αὐτά τά χρόνια κάθε Ἰανουάριο στήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἀνέπτυσσα διάφορα θέματα πού εἶχαν σχέση μέ τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, προσπαθώντας πάντοτε νά ἐπικεντρώνομαι στήν ἐπικαιρότητα. Θά σᾶς ὑπενθυμίσω τούς τίτλους τῶν ὁμιλιῶν μου γιά νά δῆτε τόν πλοῦτο τῶν θεμάτων πού ἀναπτύχθηκαν κατά τά εἴκοσι αὐτά χρόνια.

«Εἶναι καί γίγνεσθαι κατά τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση» (1996). «Ἡ ἑλληνόρθοδοξη παιδεία στήν σύγχρονη πραγματικότητα» (1997). «Ὁ Δυτικός Διαφωτισμός καί ὁ ὀρθόδοξος φωτισμός» (1998). «Ἀλληλεπιδράσεις πολιτικῆς καί θεολογίας στήν Εὐρώπη συγκριτικά μέ τήν Ρωμαίικη παράδοση τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν» (1999). «Χρόνος καί αἰωνιότης» (2000). Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση» (2001). «Ἡ παγκοσμιοποίηση, ἡ τρομοκρατία καί ὁ Φονταμενταλισμός κατά τό πνεῦμα τῆς διδασκαλίας καί τοῦ ἔργου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν» (2002). «Σύγχρονες ἀπόψεις ἀγωγῆς καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες» (2003). «Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί ἡ ἄσκηση» (2004). «Θρησκεία καί Ἐκκλησία» (2005). «Βιοηθική καί ὀρθόδοξη ἠθική στό «πνεῦμα» τῆς διδασκαλίας τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν» (2006). «Ἕνας ὑποψήφιος γιά τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν» (γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης) (2007). «Δάνεια, τόκος καί τοκογλυφία, κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες» (2008). «Ἀποδεικτικοί καί διαλεκτικοί συλλογισμοί περί θείων καί ἀνθρωπίνων» (2009). «Ἡ φιλανθρωπία κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες» (2010). «Ἡ πείνα τῶν πτωχῶν καί ἡ ἀσπλαχνία τῶν πλουσίων, κατά τόν Μέγα Βασίλειο» (2011). «Ἐξουσία, φόροι καί Τρόϊκα, κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες» (2012). «Ὁ τέταρτος αἰώνας, κατά τόν Μέγα Βασίλειο» (2013). «Ρωμαῖοι Πατέρες καί Φράγκοι θεολόγοι» (2014).

Πάντοτε προσπαθοῦσα νά σᾶς μεταφέρω κάποιες νέες γνώσεις, ὥστε νά σᾶς βοηθήσω νά βλέπετε τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί γενικότερα τήν ἐκκλησιαστική ζωή μέσα ἀπό τήν σύγχρονη πραγματικότητα καί νά ἐκτιμήσετε αὐτόν τόν πνευματικό πλοῦτο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι πού θά κρίνετε αὐτό τό ἔργο πού σᾶς προσέφερα τόσα χρόνια.

Ἐφέτος, ὅπως ἀνακοινώθηκε, τό θέμα πού ἐπέλεξα νά ἀναπτύξω εἶναι «Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί τό Ἰσλάμ». Πρόκειται γιά μεγάλο θέμα καί πολυεπίπεδο, ὡστόσο θά προσπαθήσω νά τονίσω μερικά ἐνδιαφέροντα σημεῖα πού εἶναι ἄγνωστα σέ πολλούς ἀνθρώπους. Θά ἐπικεντρώσω τήν προσοχή σας σέ τρία σημεῖα: Πρῶτον, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί τό Ἰσλάμ, δεύτερον οἱ τέσσερεις φάσεις ἀντιμετωπίσεως τοῦ Ἰσλάμ ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί τρίτον ἡ σύγχρονη πραγματικότητα στήν Μέση Ἀνατολή.

  1. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί τό Ἰσλάμ

Ὁ τίτλος  τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ φαίνεται λίγο παράδοξος, γιατί ποτέ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δέν ἀσχολήθηκαν μέ τό Ἰσλάμ, οὔτε κἄν συναντήθηκαν ποτέ μαζί του, γιατί οἱ δύο πρῶτοι (Μέγας Βασίλειος, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος) ἔζησαν στόν 4ο αἰώνα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος κοιμήθηκε ἀρχές τοῦ 5ου αἰώνα, ἐνῶ τό Ἰσλάμ ἐμφανίσθηκε τόν 7ο αἰώνα καί στούς ἑπόμενους αἰῶνες ἄρχισε νά ἐπεκτείνεται στήν ἀνατολή καί τήν δύση. Ὅμως, μπορεῖ κανείς νά βρῆ σημεῖα στά ὁποῖα φαίνεται μιά ἀρνητική σχέση μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο.

Ὁ Μωάμεθ γεννήθηκε, κατά τήν ἀραβική παράδοση, τό ἔτος 570 μ.Χ. δηλαδή τέλος τοῦ 6ου αἰῶνος. Τό ἔτος 610, ἀρχές τοῦ 7ου αἰῶνος εὑρισκόμενος σέ ἕνα σπήλαιο πλησίον τῆς Μέκκας, ὁραματίσθηκε ἕναν ἄγγελο ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε νά διαβάζη. Ἐπειδή δέν γνώριζε νά διαβάζη, γι’ αὐτό ὁ ἄγγελος διάβαζε καί ὁ Μωάμεθ ἐπανελάμβανε, λέγοντας ὅτι ὁ Κύριος ἔκτισε τά πάντα, ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ἀπό θρόμβο αἵματος, ὁ Κύριος εἶναι ὁ γενναιότερος καί συνέστησε στόν ἄνθρωπο τήν χρήση τῆς γραφίδος καί τοῦ δίδαξε ὅ,τι προηγουμένως ἀγνοοῦσε. Αὐτή ἡ ἄποψη θεωρεῖται ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ Κορανίου.

Ἡ ἐπίσημη ἔναρξη τῆς δράσεως τοῦ Μωάμεθ ἔγινε τό ἔτος 613 μ.Χ. στό κέντρο τῆς Μέκκας καί ἐργάσθηκε ἐκεῖ μέχρι τό ἔτος 622 μέ ποικίλες ἀντιδράσεις. Ἡ ὁριστική διαμόρφωση τοῦ Ἰσλαμισμοῦ εἶναι ἡ περίοδος τῆς Μεδίνας μεταξύ τῶν ἐτῶν 622-632, τήν χρονολογία δέ αὐτή (632) ἀπέθανε. Γενικά, ὁ Μωάμεθ ἄρχισε τήν ζωή του ὡς βοσκός, ἐξελίχθηκε σέ ἔμπορο, ἀργότερα μέ τό ὅραμα ἔγινε προφήτης καί ἀπό προφήτης ἔγινε ἀρχηγός θεοκρατικοῦ κράτους καί ἱδρυτής θρησκείας.

Ἡ λέξη ἰσλάμ προϋπῆρχε τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Μωάμεθ καί εἶχε μιά ἔννοια ἐμπορική, καί σήμαινε τήν συμφωνία καί τήν συνθήκη, τόν λόγο τιμῆς προκειμένου νά κλεισθῆ μιά ὑπόθεση. Ὁ Μωάμεθ ἔδωσε καινούρια σημασία στήν λέξη αὐτή καί γι’ αὐτό Ἰσλάμ σημαίνει τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου στήν κλήση τοῦ Ἀλλάχ καί περισσότερο προσδιορίζει τόν σκοπό καί τόν προσανατολισμό τῶν ὀπαδῶν του. Ὅσοι ἀποδέχονται αὐτήν τήν μορφή σχέσεως μέ τόν Θεό ὀνομάζονται muslim καί ἀπό τήν λέξη αὐτή προῆλθε ὁ μουσουλμανισμός. Ἡ λέξη μουσουλμάνος σημαίνει αὐτόν πού εἶναι παραδεδομένος στόν Κύριο.

Ὁ Μωάμεθ δέν ἐπηρεάσθηκε ἀπό τίς ἀπόψεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως τίς ἐξέφρασαν οἱ Μεγάλοι Πατέρες της, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀλλά δέχθηκε ἐπιδράσεις ἀπό αἱρετικούς, τούς ὁποίους πολέμησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐφ’ ὅσον οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἔζησαν τόν 4ο καί ἀρχές τοῦ 5ου αἰώνα, διερωτᾶται κανείς ποιά σχέση μπορεῖ νά ἔχουν οἱ Πατέρες αὐτοί μέ τόν Μωάμεθ καί τόν Ἰσλαμισμό ἤ Μουσουλμανισμό ἤ Μωαμεθανισμό πού ἐμφανίσθηκε στήν ἱστορία τόν 7ο αἰώνα μ.Χ. Ὑπάρχει, πράγματι, μεταξύ τους διαφορά τριῶν αἰώνων. Καί ὅμως ὑπάρχει σχέση, ἀλλά μέ μιά ἀρνητική μορφή.

Ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τόν Ἰσλαμισμό, γνωρίζουν ὅτι τό Ἰσλάμ διαμορφώθηκε ἀπό τόν Μωάμεθ καί ἀπαρτίσθηκε ἀπό τρεῖς παράγοντες, ἤτοι: τήν προϊσλαμική ἀραβική θρησκεία, τήν ὁποία συνάντησε ὁ Μωάμεθ στήν Ἀραβία, τίς διάφορες ἑβραϊκές ἐπιδράσεις πού συνάντησε στήν περιοχή ἐκείνη, καί τίς χριστιανικές ἐπιρροές πού βρῆκε στόν χῶρο τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ Μωάμεθ ἔκανε ἕνα συνονθύλευμα ἀπό αὐτά τά τρία στοιχεῖα, προσέθεσε καί δικές του ἀπόψεις καί διαμορφώθηκε αὐτή ἡ Θρησκεία.

Ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρουν κυρίως οἱ ἐπιρροές πού δέχθηκε ὁ Μωάμεθ ἀπό Χριστιανούς. Ποιοί ἦταν αὐτοί οἱ Χριστιανοί; Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Μωάμεθ δέν ἐπηρεάσθηκε ἀπό τίς ἀπόψεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως τίς ἐξέφρασαν οἱ Μεγάλοι Πατέρες της, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἀλλά δέχθηκε ἐπιδράσεις ἀπό αἱρετικούς, τούς ὁποίους πολέμησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Καί σέ αὐτό τό σημεῖο βλέπω μιά ἔστω ἀρνητική σχέση μεταξύ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί τοῦ Ἰσλάμ.

Ἡ Συρία καί ἡ περιοχή ὅπου σήμερα εἶναι ἡ Βαγδάτη ὑπῆρξε ἀνέκαθεν κέντρο ἑλληνιστικῶν σπουδῶν. Ἐκεῖ μεγαλούργησε ἡ κλασσική φιλοσοφία καί ἀργότερα ἡ νεοπλατωνική φιλοσοφία σέ σημεῖο πού ἡ Ἀντιόχεια τῆς Συρίας, ὅπου ἔζησε, μεγάλωσε καί ἔδρασε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐθεωρεῖτο ὡς «αἱ Συριάδες Ἀθῆναι».

Ἀπό τόν 5ο αἰώνα μ.Χ. ἄρχισαν νά μεταφράζωνται στήν συριακή διάφορα φιλοσοφικά ἔργα, κυρίως ἀπό Χριστιανούς αἱρετικούς. Ἡ Βαγδάτη ἔγινε κέντρο μεταφραστικό ἀπό τήν ἑλληνική στήν συριακή καί ἀραβική γλώσσα τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τῶν Νεοπλατωνικῶν, πράγμα πού συνεχίσθηκε μέχρι τόν 10ο αἰώνα. Τό 900 μ.Χ. μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἀντιόχεια στήν Βαγδάτη ἡ νεοπλατωνική Σχολή.

Κυρίως ἐπικρατοῦσε ἡ ἀριστοτελική φιλοσοφία, πράγμα πού ἐπέδρασε σέ μερικούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν ἀπόψεις πού ἀπομακρύνονταν ἀπό τήν ἀποκαλυπτική θεολογία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων.

Ἑρμηνεύοντας αὐτό τό γεγονός ὑπενθυμίζω ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀντιμετώπισαν στήν ἐποχή τους, τόν Ἄρειο, τόν Εὐνόμιο, τόν Μακεδόνιο καί ἄλλους αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιώντας φιλοσοφική σκέψη ἀρνήθηκαν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ ἀρειανισμός, ὁ νεστοριανισμός, ἀργότερα ὁ μονοφυσιτισμός καί μετέπεια ὁ μονοθελητισμός.

Ὁ ἀρειανισμός ξεκίνησε ἀπό τίς ἀπόψεις τοῦ Παύλου τοῦ Σαμοσατέως καί τῶν μαθητῶν του, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στίς ἀνατολικές περιοχές καί εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία. Ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς ἔζησε στήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καί δέν παραδεχόταν τήν αἰώνια ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μαθητής του ἦταν ὁ Λουκιανός πού ἔζησε στά τέλη τοῦ 3ου  αἰῶνος καί ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνος καί εἶχε τίς ἴδιες ἀπόψεις μέ τόν δάσκαλό του. Ὁ Ἄρειος καί ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ἄκουσαν τίς ὁμιλίες τοῦ Λουκιανοῦ, ὁ ὁποῖος διέδιδε τίς ἀπόψεις τοῦ διδασκάλου τοῦ Παύλου Σαμοσατέως. Ἔτσι, ὁ Ἄρειος δίδασκε γιά ἕναν ἀγέννητο καί ἀΐδιο Θεό, μέσα στόν Ὁποῖο ὑφίστανται ἀπρόσωπες δυνάμεις, ἡ Σοφία καί ὁ Λόγος. Ὁ Εὐνόμιος ἔμαθε τήν σοφιστική τέχνη ἀπό τόν ἀρειανό θεολόγο Ἀέτιο, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός εἶναι ἁπλοῦς, ἀμέριστος καί ἡ ἀγεννησία Του εἶναι ἡ οὐσία Του. Ἔλεγε ὅτι λόγῳ τῆς ἁπλότητος τοῦ Θεοῦ δέν γνωρίζουμε τήν οὐσία του. Ἐπειδή ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλῆ καί ἀγέννητη, γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά μερισθῆ καί νά δοθῆ σέ ἄλλα ὄντα, ὁπότε ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα εἶναι ἀνόμοιοι καί ἐκτίσθηκαν ἀπό τό μηδέν. Ἀργότερα ὁ Νεστόριος, ὁ Σεβῆρος καί ὁ Διόσκουρος δέν μπόρεσαν νά κατανοήσουν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στόν Χριστό, γιατί αὐτό εἶναι ἀκατανόητο γιά τήν φιλοσοφία.

Τά σημείωσα ὅλα αὐτά, γιατί αὐτές οἱ ἀπόψεις ξεκίνησαν ἀπό τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία περί τῆς ἐντελεχείας, τήν φιλοσοφική θεωρία περί τοῦ δυνάμει καί ἐνεργείᾳ, ἀπό τήν ὁποία προῆλθε ἡ συζήτηση γιά τήν οὐσία καί τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, καί ἀκόμη γιά τό ὅτι τό κατά φύση εἶναι κατ’ ἀνάγκη. Αὐτές οἱ ἀριστοτελικές ἀπόψεις παρακίνησαν τούς φιλοσοφοῦντας θεολόγους νά ἀπαντήσουν στούς ἀριστοτελικούς φιλοσόφους γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί ἀνέπτυξαν τήν διδασκαλία γιά τήν οὐσία καί τήν ἐνέργεια στόν Θεό καί στήν συνέχεια ὁμιλοῦσαν γιά τό ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ λογική ἐνέργεια τοῦ Πατρός. Ἄλλοι φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ὑπεστήριζαν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι δημιούργημα τῆς βουλήσεως τοῦ Πατρός, καί ἑπομένως εἶναι τό πρῶτο κτίσμα τῆς δημιουργίας καί ὄχι Θεός.

Ἔτσι προῆλθαν οἱ δύο βασικές ἀρχές τοῦ Μουσουλμανισμοῦ. Πρώτη ἀρχή, ὁ Θεός εἶναι ἕνας καί δέν ἔχει υἱό καί δεύτερη ἀρχή ὅτι Προφῆτες εἶναι ὁ Χριστός καί ὁ Μωάμεθ, ἀλλά ὁ Μωάμεθ εἶναι ἀνώτερος, γιατί εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε ὅλους αὐτούς τούς αἱρετικούς μέ τίς πρῶτες Οἰκουμενικές Συνόδους, τό δέ Ρωμαϊκό Κράτος, ἐπειδή κατενόησε καλῶς ὅτι ὁ Χριστιανισμός μέ τήν ὅλη παράδοση διαθέτει μιά πνευματική ὑγεία καί θεραπεύει τούς ἀνθρώπους, ὁπότε δημιουργοῦσε φιλήσυχους πολίτες, πού ἐξέφραζαν τήν ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους, τήν εἰρήνη, ἀποδέχθηκε τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὡς τήν θρησκευτική ἰδεολογία τοῦ Κράτους, καί ἀπομάκρυνε τούς αἱρετικούς ἀπό τά ὅρια τῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἔτσι, οἱ αἱρετικοί αὐτοί –ἀρειανοί, εὐνομιανοί, νεστοριανοί, μονοφυσίτες, μονοθελῆτες– περιορίσθηκαν στίς ἀνατολικές περιοχές τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους καί ἔξω ἀπό τά ὅριά του, στήν Ἀραβία καί τίς γύρω ἀπό αὐτήν περιοχές. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ παρεφθαρμένη αἱρετική χριστιανική διδασκαλία εἰσέδυσε πολύ ἐνωρίς στήν βόρεια Ἀραβία, ἀναπτύχθηκαν ἱεραποστολικές δράσεις στούς Ἄραβες ἀπό μοναχούς τῆς Συρίας, τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Μεσοποταμίας, ἰδιαίτερη δέ ἱεραποστολική δραστηριότητα μεταξύ τῶν Ἀράβων, πρίν τήν ἐμφάνιση τοῦ Μωάμεθ, ἀνέπτυξαν οἱ μονοφυσίτες καί οἱ νεστοριανοί. Ἐπίσης, ὁ ἀρειανός αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος ἀπέστειλε στήν νότια Ἀραβία τόν ἀρειανό Θεόφιλο Ἰνδό γιά νά κάνη ἱεραποστολική δράση καί νά ἐπεκτείνη τήν ἐπιρροή τοῦ Βυζαντίου στήν περιοχή αὐτή.

Ἐπομένως, ὁ Μωάμεθ συνάντησε αὐτούς τούς αἱρετικούς τόν 7ο αἰώνα, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονταν ὡς Χριστιανοί καί προσέλαβε ἀπό αὐτούς μερικές χριστιανικές αἱρετικές ἀπόψεις. Ἔτσι, οἱ Μουσουλμάνοι, ἐπηρεασμένοι ἀπό τούς ἀρειανούς, ἀπέρριψαν τήν διδασκαλία περί τοῦ Θεοῦ Πατρός καί γενικότερα ἀπέρριψαν τήν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, ἀπέρριψαν τήν πίστη στήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί στό σημεῖο αὐτό διατήρησαν τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ ἀρειανισμοῦ καί τοῦ νεστοριανισμοῦ πάνω στήν Χριστολογία. Ὁ Χριστός στό Κοράνιο καλεῖται Προφήτης, ἀπόστολος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Μεσίας, λόγος τοῦ Θεοῦ καί θεωρεῖται ὡς ὁ δεύτερος Ἀδάμ, διότι γεννήθηκε μέ ἰδιαίτερο ὑπερφυσικό τρόπο, ὄχι ὅμως ὅπως οἱ ἄλλοι θνητοί. Ὁ Μωάμεθ σέβεται τήν θαυματουργική δύναμη τοῦ Μεσίου, ἀναφέρει δέ θεραπεῖες ἀσθενῶν. Ἔτσι προῆλθαν οἱ δύο βασικές ἀρχές τοῦ Μουσουλμανισμοῦ. Πρώτη ἀρχή, ὁ Θεός εἶναι ἕνας καί δέν ἔχει υἱό καί δεύτερη ἀρχή ὅτι Προφῆτες εἶναι ὁ Χριστός καί ὁ Μωάμεθ, ἀλλά ὁ Μωάμεθ εἶναι ἀνώτερος, γιατί εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ Μουσουλμάνοι εὐλαβοῦνται τήν «Παρθένον Μαριάμ», κάποιες πληροφορίες γι’ αὐτήν προέρχονται ἀπό τά ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια, γίνεται λόγος γιά τόν Εὐαγγελισμό τῆς Παρθένου Μαριάμ.

Ἐπίσης, ὁ Μωάμεθ ἀρνεῖται τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γιατί στό σημεῖο αὐτό ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπό ἀρχαῖες χριστιανικές αἱρέσεις, ὅπως εἶναι οἱ δοκῆτες πού ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶχε ποτέ πραγματικό ἀνθρώπινο σῶμα καί ἡ σταύρωση ἔγινε «κατά δόκησιν», δηλαδή ἦταν φαινομενική, πού σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός ἀπέφυγε τήν σταύρωση, παραδέχεται ὅμως τήν ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἀνυψώθηκε ἀπό τόν Θεό καί τιμήθηκε ἀπό αὐτόν ὡς ἀπόστολός Του καί δέν ἀτιμάσθηκε ὡς κακοποιός. Ἀκόμη, στήν ἰσλαμική παράδοση ἀπαντᾶται ἡ πίστη στήν μελλοντική ἐπιστροφή τοῦ Ἰησοῦ πρό τῆς ἐσχάτης κρίσεως γιά τήν τελική νίκη τοῦ Ἀντιχρίστου.

Στό Κοράνιο ἐπί πλέον ὑπάρχουν νύξεις γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅμως δέν τό ἑρμηνεύουν ὡς Θεό, ὡς τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ ἀρνοῦνται τήν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κάνουν λόγο γιά πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιά τό πνεῦμα πού ἐνισχύει τούς Προφῆτες καί ἰδιαιτέρως τούς δύο τελευταίους, ἤτοι τόν Ἰησοῦ καί τόν Μωάμεθ. Συνήθως οἱ Μουσουλμάνοι ὡς Ἅγιο Πνεῦμα ἐννοοῦν τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ πού ἀναλαμβάνει διάφορες ἀποστολές ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Βέβαια, οἱ ἰσλαμολόγοι, πού μελετοῦν τίς ἀπόψεις τοῦ Κορανίου γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀναγνωρίζουν ὅτι αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα δύσκολο ἑρμηνευτικό πρόβλημα γιά τήν ἰσλαμική θεολογία, ἀλλά κυρίως τονίζεται ὅτι ὡς Ἅγιον Πνεῦμα νοεῖται ἡ «πνοή», ἡ δύναμη καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί σέ αὐτό φαίνεται ἡ ἐπίδραση τῶν ἀρχαίων Χριστιανῶν αἱρετικῶν, τῶν Πνευματομάχων.

Οἱ Μουσουλμάνοι δέν πιστεύουν στήν Ἐκκλησία καί στήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μέ τήν χριστιανική ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀλλά συνεχῶς γίνεται λόγος γιά τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐλεήμων, πολυέλεος, φιλεύσπλαχνος καί ἕτοιμος νά συγχωρήση τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ἐπιστρέψουν σέ Αὐτόν. Ἐπίσης, οἱ Μουσουλμάνοι δέν πιστεύουν στό προπατορικό ἁμάρτημα, οὔτε στό ὅτι ἡ ἁμαρτία ἐπιδρᾶ στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, ἀποδέχονται τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί πιστεύουν στήν αἰώνια ζωή.

Γενικά, πολλοί Μουσουλμάνοι πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἀλλοιωμένο παραχάραγμα τοῦ Ἰσλάμ, ἐνῶ γιά πολλούς Χριστιανούς τό Ἰσλάμ εἶναι παρεφθαρμένος καί μή κατανοημένος καί ἀφομοιωμένος ὀρθῶς Χριστιανισμός.

Μέ αὐτήν τήν ἔννοια κάνω λόγο γιά σχέση ἀντιθετική μεταξύ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί τοῦ Ἰσλάμ, ὅτι δηλαδή οἱ Μουσουλμάνοι ἐπηρεάσθηκαν ἀπό τούς ἀρειανούς καί τούς ἄλλους αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ τούς ὁποίους ἀντιμετώπισαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί οἱ μετέπειτα Πατέρες.

Οἱ τέσσερες φάσεις ἀντιμετωπίσεως τοῦ Ἰσλάμ ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας

Ὅταν ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰσλαμισμός τόν 7ο αἰώνα καί ἄρχισε νά ἐπεκτείνεται ἐπικινδύνως πρός δυσμάς καί εἰσέδυσε μέσα στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ἄρχισαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νά τόν ἀντιμετωπίζουν.

Διακρίνουμε τέσσερεις φάσεις ἀντιμετωπίσεως τοῦ Ἰσλαμισμοῦ ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤτοι τήν πρώτη φάση ἀπό τόν 8ο αἰώνα ἕως τά μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος· τήν δεύτερη φάση ἀπό τά μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος μέχρι τόν 13ο αἰώνα· τήν τρίτη φάση ἀπό τόν 14ο αἰώνα μέχρι τόν 15ο αἰώνα πού ἔπεσε ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἄρχισε ἡ περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας· καί τήν τέταρτη φάση πού ἀρχίζει ἀπό τό 15ο  αἰώνα καί μετά πού χαρακτηρίζεται ὡς περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας. Θά παραθέσω μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Στήν πρώτη φάση (8ος ἕως μέσα 9ου) ὁ Ἰσλαμισμός ἀντιμετωπιζόταν περισσότερο ὡς χριστιανική αἵρεση καί ἡ στάση τῶν Πατέρων ἀπέναντί του ἦταν μᾶλλον σκωπτική καί ὑποτιμητική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε καί μεγάλωσε στήν Δαμασκό τῆς Συρίας, πού ἦταν ἕδρα τοῦ ἀραβικοῦ χαλιφάτου. Ὁ πατέρας του Σέργιος ἦταν «πραγμάτων ἐπίτροπος» τοῦ Χαλιφάτου, δηλαδή κατεῖχε μιά θέση πού ἀντιστοιχεῖ μέ τόν ὑπουργό τοῦ Χαλίφη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γιά τίς ὑποθέσεις τοῦ ὑπόδουλου χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ, ἰδίως στήν κατανομή τῶν φόρων.

Μέ αὐτές τίς συνθῆκες ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γνώρισε τόν Ἰσλαμισμό καί εὑρισκόμενος στήν πρώτη φάση τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ Ἰσλάμ, τόν θεωρεῖ ὡς αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὀνομάζει τό Ἰσλάμ ὡς «λαοπλάνον θρησκείαν τῶν Ἰσμαηλιτῶν» καί «πρόδρομον τοῦ Ἀντιχρίστου». Τούς ὀπαδούς τοῦ Ἰσλάμ τούς ὀνομάζει Ἰσμαηλίτες, γιατί κατάγονται ἀπό τόν Ἰσμαήλ πού γεννήθηκε μέν ἀπό τόν Ἀβραάμ, ἀλλά ἀπό τήν Ἄγαρ καί ὄχι ἀπό τήν Σάρρα, γι’ αὐτό τούς ὀνομάζει καί Ἀγαρηνούς. Ἐπίσης, τούς ὀνομάζει καί Σαρακηνούς «ὡς ἐκ τῆς Σάρρας κενούς», διότι ἡ Ἄγαρ εἶπε στόν ἄγγελο: «Σάρρα κενήν μέ ἀπέλυσεν».

Ἀντιμετωπίζοντας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τά ὅσα ὑποστήριζαν οἱ Ἰσμαηλίτες καί γράφονται στό Κοράνιο τά θεωρεῖ ὡς «γέλωτος ἄξια». Γιά τόν Μωάμεθ, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ «Μαμέδ», γράφει ὅτι χάραξε μερικά νομοθετήματα στό βιβλίο του, ἐννοεῖ τό Κοράνιο, πού εἶναι «γέλωτος ἄξια» καί τερατολογεῖ «γέλωτος ἄξια», ἀλλά καί στό βιβλίο αὐτό ὑπάρχουν πολλές «ληδωρίες» (μέ ήτα)  δηλαδή φλυαρίες.

Στό κείμενό του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός παραθέτει μερικές χαρακτηριστικές ἀπόψεις τοῦ Κορανίου, καθώς ἐπίσης παραθέτει καί τίς συζητήσεις πού εἶχε μέ Ἰσλαμιστές-Ἰσμαηλίτες.

Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό οἱ Ἰσμαηλίτες ἦταν εἰδωλολάτρες, προσκυνοῦσαν ἕνα ἀστέρι, τήν Ἀφροδίτη, ἀλλά ὅταν ἐμφανίσθηκε ὁ Μωάμεθ ὁ ψευδοπροφήτης «ἰδίαν συνεστήσατο αἵρεσιν», ἀφοῦ διάβασε τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη καί «ὁμοίως δῆθεν Ἀρειανῷ προσομιλήσας μοναχῷ». Ἐδῶ φαίνεται ὅτι θεωρεῖ τόν Ἰσλαμισμό ὡς χριστιανική αἵρεση καί ὅτι ὁ Μωάμεθ ἐπηρεάσθηκε δῆθεν ἀπό κάποιον ἀρειανό μοναχό.

Ὁ Μωάμεθ κήρυττε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ποιητής ὅλων, οὔτε γεννήθηκε ἄλλα οὔτε καί γέννησε. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Λόγος Αὐτοῦ καί Πνεῦμα Του, εἶναι κτιστός καί δοῦλος καί γεννήθηκε ἀπό  τήν Μαρία τήν ἀδελφή τοῦ Μωϋσέως καί τοῦ Ἀαρών «ἄνευ σπορᾶς». Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τό Πνεῦμα μπῆκαν μέσα στήν Μαρία καί γέννησε τόν Ἰησοῦ πού ἦταν προφήτης καί δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἰουδαῖοι θέλησαν νά τόν σταυρώσουν, ἀλλά ἀφοῦ τόν συνέλαβαν σταύρωσαν τήν σκιά Του, ἐνῶ ὁ Χριστός δέν σταυρώθηκε, ἀλλά πέθανε. Ὁ Θεός πού τόν ἀγαποῦσε τόν πῆρε κοντά του στούς οὐρανούς. Στήν συνέχεια, παρουσιάζει πολλές φλυαρίες πού περιγράφονται στό Κοράνιο γιά νά τούς γελειοποιήση.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γνώρισε τόν Ἰσλαμισμό καί εὑρισκόμενος στήν πρώτη φάση τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ Ἰσλάμ, τόν θεωρεῖ ὡς αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὀνομάζει τό Ἰσλάμ ὡς «λαοπλάνον θρησκείαν τῶν Ἰσμαηλιτῶν» καί «πρόδρομον τοῦ Ἀντιχρίστου».

Φαίνεται ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν ἐποχή του ἦλθε σέ διάλογο μέ τούς Μουσουλμάνους καί μάλιστα παραθέτει καί τίς ἐρωτήσεις πού τούς ὑπέβαλε, ὅπως καί τίς ἀπαντήσεις πού ἐκεῖνοι τοῦ ἔδωσαν. Δίνει δέ τήν μαρτυρία ὅτι οἱ Ἰσλαμιστές ὀνόμαζαν τούς Χριστιανούς «Ἑταιριστές», διότι εἰσάγουν συνέταιρο στόν Θεό, ἐπειδή πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός. Ἐπίσης, κατηγοροῦν τούς Χριστιανούς ὡς εἰδωλολάτρες, ἐπειδή προσκυνοῦν τόν σταυρό.

Στήν δεύτερη φάση (μέσα 9ου αἰῶνος μέχρι13ο αἰώνα) ἀναπτύχθηκε μιά πολεμική ἐναντίον τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, μέ κέντρο τήν Κωνσταντινούπολη, καί τό Ἰσλάμ κατηγορήθηκε ὡς μιά θρησκεία ἀσυνάρτητη. Ἤδη παρατηρήθηκε ὁ μεγάλος κίνδυνος γιά τήν Αὐτοκρατορία μέ τήν διαρκῆ διείσδυση στά ἐδάφη της καί ἔπρεπε νά ἀντιμετωπισθῆ καί αὐτό γίνεται μέ ἐπιθετικότητα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ Νικήτας ὁ Βυζάντιος, ὁ ἐπικαλούμενος καί «φιλόσοφος» καί «διδάσκαλος», σύγχρονος τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί λίγο νεώτερος ἀπό αὐτόν. Ἔζησε κατά πᾶσα πιθανότητα τόν 9ο αἰώνα. Ὑπῆρξε ἀπολογητής κατά τῶν Ἀρμενίων, τῶν Μωαμεθανῶν καί τῶν Λατίνων.

Ὁ Νικήτας ὁ Βυζάντιος ἔγραψε τρία βιβλία κατά τῶν Μωαμεθανῶν. Τό πρῶτο βιβλίο φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἀνατροπή τῆς παρά τοῦ Ἄραβος Μωάμετ πλαστογραφηθείσης βίβλου» καί στό ὁποῖο ἀνασκευάζονται ἐκλεκτικά κεφάλαια τοῦ Κορανίου καί μερικά ἄρθρα τῆς Μωαμεθανικῆς θρησκείας. Τό δεύτερο βιβλίο ἔχει τίτλο: «Ἔκθεσις κατασκευαστική μετά ἀποδείξεως καί χριστιανικοῦ δόγματος… καί ἀντίρρησις τῆς σταλείσης ἐπιστολῆς ἐκ τῶν Ἀγαρηνῶν πρός Μιχαήλ βασιλέα υἱόν Θεοφίλου ἐπί διαβολῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως». Τό τρίτο βιβλίο ἔχει τίτλο: «Ἀντίρρησις καί ἀνατροπή τῆς δευτέρας ἐπιστολῆς τῆς σταλείσης παρά τῶν Ἀγαρηνῶν πρός Μιχαήλ βασιλέα υἱόν Θεοφίλου ἐπί διαβολῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως». Τά δύο τελευταῖα ἔργα πραγματεύονται τά ἀναφερόμενα στό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος στίς δύο ἐπιστολές τῶν Σαρακηνῶν πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Γ’.

Στό πρῶτο βιβλίο του ἔγραψε μέ ἐπιθετικό τρόπο ἐναντίον τῶν πλανῶν καί τῶν μύθων τοῦ Μωάμεθ. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στό κείμενό του χαρακτηρίζει τόν Μωάμεθ «ἀμαθέστατον βάρβαρον», πολλές φορές κάνει λόγο γιά «μυθοπλαστία», γιά «μυθοέπεια», γιά «μυθολογία», γιά «μύθους», γιά «μυθάρια», γιά «μυθικό σύγγραμμα», ἐλέγχοντας διάφορες ἀπόψεις τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, ὀνομάζει δέ τούς ὀπαδούς αὐτῆς τῆς Θρησκείας ὡς «βαρβάρους».

Στήν ἀρχή τοῦ λόγου του παρουσιάζει τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί στήν συνέχεια ἀρχίζει τούς ἐλεγκτικούς λόγους του κατά τοῦ περιεχομένου στό βιβλίο τοῦ Μωάμεθ, δηλαδή τό Κοράνιο. Μεταξύ τῶν θεμάτων πού ἐλέγχει διάφορες δοξασίες τοῦ Ἰσλάμ, ὅπως εἶναι τά περί τοῦ Λόγου, περί τοῦ ὅτι ὁ Θεός εἶναι αἴτιος τῆς ἁμαρτίας, περί τοῦ ὅτι μετά τήν ἀνάσταση θά ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μέ συζυγία, περί τῶν θηλυκῶν ἀγγέλων, περί τῆς πρεσβείας τῶν ἀγγέλων, περί τοῦ ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁλόσφαιρος, περί τοῦ ὅτι ὁ Ἰσμαηλιτικός λαός εἶναι ξένος τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ, περί τῆς περιτομῆς, περί τοῦ Θεοῦ τοῦ Μωάμετ, περί τῆς ἀλαζονείας τοῦ Μωάμεθ καί πολλά ἄλλα.

Στό τέλος δέ τοῦ λόγου του σημειώνει ὅτι ὅλα αὐτά τά ἔγραψε «οἱονεί ραπίσματα τινα, κατά τοῦ ἀναιδεστάτου προσώπου τοῦ ψευδηγόρου λόγου Μωάμετ». Τελειώνει τόν λόγο του μέ τά ἑξῆς: «οἷς δέ πλείων ἰσχύς τε καί παρρησία πρός τήν ὄντως ἀλήθειαν πρόσεστι, τούτοις πάντως ὁ ἀπαραλόγιστος προστάξει λόγος μάστιξι καί βασάνοις προσφόροις, τῶν αὐτῷ δυσφημηθέντων καθυποβαλεῖν ἀξίως· καί τό τελευταῖον πέδαις ἀλύτοις καί φρουραῖς ἀπροσίτοις συγκατακλεῖσαι, καί ἀφθόγγῳ σιγῇ καταδικάσαι· ὡς ἄν πληρωθῇ τό εἰρημένον, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα».

Στήν τρίτη φάση (14ο αἰώνα μέχρι 15ο αἰώνα) πρίν τήν πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέ τήν ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας, γίνεται διάλογος μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἰσλαμισμοῦ, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ οἱ Ὀθωμανοί Μουσουλμάνοι εἶχαν ἐπικρατήσει στήν Μικρά Ἀσία καί τήν ἀνατολική καί δυτική Θράκη, καί ἐνεργοῦσαν ἀπειλητικά γιά τήν Κωνσταντινούπολη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ  Παλαμᾶς πού ἔζησε τόν 14ο αἰώνα σέ μιά κρίσιμη περίοδο σέ σχέση μέ τούς Σελτζούκους Τούρκους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν ὡς ἀρχηγό τους τόν Ὀσμάν (Ὀθμάν) πού ἵδρυσε τήν δυναστεία τῶν Ὀθωμανῶν, στούς ὁποίους ἔδωσε καί τό ὄνομά του καί ἄρχισε νά καταλαμβάνη διάφορες περιοχές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μάλιστα τήν 2α  Μαρτίου τοῦ ἔτους 1354 οἱ Ὀθωμανοί πρώτη φορά πάτησαν σέ εὐρωπαϊκό ἔδαφος, τήν Καλλίπολη τῆς Θράκης, καί κατέλαβαν ἕνα πλοῖο στό ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἔτσι τόν αἰχμαλώτισαν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος παρέμεινε περίπου ἕναν χρόνο αἰχμάλωτος στούς Ὀθωμανούς.

Κατά τήν διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του ἔκανε τρεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς Ὀθωμανούς, τούς ὁποίους περιγράφει ὁ ἴδιος σέ μιά ἐπιστολή του πού ἀπέστειλε στήν Ἐκκλησία του, τήν Μητρόπολη τῆς Θεσσαλονίκης.

Ὁ πρῶτος διάλογος ἔγινε στήν Προῦσα πού ἦταν πρωτεύουσα τῶν Ὀθωμανῶν μέ τόν ἐγγονό τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, τόν Ἰσμαήλ. Τό θέμα τῆς συζητήσεως ἦταν ἡ νηστεία, ἡ ἐλεημοσύνη, ὁ Μωάμεθ καί ὁ Χριστός ὡς Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος χρησιμοποίησε ἐπιχειρήματα ἀπό τό Κοράνιο γιά νά ἀποστομώση τόν Ἰσμαήλ, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἐγνώριζε τίς ἀπόψεις τοῦ Κορανίου γιά τόν Χριστό. Δηλαδή, ὁ Ἰσμαήλ τόν εἰρωνεύθηκε ὅτι ἀφοῦ οἱ Χριστιανοί ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα, αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός Πατήρ ἔχει καί γυναίκα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἀφοῦ καί αὐτοί ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία, χωρίς ἄνδρα, πολύ περισσότερο μποροῦσε νά συμβῆ μέ τόν Θεό πού γέννησε τόν Λόγο Του ἀσωμάτως καί θεοπρεπῶς, χωρίς τήν ὕπαρξη γυναικός.

Ὁ δεύτερος θεολογικός διάλογος ἔγινε μέ τούς Χιόνες, πού ἦταν μιά συγκριτιστική ὁμάδα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πού γνώριζαν τά θεολογικά θέματα μεταξύ τῶν δύο θρησκειῶν. Ἡ συζήτηση περιστράφηκε στό ἐρώτημα πού ἔθεσαν οἱ Χιόνες, γιατί οἱ Χριστιανοί ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός, ἀφοῦ εἶναι ἄνθρωπος καί γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀντιμετώπισε τό θέμα αὐτό μέ βάση τήν διδασκαλία τοῦ Ἰσλαμισμοῦ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Λόγος τοῦ Θεοῦ καί ὑποστήριξε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καί ἄλλο εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια ἡ συζήτηση περιστράφηκε στόν Μωάμεθ καί οἱ Χιόνες ἐρώτησαν τόν ἅγιο Γρηγόριο γιατί δέν τόν ἀγαποῦν οἱ Χριστιανοί. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀπάντησε ὅτι ὁ Χριστός ἔδωσε ἐντολή νά ἀγαπᾶμε τούς Ἀποστόλους καί ὄχι τόν Μωάμεθ. Ἔπειτα ἔγινε συζήτηση καί γιά τήν περιτομή καί τίς εἰκόνες. Στό σημεῖο αὐτό σταμάτησε ὁ διάλογος, οἱ Τοῦρκοι ἄρχοντες ἀπεχώρησαν ἀφοῦ χαιρέτησαν μέ εὐλάβεια τόν ἅγιο Γρηγόριο, ἐνῶ ἕνας ἀπό τούς Χιόνες τόν ὕβρισε καί τόν γρονθοκόπησε στό πρόσωπο.

Ὁ τρίτος διάλογος ἔγινε στήν Νίκαια μέ τόν ὑπεύθυνο τῆς ταφῆς, ὕστερα ἀπό τόν ἐνταφιασμό ἑνός Μουσουλμάνου. Ὁ διάλογος περιστράφηκε στήν προσευχή καί στόν Χριστό. Οἱ παριστάμενοι Τοῦρκοι ρώτησαν τόν ἅγιο γιατί δέν δέχονται τόν Προφήτη Μωάμεθ καί τό εὐαγγέλιό του. Ὁ ἅγιος ἀπάντησε ὅτι δέν ἔχουμε ἀπό κανέναν ἐντολή νά σεβόμαστε τόν Μωάμεθ, ἄλλωστε ὁ Μωαμεθανισμός ἐπεκτάθηκε στόν κόσμο μέ τήν δύναμη τοῦ διαβόλου, μέ τόν πόλεμο, τό μαχαίρι, τίς λεηλασίες, τούς ἀνδραποδισμούς καί τούς φόνους, ὁ δέ Μωάμεθ χρησιμοποίησε τήν βία καί τήν ἡδονή. Οἱ παριστάμενοι κινήθηκαν μέ ὀργή ἐναντίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ἐκεῖνος εὐχήθηκε νά ὑπάρξη καιρός πού νά συμφωνήσουν καί νά πιστεύουν στό ἴδιο δόγμα.

Στήν τέταρτη φάση (15ος -19ος αἰώνας) ἔχει ἤδη καταλυθῆ ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα καί ὁ διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Ἰσλάμ γίνεται ἀνάλογα μέ τίς κατά τόπους περιστάσεις. Ἐδῶ θά ἀναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Τό πρῶτο εἶναι τοῦ Γεννάδιου Σχολάριου πού ἦταν ὁ πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά τήν ἅλωση. Ὁ ἴδιος ὁ Σουλτάνος Μωάμεθ ὁ Πορθητής τόν ἐγκαθιστοῦσε ὡς Πατριάρχη καί τοῦ ἔδωσε πολλά προνόμια. Καίτοι μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως αἰχμαλωτίσθηκε καί ἔγινε δοῦλος στήν ὑπηρεσία ἑνός ἀξιωματούχου τῆς Ἀδριανουπόλεως, ἐν τούτοις ἐλευθερώθηκε καί ἀναδείχθηκε σέ Πατριάρχη. Μάλιστα, ὁ Σουλτάνος ἔκανε διάλογο μαζί του γιά θρησκευτικά θέματα.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς ἔκαναν κριτική στό Ἰσλάμ, ἀνάλογα μέ τίς περιστάσεις καί τά πολιτικά καί κοινωνικά γεγονότα τῆς ἐποχῆς. Ποτέ δέν συμφιλιώθηκαν μαζί του, γιατί ἔβλεπαν τήν ἀνθρωποκεντρικότητα τῆς θρησκείας αὐτῆς, τίς μυθώδεις δοξασίες της,  ἀλλά καί τό μίσος ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ἄλλων θρησκειῶν.

Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος βρισκόταν σέ δυσχερῆ θέση ἔναντι τῶν κατακτητῶν καί γι’ αὐτό παρουσιάζοντας τίς θέσεις τοῦ Χριστιανισμοῦ σέ ἀντίθεση μέ τόν Μουσουλμανισμό, παρουσίασε τό θέμα μέ θετικό τρόπο καί ὄχι μέ ἐπιθετικότητα. Ἐκθέτοντας τό θέμα αὐτό τόνισε τά σημεῖα στά ὁποῖα διέφεραν οἱ δύο Θρησκεῖες, πού εἶναι ἡ πνευματικότητα τῶν ἐσχάτων, ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, καί τό τριαδικό δόγμα.

Ἀνέπτυξε τήν ἀνοδική πορεία τῆς θείας οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἀπό τόν φυσικό νόμο κατέληξε στόν μωσαϊκό νόμο καί ἀπό ἐκεῖ στόν εὐαγγελικό νόμο. Ὁ εὐαγγελικός νόμος πού παραδόθηκε ἀπό τόν Χριστό εἶναι ὁ τέλειος νόμος, εἶναι ἡ πλήρωση τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καί ἔχει δύναμη νά ὁδηγήση τούς ἀνθρώπους στήν ὑποταγή τοῦ Θεοῦ, καί τούς καθιστᾶ ἱκανούς νά περιφρονοῦν ὅλα τά πρόσκαιρα ἀγαθά, ἐξ αἰτίας τῆς ἀγάπης πρός τήν ἀλήθεια καί τήν αἰώνια ζωή. Τό ὅτι ὁ νόμος αὐτός εἶναι θεῖος ἀποδεικνύεται ἀπό τούς μάρτυρες πού ἀπέθνησκαν γιά νά μή προδώσουν τόν νόμο τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη ἐπί τριακόσια χρόνια διωκόταν ὁ Χριστιανισμός, καί ὅμως κατώρθωσε νά ἐξαπλωθῆ καί νά ἐμπεδοθῆ σέ ὅλη τήν γῆ.

Τό ὅτι ὁ Γεννάδιος Σχολάριος εἶπε στόν Μωάμεθ τόν Πορθητή ὅτι δέν ὑπάρχει τελειότερος νόμος ἀπό τόν εὐαγγελικό νόμο, σημαίνει ὅτι μέ τόν λόγο αὐτόν δέν ἄφησε κανένα περιθώριο γιά τόν νόμο καί τήν διδασκαλία τοῦ προφήτου τοῦ Ἰσλάμ. Βέβαια, προχωρώντας τήν σκέψη του, ὑποστήριξε ὅτι ἐμφανίζονται κατά καιρούς διάφοροι ἄνθρωποι πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἔλαβαν ἀπό τόν Θεό διαφόρους ἄλλους νόμους, ἀλλά καί αὐτό ἐπιτράπηκε ἀπό τόν Θεό καί εἶναι γνωστή ἡ αἰτία ἀπό τήν εὐαγγελική διδασκαλία.
Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος ὁμίλησε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο συνεσκιασμένως κάπως, γιά νά μή ἐρεθίση τόν συνομιλητή του, ἀναφέροντας τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ὅτι θά ἐμφανισθοῦν ψευδοπροφῆτες γιά νά ὁδηγήσουν τόν λαό στήν πλάνη καί νά δοκιμασθῆ ἡ πίστη τῶν Χριστιανῶν. Τό ὑπεννόησε, λέγοντας ὅτι ἡ αἰτία καταγράφηκε στήν εὐαγγελική διδασκαλία (γιά τούς ψευδοπροφῆτες), ἀλλά δέν τό εἶπε γιά λόγους τακτικῆς καί διακρίσεως λόγῳ τῆς δύσκολης θέσης πού βρίσκονταν τότε οἱ Χριστιανοί, τούς ὁποίους ἤθελε νά προστατεύση μετά τήν μεγάλη σφαγή πού προηγήθηκε.

Τό δεύτερο παράδειγμα εἶναι τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Βατοπαιδινοῦ (1470-1556), τοῦ καλουμένου καί Γραικοῦ. Ὁ ἅγιος Μάξιμος, Βατοπαιδινός μοναχός, ἀπεστάλη ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος στήν Ρωσία, ὕστερα ἀπό παράκληση τοῦ Ρώσου ἡγεμόνα Βασιλείου Ἰβάνοβιτς, νά μεταφράση καί νά ἑρμηνεύση τόν Ψαλτήρα. Στήν συνέχεια μετέφρασε ἁγιογραφικά, κανονικά καί πατερικά κείμενα ἀπό τήν ἑλληνική στήν ρωσική γλώσσα, διότι ἦταν δεινός φιλόλογος, καθώς ἐπίσης διόρθωσε καί λειτουργικά βιβλία. Μεταξύ τῶν ἄλλων ἀσχολήθηκε καί μέ τό Ἰσλάμ καί διότι ὑπῆρχε ἀνάγκη στήν Ρωσία, ἀλλά καί διότι ἤθελε νά ἀποσείση τήν κατηγορία ὅτι εἶχε ὕποπτες σχέσεις μέ τόν Πρεσβευτή τῆς Τουρκίας στήν Μόσχα.

Τίς ἀντιρρητικές του ἀπόψεις γιά τό Ἰσλάμ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Βατοπαιδινός τίς κατέγραψε σέ τρεῖς ἀντιρρητικούς λόγους του, στούς ὁποίους συμπεριέλαβε τίς ἀπόψεις τῶν Πατέρων καί συγγραφέων πού ἔζησαν στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, τό λεγόμενο Βυζάντιο.

Ὁ πρῶτος λόγος φέρει τόν τίτλο «Λόγος στηλιτευτικός κατά τῆς μαγγανείας τοῦ ἐπινοήσαντος αὐτήν αἰσχροῦ κυνός Μωάμεθ». Ὁ δεύτερος λόγος του φέρει τόν τίτλο «Δεύτερος λόγος περί τοῦ αὐτοῦ θέματος πρός τούς εὐσεβεῖς ἐναντίον τοῦ θεομάχου κυνός Μωάμεθ· ἐδῶ γίνεται ἐν μέρει ἀναφορά στήν συντέλεια τοῦ αἰῶνος τούτου». Ὁ τρίτος λόγος φέρει τόν τίτλο: «Ἀπαντήσεις τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τῶν Ἀγαρηνῶν τῶν διαβαλλόντων τήν ὀρθόδοξη χριστιανική μας πίστη».

Θά παρατεθῆ ἡ ἀρχή τοῦ πρώτου λόγου πού δίνει τό στίγμα τῆς ὅλης ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος: «Στό μέτρο τῆς ζώσας πίστεώς μας καί ὅσο μᾶς συνέδραμε ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στηλιστεύσαμε ἤδη τήν ἰουδαϊκή κακοπιστία, τήν ἑλληνική ἀσέβεια καί τήν λατινική αἵρεση· ἄν ὅμως ἀφήσουμε ἄνευ στηλιτεύσεως τήν πολυποίκιλη τῶν θεοστυγῶν Ἀγαρηνῶν ἀσέβεια καί τήν δαιμονική μαγγανεία, τότε κανείς δέν θά μᾶς ἐπαινέσει ἀλλά ἀπεναντίας οἱ πάντες θά μᾶς καταδικάσουν γιά ἄκρα ἀδιαφορία καί ἔλλειψη θείου ζήλου γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἐπικαλεστήκαμε τήν ἄπειρη χάρη τοῦ θείου καί προσκυνητοῦ παρακλήτου (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), ἄς ἀρχίσουμε μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ νά μιλᾶμε πρός ὑπεράσπιση τῆς ἀμωμήτου, θεοφιλοῦς καί μόνης σωτηρίου πίστεως».

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Βατοπαιδινός κάνει μιά συγκινητική ἀντιπαραβολή μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Μωάμεθ. Ἐπιμένει στήν ἐλευθερία καί τήν ἀπόλυτη ἀπουσία κάθε καταναγκασμοῦ πού ἀπευθύνει ὁ Χριστός στούς ἀνθρώπους,  σέ ἀντίθεση μέ τήν βία καί τόν ὄλεθρο πού ὑπόσχεται ὁ Μωάμεθ σέ ὅσους δεχθοῦν τό κήρυγμά του. Μιλώντας γιά τόν Θεό, ὅπως τόν κηρύσσει ὁ Χριστός, τόν χαρακτηρίζει ὡς φιλάνθρωπο, γεναιόδωρο, εὐμενῆ, δίκαιο πού δέν θέλει τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά τήν ἐπιστροφή του στήν ζωή, δέν ἀναγκάζει κανέναν καί δέν διατάσσει κανέναν νά σκοτώνη τόν ὁποιονδήποτε. Ἀντίθετα, ὁ Μωάμεθ εἶναι πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου καί κατοικητήριο τοῦ διαβόλου. Γράφει: «Ἀπό τήν τραχιά ἀπάντηση, ὅπως καί ἀπό πολλές ἄλλες πράξεις του, προκύπτει ὅτι ὁ ἀχρεῖος αὐτός δέν ἀπεστάλη ἀπό τόν Θεό –ἐπειδή ὁ πανάγαθος Θεός δέν ἐξαναγκάζει κανέναν– ἀλλά ἀπό τόν θεομάχο καί μισάνθρωπο διάβολο γιά τόν αἰώνιο ὄλεθρο αὐτῶν πού τόν ἀκολουθοῦν. Ὁ διάβολος ἐξ ἀρχῆς ἦταν ἀνθρωποκτόνος (Ἰωάν. 8, 44) καί σάν βασανιστής εὐφραίνεται ὅταν χύνεται ἀνθρώπινο αἷμα· ἐπειδή εἶναι ἀσυμφιλίωτος ἐχθρός του καί μέ ὅλα τά μέσα ἐνισχύεται, ὁ αἰσχρός, καί προσελκύει ὅλους μαζί του στήν γέεννα τοῦ πυρός».

Βέβαια, ὅπως ἔχει παρατηρηθῆ, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας δέν ἔγινε σοβαρός διάλογος μεταξύ τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ. Ἐγράφησαν τότε μερικά κείμενα σέ ἐλάχιστα ἀντίτυπα καί κάποια ἄλλα μέ μορφή διαλόγου, ἀλλά κανένα ἀπό αὐτά τά κείμενα δέν δημοσιεύθηκε, καί στήν πραγματικότητα δέν ἔγινε «κανένας θεολογικός διάλογος περί τῆς ἁγίας Τριάδος ἤ προφητικότητος τοῦ Μωάμεθ». Ἀκόμη καί τά κηρύγματα τῶν ἱεροκηρύκων ἦταν προσεκτικά καί δέν καταφέρονταν ἐναντίον τῆς θρησκείας τοῦ δυνάστη, ἀλλά ἐνδιαφέρονταν κυρίως γιά τήν κατήχηση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, γιά τήν ἀναχαίτιση τῶν ἐξισλαμισμῶν. Ὁ κατ’ ἐξοχήν ἰσλαμοχριστιανικός διάλογος κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἔγινε μεταξύ ἀφ’ ἑνός μέν τῶν ὁμολογητῶν καί τῶν μαρτύρων πού ὁμολογοῦσαν τήν πίστη τους  καί στηλίτευσαν τόν Ἰσλαμισμό καί τόν Μωάμεθ, ἀφ’ ἑτέρου δέ τῶν δικαστῶν τους, ὅταν οἱ πρῶτοι ἀνακρίνονταν ἀπό τούς δεύτερους.  Ἔτσι, «τά μαρτυρολογικά κείμενα εἶναι τά μόνα κείμενα τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας στά ὁποῖα μποροῦμε νά συναντήσουμε τόν θεολογικό ἰσλαμοχριστιανικό διάλογο».

Μιλώντας γιά τόν διάλογο μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἰσλάμ κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας δέν μποροῦμε νά ξεχνᾶμε ὅτι τήν περίοδο αὐτή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν σέ δεινή θέση, τό Ἰσλαμικό Κράτος ἦταν σέ θέση ἐξουσίας καί γι’ αὐτό ὁ κάθε διάλογος ἦταν ἀνισομερής. Ὑπάρχουν μερικοί σύγχρονοι ἀριστεροί συγγραφεῖς πού κρίνουν τήν στάση τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὅτι δῆθεν δέν ἀντιστάθηκε στήν βαρβαρότητα τοῦ Μουσουλμανικοῦ Κράτους. Δυστυχῶς, ἐκφράζουν τέτοιες ἀπόψεις γιατί ὁμιλοῦν καί γράφουν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς καί χωρίς νά λαμβάνουν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψη τά τότε δεδομένα.

Τό τί ὑπέφερε ἡ Ἐκκλησία κατά τήν περίοδο αὐτή φαίνεται ἀπό τά σύγχρονα γεγονότα. Σήμερα οἱ τζιχαντιστές δημιουργοῦν πανικό σέ ὅλο τόν κόσμο μέ τίς τρομοκρατικές ἐνέργειές τους, ταράσσουν τά Κράτη, τά ὁποῖα διαθέτουν ἰσχυρές ἀστυνομικές δυνάμεις, στρατό καί γενικά ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν συγκρότηση καί τήν λειτουργία τοῦ Κράτους. Παρά ταῦτα ὑπάρχει φόβος. Καί τό ἐρώτημα εἶναι πῶς μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία νά κάνη ἀντίσταση σέ ἕνα ἰσχυρό Μουσουλμανικό Κράτος μέ τά πενιχρά μέσα πού διέθετε.

Παρά ταῦτα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀντιστάθηκε σθεναρῶς κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας γιά νά περισώση τούς ὑπόδουλους Ρωμηούς, κυρίως ἔχυσε τό αἷμα της. Σέ κάθε γωνιά τῆς γῆς ὑπάρχουν Νεομάρτυρες πού θυσιάσθηκαν, σφαγιάσθηκαν, κρεμάσθηκαν, ἀποκεφαλίσθηκαν, γιατί δέν ἤθελαν νά ἀλλαξοπιστήσουν. Ὅταν διαβάση κανείς τό «Νέον Μαρτυρολόγιον» τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου θά ἀντιληφθῆ αὐτήν τήν πραγματικότητα. Ἔτσι, θά καταλάβη καί τό πῶς ζοῦσε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί τό κήρυγμα καί τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.

Πάντως, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς ἔκαναν κριτική στό Ἰσλάμ, ἀνάλογα μέ τίς περιστάσεις καί τά πολιτικά καί κοινωνικά γεγονότα τῆς ἐποχῆς. Ποτέ δέν συμφιλιώθηκαν μαζί του, γιατί ἔβλεπαν τήν ἀνθρωποκεντρικότητα τῆς θρησκείας αὐτῆς, τίς μυθώδεις δοξασίες της,  ἀλλά καί τό μίσος ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ἄλλων θρησκειῶν.

  1. Ἡ σύγχρονη πραγματικότητα στήν Μέση Ἀνατολή

Στήν ἐποχή μας τό Ἰσλάμ ἔχει ἐπεκταθῆ σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο καί ὅλα τά Κράτη ἔχουν προβλήματα ἀπό τίς θέσεις πού διατυπώνονται μέσα στό Κοράνιο, καί τίς ὁποῖες ἐφαρμόζουν οἱ ἀκραῖοι Ἰσλαμιστές.

Βέβαια, δέν μποροῦμε νά παραθεωρήσουμε ὅτι καί μέσα στόν Ἰσλαμισμό  ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού διακρίνονται ἀπό ἀνθρωπιστικά ἰδεώδη, ἀπό ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο καί τήν εἰρήνη, ὅπως καί ὑπάρχουν Χριστιανοί οἱ ὁποῖοι παρά τήν ὁλοκληρωμένη διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ διακατέχονται ἀπό αἱμοβόρα πάθη. Ἔχω συναντήσει Ἰσλαμιστές-Μουσουλμάνους οἱ ὁποῖοι σέβονται τούς ἀνθρώπους καί αὐτό τό τζιχάντ τό ἐκλαμβάνουν ὡς πόλεμο ἐναντίον τοῦ κακοῦ πού ὑπάρχει μέσα τους, ἀκόμη καί ἐναντίον τῶν δικῶν τους ἀρχόντων πού καταχρῶνται τήν ἐξουσία τους. Ἐπίσης, στό Ἰσλάμ ἀπό τόν 13ο αἰώνα καί μετά ἀναπτύχθηκε ἕνα μυστικιστικό ρεῦμα, ὁ λεγόμενος σουφισμός, κατά ἐπίδραση ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἡσυχαστική παράδοση. Στό θέμα αὐτό εἶναι χαρακτηριστικά τά ὅσα μυστικιστικά γράφει ὁ Ρουμί καί τά τάγματα τῶν δερβίσηδων.

Τό ὅτι ὑπάρχουν πολλές τάσεις καί μέσα στό Ἰσλάμ φαίνεται ἀπό αὐτά πού συμβαίνουν στήν Μέση Ἀνατολή. Ὑπάρχουν Ἰσλαμιστές οἱ ὁποῖοι συμβιώνουν εἰρηνικά μέ τούς Ὀρθοδόξους Ρωμηούς καί ὑπάρχουν φανατικοί Ἰσλαμιστές οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νά ἐξαφανίσουν κάθε χριστιανικό στοιχεῖο ἀπό τήν Μέση Ἀνατολή, τήν Συρία, τόν Λίβανο, τό Ἰράκ.

Γνωρίζω αὐτήν τήν περιοχή ἀπό τίς ἐπανειλημμένες ἐπισκέψεις μου, ἄν καί δέν μπορεῖ νά γνωρίζη κανείς τό τί ἀκριβῶς συμβαίνει στήν περιοχή αὐτή, γιατί παίζονται διάφορα γεωπολιτικά παιχνίδια. Βεβαίως, παίζουν ρόλο οἱ θεωρητικές διδασκαλίες κάθε Θρησκείας, ἀλλά ἐξαρτᾶται καί ἀπό τά συμφέροντα τῶν μεγάλων Κρατῶν πού ἐπιδιώκουν νά ἐπικρατήσουν στίς περιοχές αὐτές. Παρά τίς θρησκευτικές διαφορές, ὅμως τά γεωπολιτικά συμφέροντα ὑποκινοῦν τίς θρησκεῖες σέ πολέμους καί σέ πολεμικές συρράξεις.

Θά ἤθελα νά ὁλοκληρώσω αὐτήν τήν ὁμιλία μέ τήν παράκληση νά προσευχόμαστε γιά τούς Χριστιανούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, γιατί ἀπό διάφορα αἴτια γίνεται μιά χριστιανοκάθαρση, ἄν μπορῶ νά χρησιμοποιήσω αὐτόν τόν ὅρο, κατά μίμηση τοῦ ὅρου ἐθνοκάθαρση.

Πρόσφατα στήν Ἑλλάδα ἦλθε ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας κ. Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος εἶναι καί προσωπικός μου φίλος, γιατί ὅταν δίδασκα στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή στόν Βόρειο Λίβανο, ἐκεῖνος ἦταν καθηγητής καί Κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καί ἀναπτύχθηκε μεταξύ μας ἰσχυρός δεσμός ἀδελφικῆς φιλίας. Στίς ἀντιφωνήσεις του ἐξέφρασε τίς ἀπόψεις του γιά τό θέμα αὐτό, ὅτι δηλαδή, γιά πολλούς αἰῶνες συμβίωναν στήν Μέση Ἀνατολή εἰρηνικά οἱ Χριστιανοί μέ τούς Μουσουλμάνους καί ὅτι δέν νοεῖται Μέση Ἀνατολη χωρίς τόν χριστιανικό πληθυσμό .

Σέ μιά συνεντευξή του παρουσίασε δύο ἐνδιαφέρουσες σκέψεις του πού δείχνουν τό πρόβλημα πού ὑπάρχει στήν περιοχή ἐκείνη.

Ἡ πρώτη σκέψη του εἶναι ὅτι οἱ τζιχαντιστές εἶναι ξένο πνεῦμα στήν Μέση Ἀνατολή. Ἡ δημοσιογράφος Μαρία Ἀντωνιάδου εἶπε στόν Πατριάρχη: «Ὅταν πρίν ἀπό δύο χρόνια στελέχη τοῦ Πατριαρχείου Ἀντοχείας δήλωναν ὅτι οἱ τζιχαντιστές δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τήν παράδοση τοῦ Ἰσλάμ στήν Μέση Ἀνατολή, πολλοί ἄκουγαν τίς θέσεις αὐτές μέ προβληματισμό». Καί ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε: «Εἶναι ἕνα ξένο πνεῦμα. Δέν ὑπῆρχε τέτοιο πνεῦμα οὔτε στήν Συρία οὔτε στόν Λίβανο. Τό φαινόμενο δυστυχῶς ἦρθε ἀπ’ ἔξω καί ὑπάρχει εὐθύνη καί ὁρισμένων μεγάλων δυνάμεων. Αὐτό τό ἐξτρεμιστικό φαινόμενο, πού ἔφτασε στό σημεῖο νά σκοτώνει ὁ ἕνας τόν ἄλλο στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπῆρχε ποτέ. Ποιός τό δέχεται; Κανένας. Οὔτε οἱ μουσουλμάνοι τό δέχονται».

Ἡ δεύτερη σκέψη εἶναι ὅτι πολλά χρόνια συζοῦσαν μαζί Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί. Ἡ δημοσιογράφος τόν ρώτησε: «Ἔχουν καί οἱ μουσουλμάνοι προβλήματα;», ἐννοεῖται ἀπό τούς τζιχαντιστές. Καί ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε: «Ὅλοι ἔχουν.  Ἔχει ἡ Συρία, ἔχει ὁ Λίβανος. Ὅλοι οἱ κάτοικοι, ὅλοι οἱ ντόπιοι: Χριστιανοί καί μουσουλμάνοι. Καί ἐμεῖς ὡς Πατριαρχεῖο, νά τό ξέρετε, πάντα λέμε, ὅτι καταγόμαστε ἀπό ἐκεῖνα τά μέρη, ἐκεῖ γεννηθήκαμε. Ἐκεῖ ἦταν οἱ Πατέρες μας, οἱ παπποῦδες μας. Ἤμασταν ἐκεῖ πρίν ἀπό τό Ἰσλάμ, μαζί μέ τό Ἰσλάμ καί μετά ἀπό τό Ἰσλάμ καί ἔχουμε τίς καλύτερες σχέσεις μέ τούς ντόπιους μουσουλμάνους. Καί πάντα λέμε ὅτι ἔμεῖς ἔχουμε μιά ἱστορία κοινή καί τό μέλλον εἶναι κοινό γιά ὅλους μας, ὅ,τι παθαίνει ὁ ἕνας θά πάθει καί ὁ ἄλλος. Γι’ αὐτό τονίζουμε ὅτι ὅλοι ἀνήκουμε στήν ἴδια πατρίδα.  Ἔχουμε καί δικαιώματα ὁ κάθε χριστιανός, ὁ κάθε μουσουλμάνος. Καί ξέρετε, στήν Συρία οἱ χριστιανικές ἑορτές, τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, εἶναι ἐπίσημες ἑορτές. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι (οἱ τζιχαντιστές) εἶναι φανατικοί, εἶναι ξένο σῶμα. Ἐμεῖς στό Πατριαρχεῖο λέμε τήν ἀλήθεια. Ὑπάρχουν συμφέροντα. Ὅταν γίνεται κάτι μέ ἕνα ἰσραηλινό στρατιώτη, ξεσηκώνεται ὅλος ὁ κόσμος, ὅταν ὅμως ὑπάρχουν ἄλλα θύματα, τότε ὑπάρχει σιωπή…».

Θά ἤθελα νά ὁλοκληρώσω αὐτήν τήν ὁμιλία μέ τήν παράκληση νά προσευχόμαστε γιά τούς Χριστιανούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, γιατί ἀπό διάφορα αἴτια γίνεται μιά χριστιανοκάθαρση, ἄν μπορῶ νά χρησιμοποιήσω αὐτόν τόν ὅρο, κατά μίμηση τοῦ ὅρου ἐθνοκάθαρση. Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας στήν ἴδια συνέντευξη  ρωτήθηκε ἀπό τήν δημοσιογράφο: «Τί θά εὐχόσασταν, πῶς βλέπετε τό μέλλον τῶν Χριστιανῶν ἀπό ‘δω καί πέρα;» καί ἀπάντησε: «Πάντα ἔχουμε τήν ἐλπίδα. Εἴμαστε ὄρθιοι καί δυνατοί παρά τίς δοκιμασίες. Δέν θέλουμε νά ἐπαναληφθεῖ ὅ,τι ἔγινε καί μέ τό Ἰράκ, ὅπου οἱ Χριστιανοί σιγά-σιγά ἐξαφανίζονται, ὅπου ἀπό ἐνάμισι ἑκατομμύριο Χριστιανοί, σήμερα στήν χώρα ζοῦν 300.000».

Νά δοξάζουμε τόν Θεό γιά τήν ἐλευθερία πού ἔχουμε, ἔστω καί ἐξωτερική, καί νά προσευχόμασε γι’ αὐτούς πού ἀγωνίζονται γιά τήν ἐπιβίωσή τους καί πολλές φορές καλοῦνται νά ὁμολογήσουν τήν πίστη τους καί νά ὑποστοῦν καί τό μαρτύριο.–

Εκκλησιαστική Παρέμβαση – Τεῦχος 224 – Μάρτιος 2015

parembasis.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: