Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Νικολάου Μάννη

Εκπαιδευτικού

(nikolaosmannis@gmail.com)

Η Πελαγονία (και Πελαγωνία ή Πελαγωνεία, όπως επίσης συναντάται) είναι μια περιφέρεια της – γεωγραφικά – Βόρειας (Άνω) Μακεδονίας, και η οποία εκτείνεται ανατολικά των λιμνών των Πρεσπών. Σε αυτήν την ελληνικότατη περιοχή (η οποία υπάγεται σήμερα στο κράτος των Σκοπίων)  υπήρχε, από παλαιοτάτων χρόνων, η ομώνυμη Μητρόπολη, η οποία αποσπάστηκε το 1756  από την καταργηθείσα τότε Αρχιεπισκοπή Αχριδών και προσαρτήθηκε στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έκτοτε ο εκάστοτε ποιμενάρχης της έφερε τον τίτλο «Μητροπολίτης Πελαγονίας, ὑπέρτιμος καὶ ἔξαρχος Ἄνω Μακεδονίας»[1]∙ είχε δε ως έδρα την πόλη Μοναστήρι (ή Βιτώλια), στην οποία υπήρχε ακμάζουσα ελληνική κοινότητα.

Σπουδαίες προσωπικότητες ποίμαναν την Πελαγονία, όπως ο μουσικότατος Κοσμάς Ευμορφόπουλος (1895-1899), ο από Σκοπίων[2] Αμβρόσιος Σταυρινός (1899-1901) και ο Μακεδονομάχος Ιωακείμ Φορόπουλος (1903-1909). Στο άρθρο αυτό θα αναφερθούμε στην ποιμαντορία του τελευταίου Έλληνα Μητροπολίτη Πελαγονίας Χρυσοστόμου (1912-1917).

Ο Χρυσόστομος Καβουρίδης γεννήθηκε στην Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης στις 13 Νοεμβρίου του 1870 και έλαβε το όνομά του λόγω της ημέρας (μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου). Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, εγγράφηκε στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1901. Το αυτό έτος χειροτονήθηκε διάκονος, υπό του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ του Γ΄, ενώ το 1908 χειροτονήθηκε, υπό του ιδίου Πατριάρχου, Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου. Το 1912 «κριθεὶς ὡς εἶς τῶν ἱκανωτέρων Ἱεραρχῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐστάλη ὡς ποιμενάρχης εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην»[3], της Πελαγονίας.

Ο Χρυσόστομος μετέβη τον Ιούνιο του 2012 στο Μοναστήρι και βρήκε το ποίμνιό του σε κατάσταση πανικού, αφενός μεν από την καταπίεση των Τούρκων, αφετέρου από τον πολυετή διωγμό από τους εθνικιστές, σχισματικούς τότε, Βούλγαρους. Λίγους μήνες μετά, με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, οι Τούρκοι προύχοντες του Μοναστηρίου συνήλθαν σε σύσκεψη και μπρος στην διαφαινόμενη κατάληψη της πόλης από τους Βαλκάνιους αντιπάλους τους αποφάσισαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο προκειμένου να παραδοθεί η πόλη στους Έλληνες, τους οποίους προτιμούσαν αντί των Βουλγάρων ή των Σέρβων. Μετά την συνάντηση, και ως δείγμα καλής θελήσεως, απελευθέρωσαν και τους τρεις χιλιάδες Έλληνες κρατούμενους της περιφέρειάς τους και συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους προς το Βορρά για να αποκρούσουν τον κατερχόμενο σερβικό στρατό, ο οποίος βρισκόταν πιο κοντά στην πόλη. Δυστυχώς όμως τόσο η ρωσική εξωτερική πολιτική, που είχε υπό την επιρροή και προστασία της την Σερβία (διά της οποίας επιθυμούσε την έξοδό της στο Αιγαίο), όσο και η πολιτική του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου, που δεν επιθυμούσε μεγάλη ενδοχώρα, αλλά απελευθέρωση των παράλιων περιοχών του Αιγαίου (θυσιάζοντας ουσιαστικά τον Ελληνισμό της Βόρειας Μακεδονίας), ανέτρεψαν τα πράγματα. Με την ρωσική επέμβαση οι Τούρκοι μετέφεραν τις δυνάμεις τους προς τον Νότο για να ανακόψουν την πορεία του ανερχόμενου ελληνικού στρατού, το οποίο και κατάφεραν. Έτσι στις 6 Νοεμβρίου του 1912 οι Σέρβοι εισήλθαν στο Μοναστήρι, μια πόλη στην οποία κυριαρχούσε ο ελληνικός πληθυσμός, ενώ υπήρχαν απειροελάχιστοι ομοεθνείς τους.  Παρόλα αυτά οι Έλληνες της πόλης (οι οποίοι έφθαναν τις δεκαοκτώ χιλιάδες και ήταν ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι και σλαβόφωνοι) πίστευαν πως οι «ομόδοξοι και σύμμαχοι» Σέρβοι, θα την παραχωρούσαν στην Ελλάδα. Ελάχιστες μέρες μετά εισήλθε στην πόλη ο Διάδοχος Κωνσταντίνος με την ελληνική αντιπροσωπεία και η υποδοχή του ήταν μεγαλειώδης. Ο Ιών Δραγούμης που συμμετείχε στην αντιπροσωπεία αναφέρει πως έγινε κατανυκτική δοξολογία στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου «μὲ ψαλμωδίες ὄμορφες, βυζαντινές, παιδιῶν καὶ μεγάλων».

Το τέμπλο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Δημητρίου στο Μοναστήρι (τέλη δεκαετίας του 1910)

Οι Έλληνες του Μοναστηρίου συνέχισαν να ζουν με την ελπίδα της προσαρτήσεως της επαρχίας τους στο ελληνικό κράτος, ενώ ταυτόχρονα πανηγύριζαν κάθε νίκη των Ελλήνων στους Βαλκανικούς Πολέμους. Τον Μάρτιο όμως του 1913 ο ελληνικός πληθυσμός δέχτηκε δύο απανωτά χτυπήματα. Το πρώτο ήταν οι δηλώσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Βουλή, με τις οποίες μιλώντας για τις ελληνικές περιοχές που κατέλαβαν οι «σύμμαχοι» Σέρβοι και Βούλγαροι αναφέρει πως ακόμη και αν τις παραχωρούσαν στο ελληνικό κράτος δεν θα έπρεπε να τις δεχτεί, διότι θα ήταν επικίνδυνη για την ασφάλεια του κράτους η δημιουργία μεγάλης ενδοχώρας… Όπως παρατηρεί ο Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κ. Νικόλαος Βασιλειάδης στην εξαιρετική του διατριβή για τους Έλληνες της Πελαγονίας,  με τις δηλώσεις αυτές ουσιαστικά εγκαταλείπεται κάθε διάθεση της τότε ελληνικής κυβερνήσεως για ενσωμάτωση της Βόρειας Μακεδονίας[4] και πλέον η εξωτερική της πολιτική στρέφεται «προς ανατολάς» για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Το δεύτερο χτύπημα, ήταν η δολοφονία του Βασιλιά Γεωργίου στην Θεσσαλονίκη, που βύθισε σε θλίψη τους Μοναστηριώτες. Μια θλίψη που ήταν μόνο προδρομική της μεγάλης θλίψης και στεναχώριας που θα τους καταλάμβανε για τα επόμενα χρόνια.

Μετά την παράδοση ουσιαστικά του Μοναστηρίου στους Σέρβους, οι τελευταίοι προέβησαν σε πολύ συγκεκριμένες ενέργειες με σαφή στόχο τον εκσερβισμό[5] της περιοχής. Πρώτο τους βήμα ήταν να μην επιτρέψουν την λειτουργία ελληνικών σχολείων, με σκοπό να λησμονηθεί σταδιακά η ελληνική γλώσσα[6]! Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος περιγράφει την σοβινιστική αυτήν τακτική σε Υπόμνημά του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο[7] περιγράφοντας την κατάσταση ως εξής: «δεκαοκτὼ τὸ ὅλον Ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἀνώτερά τε καὶ κατώτερα, παντοδαπῆς καὶ ποικίλης μορφώσεως καὶ ἀγωγῆς, μόνον ἐν τῶ κέντρω τῆς Ἐπαρχίας μου, ἤτοι ἐν τῇ πόλει τοῦ Μοναστηρίου, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀπελευθερώσεως, ἐπιταχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ, μετεβλήθησαν τινὰ εἰς λέσχας στρατιωτικάς, ἕτερα εἰς στρατῶνας, ἄλλα εἰς στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα, ἔστιν δ᾿ ἃ καὶ εἰς στρατιωτικὰ χοροδιδασκαλεῖα. Σημειωτέον δ᾿ ὅτι ἡ πόλις τοῦ Μοναστηρίου ὡς ἕδρα στρατιωτικοῦ σώματος ἐπὶ Τουρκοκρατίας ηὐμοίρει στρατώνων καὶ διοικητικῶν ἐν γένει κτιρίων, δυναμένων ἐν ἀνέσει νὰ περιλάβωσι σύμπαντα τὸν Σερβικὸν στρατὸν τῆς κατοχῆς…». Η ελληνική κοινότητα του Μοναστηρίου με προεξάρχοντα τον Ποιμενάρχη της διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τις τοπικές αρχές, και επειδή εκείνες δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημά τους απέστειλαν Υπόμνημα προς τον Βασιλιά της Σερβίας Πέτρο Καραγιώργεβιτς.

Πρακτικό έκτακτης συνελεύσεως των Μοναστηριωτών για το ζήτημα των Σχολείων (Σεπτέμβριος 1913)

Οι πιέσεις φαίνεται ότι θα απέδιδαν καρπούς, αλλά οι πονηροί Σέρβοι πολιτικοί  έθεσαν σε εφαρμογή ένα άλλο σχέδιο. Ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση, ως αντάλλαγμα για την λειτουργία ελληνικών σχολείων στην Πελαγονία, να ιδρυθούν σερβικά σχολεία στην Θεσσαλονίκη, στην Έδεσσα, στις Σέρρες, στην Καστοριά κ.α. Κατόπιν τούτου ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε πως η κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την λειτουργία ελληνικών σχολείων στην Σερβία… Έμεινε λοιπόν μόνος του ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος με τους προύχοντες της ελληνικής κοινότητας Μοναστηρίου να αγωνίζονται για την επίτευξη του αυτονόητου: να έχουν ελληνική παιδεία τα Ελληνόπουλα της περιοχής.

Παράλληλα οι Σέρβοι βολιδοσκόπησαν τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο σχετικά με τις προθέσεις του να ενταχθεί στην Εκκλησία της Σερβίας. Όπως ο ίδιος ο Μητροπολίτης αναφέρει στην από 30/10/1913 επιστολή του προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο «ἔλαβον ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βελιγραδίου, δι᾿ ἧς ἐρωτῶμαι ἂν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξυπηρετήσω ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου τὰ συμφέροντα τῆς Αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Σερβικῆς Ἐκκλησίας». Ο Χρυσόστομος βεβαίως απέρριψε την πρόταση.

Τον Φεβρουάριο του 1914 έστειλε η σερβική κυβέρνηση δύο δασκάλους στο Μοναστήρι, για να κάνουν τις εγγραφές των μαθητών. Οι κάτοικοι έστειλαν τα παιδιά τους νομίζοντας ότι οι δάσκαλοι ήταν Έλληνες. Βλέποντας τους Σέρβους δασκάλους διαμαρτυρήθηκαν οι ίδιοι οι μαθητές, δηλώνοντας ότι είναι Έλληνες. Οι Σέρβοι δάσκαλοι τους μέμφθηκαν για τα …σοβινιστικά τους αισθήματα και τους συνέστησαν να πάψουν να θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες, εφόσον ήταν πλέον Σέρβοι πολίτες. Προχώρησαν όμως και σε μία εγκληματική ενέργεια: πρόσθεσαν στα επώνυμα των μαθητών που είχαν εγγράψει την σερβική κατάληξη -ιτς! Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των μαθητών οι οποίοι αποχώρησαν και έκτοτε κανείς Έλληνας μαθητής δεν προσήλθε για εγγραφή στο σχολείο.

Αμέσως ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος αναζήτησε τον επιθεωρητή των σχολείων για να ζητήσει εξηγήσεις, εκείνος όμως φρόντισε να απουσιάζει, ενώ ο Σέρβος δήμαρχος δήλωσε αναρμόδιος για το θέμα. Παρά τις διαμαρτυρίες των Ελλήνων οι Σέρβοι σκλήρυναν την στάση τους. Αρπάζανε τα παιδιά από τον δρόμο ή το σπίτι τους και τα εγγράφανε με τη βία, ενώ απειλούσαν τους γονείς ότι θα τους φυλακίσουν. Άρχισαν επίσης να κλείνουν όλα τα ελληνικά ιδρύματα, τους Συλλόγους, τις Λέσχες, τις Αδελφότητες, τις Συντεχνίες και τα κάθε είδους Σωματεία και να καταλαμβάνουν τα κτίρια και γενικώς την ακίνητη περιουσία της ελληνικής Κοινότητας και της Μητροπόλεως. Δυστυχώς η «ομόδοξος και σύμμαχος» Σερβία επέδειξε στάση χειρότερη από αυτήν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τούτων οὕτως ἐχόντων, τὰ ἀτυχῆ τέκνα τοῦ Μοναστηρίου καὶ συμπάσης τῆς Ἐπαρχίας κατὰ τὴν Ἐθνικὴν ταύτην συμφορὰν ἤντλουν τὴν μόνην παρηγορίαν ἐκ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μητροπόλεως, ἥτις ὡς Μήτηρ φιλόστοργος ἀπέσμηχεν ἐκ τῶν ὀμμάτων τῶν πενθούντων καὶ ἀπαρηγόρητα θρηνούντων τέκνων της τὰ τακερὰ δάκρυά των, συμπονοῦσα καὶ συνθρηνοῦσα μετ᾿ αὐτῶνκαὶ στηρίζουσα ταῦτα, ἕτοιμα ὄντα νὰ ὀκλάσωσιν [=γονατίσουν] ὑπὸ τὸ βάρος τῆς Ἐθνικῆς ἀπογνώσεως καὶ βαρυθυμίας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Μητρόπολις, συναισθανομένη τὸ ὕψος τῆς Ἐθνικῆς αὑτῆς ἀποστολῆς, προσεπάθει πάντι σθένει, λόγῳ τε καὶ ἔργῳ νὰ διαφυλάξῃ ἄσβεστον τὸ θεσπιδαὲς ζώπυρον τῆς Ἐθνικῆς τῶν τέκνων της συνειδήσεως καὶ νὰ συγκρατήσῃ τοὺς σφύζοντας εἰς τὰ στήθη αὐτῶν ἑλληνικοὺς παλμούς των, διὰ τοῦτο ἀπέβη ἔκτοτε ὁ κυριώτερος στόχος τῶν πευκεδανῶν [=φαρμακερών] βελῶν τῶν φίλων καὶ ὁμοδόξων συμμάχων» γράφει στο προαναφερθέν Υπόμνημά του ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος. Άρχισαν λοιπόν οι Σέρβοι να εποφθαλμιούν το νέο αυτό «Κρυφό Σχολειό», την Μητρόπολη, και με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να προσπαθούν να το θέσουν υπό την κατοχή τους.

Αξιωματούχοι της Σερβίας (εκκλησιαστικοί και κυρίως πολιτικοί) προέβησαν σε επίσημη πρόταση προς τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο να ενταχθεί στην Εκκλησία της Σερβίας, διατηρώντας όλα τα δικαιώματά του και προσφέροντάς του και οικονομικά ανταλλάγματα. Ο Χρυσόστομος αρνήθηκε. Τον διέταξαν τότε να παραδώσει την Μητρόπολη και να εγκαταλείψει την χώρα. Ο Χρυσόστομος αρνήθηκε και πάλι. Τον απείλησαν λοιπόν πως θα χρησιμοποιήσουν βία. Ο Χρυσόστομος με γενναιότητα τους απάντησε πως μπορούν βεβαίως να χρησιμοποιήσουν βία, αλλά αυτό θα προσέκρουε τόσο στις εκκλησιαστικές σχέσεις της Εκκλησίας της Σερβίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, όσο και στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των συμμάχων κρατών Ελλάδας και Σερβίας. Όπως θυμάται αργότερα ο ηρωικός Μητροπολίτης «Τότε ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τὴν ἐκκλησιαστικὴν χειραφέτησιν, καὶ τὴν ἐκχώρησιν τῆς Μητροπόλεως ἡμῶν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Αὐτοκέφαλον Σερβικὴν Ἐκκλησίαν»[8].  Παράλληλα με τις συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη η Μητρόπολη Βελιγραδίου, κατ᾿ εισήγηση των σερβικών πολιτικών αρχών, απέστειλε στο Μοναστήρι δύο Σέρβους ιερείς, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον παρακάλεσαν να λειτουργούν στο εγκαταλειμμένο βουλγαρικό ναό για τις ανάγκες των σχισματικών Βουλγάρων της πόλης με σκοπό την επιστροφή τους στην Εκκλησία, μνημονεύοντας όμως αντί του ονόματός του, τον Σέρβο Μητροπολίτη Βελιγραδίου, με την πρόφαση πως οι Βούλγαροι δεν θα ανεχόντουσαν να μνημονεύεται ο Έλληνας Μητροπολίτης. Ο Χρυσόστομος, με την συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επέτρεψε σε αυτούς κατ᾿ οικονομία να επιτελέσουν την αποστολή τους.

Εκείνη ακριβώς την περίοδο (διαρκούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) οι Γερμανοβουλγαρικές Κεντρικές Δυνάμεις κατέλαβαν το Μοναστήρι (6 Δεκεμβρίου 1915), από την Σερβία, που πολεμούσε στο πλευρό της Αντάντ. Με την είσοδό τους στην πόλη οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής διακήρυξαν τα …φιλειρηνικά τους αισθήματα βεβαιώνοντας πως θα εξασφάλιζαν την ασφάλεια των κατοίκων κάθε εθνικότητας. Αρχικά λοιπόν βασάνιζαν και φυλάκιζαν μόνο Σέρβους, τους οποίους οι Έλληνες, με πρωτοστάτη τον ανεξίκακο Μητροπολίτη Χρυσόστομο, περιέθαλπαν στο κοινοτικό τους νοσοκομείο ή στην Μητρόπολη. Αυτό εξήγειρε μεν τον φθόνο των Βουλγάρων, οι οποίοι μετά την ανταρσία του φιλανταντικού Βενιζέλου στην Ελλάδα (με το «Κίνημα Εθνικής Αμύνης») προέβησαν σε φρικτούς διωγμούς των Ελλήνων, κυρίως των βλαχόφωνων και σλαβόφωνων της υπαίθρου.

Περιγραφή σε αθηναϊκή εφημερίδα της, επί βουλγαρικής κατοχής, καταστάσεως στο Μοναστήρι

Παρόλα αυτά οι Έλληνες της Πελαγονίας εγκαταλείφθηκαν στην πρόνοια του Θεού και με την ανακατάληψη του Μοναστηρίου στα τέλη του 1916 από τους Σέρβους (και τους Γάλλους συμμάχους τους) έχασαν κάθε ελπίδα για ένωση με την μητέρα Ελλάδα[9].

Με την ανακατάληψη της πόλης οι Γαλλοσερβικές δυνάμεις κάνουν το Μοναστήρι στρατιωτικό κέντρο με αποτέλεσμα οι Γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις να εξαπολύσουν σφοδρή επίθεση από ξηράς και αέρος με οβίδες, βόμβες και ασφυξιογόνα αέρια. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος όμως παραμένει με θάρρος δίπλα στο ποίμνιό του[10]. Και όχι μόνος του. Δίπλα του βρίσκονται και οι ιερείς του (εκτός τριών που εγκατέλειψαν την πόλη, μαζί με όλους τους Σέρβους ιερείς), καθώς και ο Αρχιδιάκονός του Αθηναγόρας Σπύρου, μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Μοναστηριώτες μπροστά από την οικία του Μητροπολίτη (πάνω) και έξω από τον καθεδρικό ναό του Αγ. Δημητρίου (μέσον). Κάτω, κάτοικοι που βομβαρδίστηκαν οι οικίες τους στο σκευοφυλάκιο του ναού.

Όπως ο ίδιος ο Μητροπολίτης αποκαλύπτει στο Υπόμνημά του, παρά τους καθημερινούς σφοδρούς βομβαρδισμούς (εκ των οποίων θρηνούσαν από δέκα έως και εκατό θύματα ημερησίως) «καθ᾿ ὅλον τὸ ὀκτάμηνον χρονικὸν διάστημα τοῦ ἐχθρικοῦ βομβαρδισμοῦ τῆς πόλεως, καθ᾿ ὅ παρέμεινα ἐν τοῖς ὑπογείοις τῆς Μητροπόλεως φωτιζόμενος ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς διὰ κηρίνης λαμπάδος καὶ ἔχων ὡς μόνον σύντροφον καὶ παραστάτην εἰς τοὺς κινδύνους τὸν ἱερολογιώτατον Ἀρχιδιάκονον Ἀθηναγόραν, παραλείπω νὰ ἀναφέρω, ἵνα μὴ καυχησιολογίας ἐπίκρισιν ἐπισύρω, ὅτι τὸ μόνον, ὅπρ δὲν ἐξέκλινε ποσῶς τῆς κανονικῆς αὑτοῦ τροχιᾶς ἦτο ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις καὶ ἡ Καθεδρικὴ Ἐκκλησία, ἐν ᾖ ἐτελεῖτο κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν καθημερινῶς ἡ θεία καὶ ἱερὰ λειτουργία χωρὶς ποτὲ νὰ διακοπῇ αὕτη ἐκ τοῦ παρεμπίπτοντως ἐνίοτε βομβαρδισμοῦ καὶ τοῦ λίαν πιθανοῦ τῆς ζωῆς κινδύνου». Η γενναιότητα του Χρυσοστόμου και του Αθηναγόρα[11] (ο οποίος με εντολή του Ποιμενάρχη του γύριζε με αντιασφυξιογόνο μάσκα από σπίτι σε σπίτι και εμψύχωνε τον ελληνικό πληθυσμό) προκάλεσε τον θαυμασμό των Γάλλων στρατιωτικών, ο οποίος όμως σταδιακά μεταβλήθηκε σε καχυποψία, αφού δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τι σημαίνει αυτοθυσία και ποιμαντικό καθήκον.

Θύματα των ασφυξιογόνων αερίων στο Μοναστήρι (Μάρτιος 1917)

Παράλληλα με την καχυποψία των Γάλλων, οι οποίοι άρχισαν να παρακολουθούν τον Μητροπολίτη και τον Αρχιδιάκονό του, τέθηκε ξανά σε εφαρμογή το σχέδιο των Σέρβων για την αρπαγή της Μητροπόλεως και την εκδίωξη του Έλληνα Μητροπολίτη. Ο Σέρβος νομάρχης Νοβάκοβιτς επισκέφτηκε τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και του ζήτησε να παραχωρεί ανά εβδομάδα τον καθεδρικό ναό στους Σέρβους, επειδή ο βουλγαρικός ναός είχε ζημιές εξαιτίας των βομβαρδισμών. Ο Μητροπολίτης αντέταξε πως εφόσον οι Έλληνες επισκεύασαν τον ναό (στο κέντρο του οποίου είχε πέσει οβίδα, ευτυχώς όχι εν ώρα ακολουθίας!), θα μπορούσαν και οι Σέρβοι να πράξουν το ίδιο, μιας και διαθέτουν περισσότερα μέσα. Όταν ο νομάρχης ισχυρίστηκε ότι αυτό είναι αδύνατον, ο Χρυσόστομος πρότεινε να παραχωρείται ο ναός στους Σέρβους ανά Κυριακή υπό τους εξής όρους: α) η κατά δεύτερη Κυριακή σερβική Λειτουργία, υπαγορευόμενη από τις ειδικές συνθήκες δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί ως παραχώρηση κάποιου δικαιώματος στην Εκκλησία της Σερβίας, β) η παραχώρηση αυτή θεωρείται λήξασα όταν παύσει ο βομβαρδισμός, γ) δεν θα υπάρχει επέμβαση στα οικονομικά του ναού από τους Σέρβους επιτρόπους και δ) αν γι οποιονδήποτε λόγο το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν συναινέσει στην φιλοξενία αυτήν, τότε αυτή θεωρείται ως μη γενόμενη. Ο νομάρχης αντέδρασε με οργή και απείλησε ότι θα χρησιμοποιήσει βία, ενώ τόνισε στον Μητροπολίτη ότι θα τον εκδικηθεί με την πρώτη ευκαιρία!

Η οργή του νομάρχη εναντίον του Μητροπολίτη είχε και άλλη μία αιτία. Ο τελευταίος κατήγγειλε τις προπαγανδιστικές ενέργειες των Σέρβων ιερέων της περιοχής οι οποίοι αφενός μεν διακήρυτταν ότι οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης είναι ουσιαστικά Σέρβοι, ενώ στερούσαν το δωρεάν συσσίτιο από τους φτωχούς που δεν εξυπηρετούνταν από Σέρβους ιερείς! Οι δε στρατιωτικοί Σέρβοι ιερείς δρούσαν ακόμη πιο εθνικιστικά και αντιχριστιανικά, αφού όχι μόνο εξανάγκαζαν τους Έλληνες ιερείς της υπαίθρου να λειτουργούν στην σερβική γλώσσα (υπό την απειλή ότι θα τους καταγγείλουν ως βουλγαρίζοντες), αλλά έφθασαν και στο σημείο να προβαίνουν σε κατασχέσεις των ελληνικών λειτουργικών και εκκλησιαστικών βιβλίων και να τα παραδίδουν στην πυρά! Τις πράξεις αυτές κατήγγειλε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος στο σερβικό Υπουργείο Εσωτερικών, που τότε έδρευε, λόγω του πολέμου, στην Θεσσαλονίκη. Ο νομάρχης πνέων μένεα εναντίον του τον κατήγγειλε ως κατάσκοπο των Γερμανών, κατηγορία που οι Γάλλοι θεώρησαν ως απάντηση στην καχυποψία τους. Στον ανίερο αυτόν πόλεμο κατά του Χρυσοστόμου, συνέβαλαν και βενιζελικοί Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι διέβαλαν τον Μητροπολίτη και τον Αρχιδιάκονό του ως βασιλικούς[12].

Ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος (στο κέντρο) με τον Αρχιδιάκονό του Αθηναγόρα (πάνω αριστερά) μαζί με Γάλλους και Σέρβους στρατιωτικούς και πολιτικούς

Έτσι όταν ο Χρυσόστομος βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη για υποθέσεις της Μητροπόλεως και της Ελληνικής Κοινότητας, οι σερβικές αρχές αρνήθηκαν την επάνοδό του και μπροστά στην επιμονή του προέβησαν στην καταγγελία του στην Γαλλική Αστυνομία της πόλης. Έτσι στις 3 Ιουλίου του 1917, ημέρα Δευτέρα, η Γαλλική Αστυνομία της Θεσσαλονίκης παρέδωσε τον Μητροπολίτη σε φρουρά Σενεγαλέζων στρατιωτών, που τον οδήγησε – άνευ δίκης! -, μαζί με Βούλγαρους αιχμαλώτους, στις φυλακές, στις οποίες υπέστη μύριους εξευτελισμούς.

Γάλλοι και Σενεγαλέζοι στρατιώτες στην Θεσσαλονίκη το 1917

Μετά από μία εβδομάδα κράτησης ελευθερώνεται και περνά τον χρόνο του μεταξύ Αγίου Όρους (στο Κελί  Μυλοποτάμου της Μεγίστης Λαύρας) και Θεσσαλονίκης, αναμένοντας ευκαιρία για να επιστρέψει στην επαρχία του. Εν τω μεταξύ, οι Σέρβοι στο Μοναστήρι κατέλαβαν την Μητρόπολη, στην οποία εγκαταστάθηκε ο Σέρβος Επίσκοπος Δίβρης και Βελισσού Βαρνάβας (μετέπειτα Πατριάρχης Σερβίας).

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος μετέβη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο εκεί Τοποτηρητής Προύσης Δωρόθεος τον ενημέρωσε πως η Μητρόπολή του πλέον περιήλθε στην δικαιοδοσία της Σερβικής Εκκλησίας και του συνέστησε να επιστρέψει στο Άγιον Όρος… Του έδωσε μάλιστα και επτά χιλιάδες χρυσά φράγκα που του προσέφερε η Σερβική Κυβέρνηση ως αποζημίωση. Τα χρήματα αυτά ο Χρυσόστομος αρνήθηκε να τα παραλάβει και ζήτησε να δοθούν στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στην οποία είχε φοιτήσει. Έπειτα αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος για λίγο και τα επόμενα χρόνια ξεκίνησε ένα νέο στάδιο αγώνων, το οποίο ξεφεύγει από την θεματολογία του παρόντος άρθρου.

Το εξώφυλλο του «Υπομνήματος»

Να πούμε μόνο, πως χρόνια αργότερα (το 1951) όταν ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, ως ηγέτης του Παλαιοημερολογιτικού Κινήματος πλέον, βρισκόταν σε νέα εξορία (στην Ιερά Μονή Υψηλού Μυτιλήνης), τον προσέγγισε ο παλαιός του διάκονος, που είχε γίνει Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρας και του ζήτησε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να του προσφέρει μία από τις καλύτερες Μητροπόλεις και κάθε άλλη ανάπαυση, ως δείγμα του σεβασμού, του θαυμασμού και της μεγάλης του αγάπης, συναισθήματα τα οποία γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν στη βομβαρδισμένη και προδομένη Μητρόπολη Πελαγονίας τα μαύρα εκείνα πρώτα χρόνια της σερβικής κατοχής… Και την προσφορά αυτήν αρνήθηκε ο ιδεολόγος Χρυσόστομος, ο οποίος κοιμήθηκε τέσσερα χρόνια μετά (1955). Ας είναι αιωνία του η μνήμη!

ΚΥΡΙΕΣ ΠΗΓΕΣ

Νικολάου Βασιλειάδη, Η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων στην Πελαγονία (1912-1930), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2004

Υπόμνημα του Μητροπολίτου Πελαγονίας υποβληθέν εις το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον κατά Νοέμβριον του 1920 επί τη μελετωμένη προσαρτήσει της Επαρχίας Πελαγονίας εις την Αυτοκέφαλον Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Σερβίας, Αθήναι, 1922

[1] Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Ε΄, Αθήνα, 1852, σ. 515.

[2] Τελευταίος Έλληνας μητροπολίτης των Σκοπίων, τον οποίο εκδίωξαν επίσης οι Σέρβοι.

[3] Αποστόλου Σιταρά, Η Μάδυτος, Αθήνα, 1971, σ. 321.

[4] Κάθε ελπίδα των Ελλήνων της Βόρειας Μακεδονίας για ένωση με την μητέρα Πατρίδα εξανεμίστηκε πλέον με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου το καλοκαίρι του 1913.

[5] Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Έλληνες, ενώ υπήρχαν και ορισμένοι Βούλγαροι, εναντίον της εθνικιστικής προπαγάνδας των οποίων είχαν εφεύρει οι Σέρβοι την περί «σλαβομακεδονικής» δήθεν εθνότητας ιδέα από τα τέλη του ΙΘ΄ αιώνος.

[6] Θα τολμήσω να παραθέσω μια προσωπική γνώμη. Κάθε υποχώρηση σήμερα (αν υποτεθεί ότι αυτή είναι αναπόφευκτη) εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης στην ονομασία του κράτους των Σκοπίων, που θα περιλαμβάνει και το όνομα «Μακεδονία», πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται με τον όρο να επιβληθεί η ελληνική γλώσσα ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους αυτού. Είναι ο μοναδικός τρόπος να μάθουν την αλήθεια και εκείνοι κάποτε.

[7] Το οποίο αποτελεί μνημείο της ελληνικής γλώσσας, που χειριζόταν άριστα ο Χρυσόστομος, ο οποίος επιπλέον φημιζόταν και για τις ρητορικές του ικανότητες.

[8] πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, Το εκκλησιαστικόν ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας, Αθήνα, 1935, σ. 38.

[9] Αποκαλυπτικότατο και λίαν συγκινητικό είναι το απόσπασμα του Στρατή Μυριβήλη (από το αυτοβιογραφικό έργο του «Η ζωή εν τάφω», κεφ «Η πολιτεία-φάντασμα») στο οποίο αναφέρεται πως υποδέχτηκαν οι Έλληνες του Μοναστηρίου τους Έλληνες στρατιώτες μετά την περίοδο της Γερμανοβουλγαρικής Κατοχής (1915-1916): «Νύχτα μπήκαμε στο Μοναστήρι. Και νύχτα βγήκαμε. Είναι μια μεγάλη πολιτεία σέρβικη, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες. … Οι κάτοικοι εδωπέρα φοράν ολημερίς και ολονυχτίς κρεμασμένη στο στήθος μια μάσκα για τα ασφυξιογόνα. Μυστήριο το πώς μυρίστηκαν την εθνικότητά μας, αφού η στολή μας, η κάσκα μας, είναι φραντσέζικα όλα, κι ο ερχομός μας έγινε έτσι μυστικά. Χιμήξανε γύρω μας, ξετρυπώσανε σαν τα ποντίκια κάτω απ’ τη γης, άντρες, γυναίκες, προπάντων γυναίκες και παιδάκια. Και μας φιλάνε τα χέρια, μας χαϊδεύουν τα ντουφέκια, μας πασπατεύουν τις κάσκες, κουμπώνουν και ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της μαντύας μας, κλαίνε, κλαίνε ήσυχα μέσα στη φεγγαροβραδιά.

-Είστε, αλήθεια, τ’ αδέρφια μας; Είστε Έλληνες, Έλληνες από την Ελλάδα;

-Μα ναι…

-Σας περιμέναμε χρόνια στη σκλαβιά. Σας ονειρευόμασταν, σας τραγουδούσαμε, σας προσκυνούσαμε, και δε σας ξέραμε. Και τώρα είστε κοντά μας. Ο Χριστός και η Παναγιά να σας φυλάει! Και να μη μας αφήσετε πια, αδέρφια, στους Σέρβους. Μας τυραγνάνε σκληρά, που είμαστε Έλληνες…

Ένας γέρος μούπε:

-Μας δέρνουν με το βούρδουλα σαν μας ακούνε να μιλάμε ελληνικά, να λειτουργιούμαστε ελληνικά. Μας πήραν τις εκκλησιές, τα ωραία σκολειά μας. Μας ατιμάζουν τις γυναίκες. .. Μας ατίμασαν όλες τις γυναίκες. Η πολιτεία μας έγινε ένα πορνείο. .. Αλλιώτικα τις κόβουν το δελτίο του ψωμιού. Και δεν αφήνουνε κανέναν να φύγει από την πολιτεία, να γλιτώσει. Έχουνε κλείσει όλα τα περάσματα και ντουφεκάνε.

Κύριε ελέησον! Μα ήρθαμε λοιπόν να πολεμήσουμε τους Σέρβους για να λευτερώσουμε Έλληνες για ήρθαμε να πολεμήσουμε τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους για να λευτερώσουμε τους σύμμαχούς μας τους Σέρβους, που τους πρόδωσε ο Βασιλιάς; Κάτι αρχινά να ραΐζει μέσα μας. Η πίστη; Κλαίμε και μεις μαζί τους, και είμαστε σαστισμένοι. Μας φιλεύουν χίλια φτωχά μικροπράματα, και σ’ όλα τα υπόγεια τηγανίζουν γλυκίσματα με το τραγικό τους το σιτηρέσιο. Όλα για μας… Ένα σμάρι αγοράκια ήρθαν κοντά στη διμοιρία μου και όλα μαζί πιάσανε και τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο με τα κασκέτα στο χέρι. Τραγουδούσαν σιγανά, μας άγγιζαν και κλαίγανε».

[10] Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, δείγμα της παρρησίας του Χρυσοστόμου ενώπιον των αρχών, μπρος στο κίνδυνο του ποιμνίου του, διασώζουν οι βιογράφοι του:

«Μίαν ἡμέραν Γάλλοι άξιωματικοί, παρουσιασθέντες ἐνώπιόν του τὸν ἠρώτησαν.

– Πῶς θεωρεῖτε τοὺς βάλλοντας ἐναντίον τῆς πόλεως καὶ φονεύοντας τόσους ἐκ τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ!

Ὁ Ἐπίσκοπος, χωρὶς νὰ χάση τὸ θάρρος του καὶ θεωρῶν τοὺς Ἀγγλογάλλους αἰτίους, διότι αὐτοὶ εἶχον γεμίσει τὸ Μοναστήρι μὲ παντὸς εἴδους πολεμικὰ εἴδη, ὥστε νὰ ἀποβῆ σημαντικὸς στρατιωτικὸς στόχος, ἀπήντησε:

– Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀφοῦ προηγουμένως σᾶς ἐρωτήσω πῶς λέγονται οἱ μεταβάλλοντες τὴν πόλιν εἰς μέγαν ὁπλοστάσιον;» ( Ηλία Αγγελόπουλου – Διονυσίου Μπατιστάτου, Χρυσόστομος Καβουρίδης – Αγωνιστής της Ορθοδοξίας και του Έθνους, Αθήνα, 1981, σ. 16).

[11] Ο μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

[12] Ως γνωστόν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν υπέρ της ουδετερότητας, σε αντίθεση με τον Βενιζέλο που ήταν υπέρ της Αντάντ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: